Πρόσωπα


Oscar Olivera


Τον Oscar Olivera Foronda, όπως είναι το πλήρες του όνομα, δεν είχε τύχει ποτέ να τον ακούσω από κοντά. Γνώριζα όμως την ακτιβιστική του δράση για την προστασία του νερού ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των υδάτινων πόρων στη Βολιβία, τον γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο ως "Cochabamba Water Wars," από το όνομα της Cochabamba της τρίτης μεγαλύτερης πόλης της Βολιβίας όπου και επικεντρώθηκαν οι διαμαρτυρίας ανάμεσα στον Ιανουάριο του 1999 και τον Απρίλιο του 2000.

Και δε θα πω ψέματα, τον γνώριζα μάλλον από τις βραβεύσεις του με το Βραβείο Goldman Environmental Prize το 2000, ένα βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο σε ακτιβιστές του περιβάλλοντος από τις έξι μεγάλες γεωγραφικές περιοχές του κόσμου, και μάλιστα την ίδια χρονιά είχαν τιμήθηκαν με αυτό και ο Γιώργος Κατσαδοράκης και η Μυρσίνη Μαλακου, δύο έλληνες βιολόγοι, για τη δράση τους σχετικά με την προστασία του υδροβιότοπου των Πρεσπών και την επίτευξη συμφωνίας των όμορων χωρών για τη δημιουργία του ομώνυμου φυσικού πάρκου. Την επόμενη χρονιά (2001) ο Olivera τιμήθηκε με το Letelier-Moffitt Human Rights Award, ένα βραβείο που απονέμεται ετήσια και αφορά την προώθηση του αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Λατινική Αμερική. Εκεί το ενδιαφέρον μου μεγάλωσε και ξανακοίταξα πιο βαθιά τον "Πόλεμο του Νερού", ο οποίος τελικά δεν ήταν μόνο ένας περιβαλλοντικός ακτιβισμός.

Όταν ο Olivera ήρθε πριν από λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη για να μιλήσει στη Νομική, στα πλαίσια των συζητήσεων "Συνάντηση για την Άμεση Δράση και Δημοκρατία" δε ξέρω αν βάρυνε περισσότερο η περιέργειά μου να δω - στην κυριολεξία - αυτόν τον άνθρωπο, ή να ακούσω αυτόν τον βραβευμένο ακτιβιστή. Αλλά επειδή ότι και να απαντούσα σε αυτό το ερώτημα δε θα άλλαζε κάτι, πήγα.

Ο Olivera πήρε το λόγο μετά από δύο ενδιαφέροντες ομιλητές που ξέραμε ότι θα μπορούσαν να πούνε πολλά, αλλά επέλεξαν ευγενικά να είναι εξαιρετικά σύντομοι, παραχωρώντας όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο στον προσκεκλημένο. Τον έβλεπα να κάθεται στην καρέκλα του με ένα τρόπο φυσικό και ανεπειτίδευτο που δεν είχε να κάνει σε τίποτα με τον στημένο τρόπο που επιλέγουν να κάθονται - προβάλλονται οι άνθρωποι των πάνελ και ταυτόχρονα τόσο ήσυχο, σχεδόν μαζεμένο, που μάταια προσπαθούσα να καταλάβω κάτι από την ιδιοσυγκρασία του, το χαρακτήρα του, αυτό το εκρηκτικό ταμπεραμέντο που λέγεται ότι έχουν οι άνθρωποι της Λατινικής Αμερικής. Μάταια. Κι ύστερα άρχισε να μιλάει...

Ξεκίνησε διευκρινίζοντας ότι η δική του γνώση δεν ήταν αυτή των Πανεπιστημίων, αλλά της ζωής και των αγώνων κι ύστερα με μια αφήγηση απλή, άμεση, επικεντρωμένη στα γεγονότα περιέγραψε πως ξεκίνησε η αντίδραση για την ιδιωτικοποίηση του νερού, πως γιγαντώθηκε, πως έγινε αγώνας, πως έγινε πόλεμος. Καθώς οι εικόνες της περιγραφής του διαδέχοντας η μία την άλλη με μια αδρή αφινίριστη δύναμη μέσα από ένα λόγο ολοφάνερα πηγαίο και αυθόρμητο, ο τόνος της φωνής του άλλαζε. Χρωματιζόταν από μια συνεχώς αυξανόμενη ένταση, την ένταση που χρωματίζει η πίστη για αυτά που έλεγε, αλλά και από κάτι βαθύτερο που σου έκανε ξακάθαρο ότι ο αγώνας εκείνος, αλλά και η αφήγησή του ήταν πλέον ένα κομμάτι της ζωής του.

Μίλησε για τη "Μητέρα Φύση" που δίνει του Νερό της για να ζήσουν οι άνθρωποι, για να υπάρξει Ζωή και δε θα ήθελε, δεν μπορεί το δώρο της Μητέρας αυτής να εμπορευματοποιηθεί. Και με τον απλό γεμάτο ένταση λόγο του, άπλωσε γύρω μας το "μαγικό ρεαλισμό", που συναντάμε στη λογοτεχνική σχολή της Λατινικής Αμερικής και νομίζουμε ότι είναι απλά μία λογοτεχνική τάση. Ο Olivera δε σκέφτηκε στιγμή πως θα ακουγόταν στο ελληνικό του ακροατήριο που ανισορροπεί αιώνες τώρα ανάμεσα στον ευρωπαϊκό ορθολογισμό και τις πολιτισμικές του ιδιαιτερότητες, το επιχείρημα της "Μητέρας Φύσης" που στήριξε τον αγώνα τους. Για εκείνον η "Μητέρα Φύση" ήταν εκεί, παρούσα, πιο ζωντανή από ποτέ και η ύπαρξη και η παρουσία της υπο-κινούσε τα νήματα του παρόντος και του μέλλοντος.

Στον "Πόλεμο για το Νερό", όπως είναι ευρύτερα γνωστός, δεν υπήρξε μία "κουλτούρα του αγώνα", αλλά ήταν η ίδια η κουλτούρα που υπαγόρευσε και έδωσε τα στοιχεία της στον αγώνα. "Θα έπαιρναν το νερό από όπου και αν βρισκόταν", είπε "δε θα είχαμε το δικαίωμα να μαζέψουμε ούτε το βρόχινο νερό που μαζευόταν στις ταράτσες μας. Και σε αυτό είπαμε όχι. Δεν είχαμε στο μυαλό μας κάποιο σχέδιο για το τι θα κάνουμε μετά, απλώς είπαμε όλοι μαζί όχι, δεν μπορούμε να το δεχτούμε αυτό", συνέχισε με μια φωνή βέβαιη, αλλά και δυνατή, γεμάτη θέρμη, όχι σα να εξιστορούσε, αλλά σα να ξαναζούσε από την αρχή ότι είχε συμβεί.
"Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα συνέχισε. Μας είπαν ότι όποιος δεν πληρώσει, όχι μόνο δε θα είχε νερό, αλλά θα έμπαινε και φυλακή. Πολλοί φυλακίστηκαν, πολλοί τραυματίστηκαν και κάποιοι σκοτώθηκαν", πρόσθεσε σκύβοντας για λίγο το κεφάλι και χαμηλώνοντας τη φωνή του. Κι ύστερα ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του, λες και η θύμηση αυτή τον "ξαναέφερε" στο μικρό αμφιθέατρο της Νομικής, "αλλά τελικά κερδίσαμε" είπε και η ένταση ξαναγύρισε στη φωνή και στο βλέμμα του. Άκουσε τις ερωτήσεις που ακολούθησαν με πολύ ενδιαφέρον και προσπάθησε να απαντήσει σε αυτές, χωρίς καμιά διάθεση να τις εκμεταλλευτεί για να δευτερολογήσει. ",


Τον "άφησα" όταν πια αρκετοί ακροατές με την ευκαιρία και τη δικαιολογία της ερώτησης ρητόρευαν ξύλινα και αδιάφορα μακρυγορώντας κι εκείνος τους άκουγε βυθισμένος στην καρέκλα του. Θα ήθελα πολύ να ήξερα τι σκεφτόταν. Του έριξα μια τελευταία ματιά βγαίνοντας, καθώς σκεφτόμουν ότι "απλοί" άνθρωποι σαν τον Olivera ξεκίνησαν έναν αγώνα για το "φυσικό" και "αυτονόητο" δικαίωμά τους στο νερό και δημιούργησαν ένα σύμβολο στον αγώνα για ελευθερία, δικαιώνοντας ίσως με τον καλύτερο τρόπο την πορεία του ανθρώπου ως ιστορικού όντος.