Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Η όψιμη αναζήτηση της χαμένης ευαλωτότητας

Η αναγνώριση και ιδιαίτερη διαχείριση της ευαλωτότητας είναι ένα σπουδαίο κεκτημένο, των σύγχρονων κοινωνιών και ταυτόχρονα ένας πολλαπλός, αποκαλυπτικός δείκτης πολιτισμικών στάσεων, κρατικών αντιλήψεων, κοινωνικών αντανακλαστικών, για να συνοψίσω ίσως τα πιο άμεσα κατανοητά. Για εμάς που έχουμε ταξιδέψει και εργαστεί σε χώρες που το ευρωπαϊκό μοντέλο ως μία “πλατφόρμα” δικαιωμάτων, αντιλήψεων και πρακτικών δεν υπάρχει, η ευαλωτότητα αποτελεί ένα σημείο με ιδιαίτερη σημασία. Γιατί η απουσία της αναγνώρισής της δημιουργεί ένα μεγάλο κενό στην αντίληψη του κοινωνικού κεκτημένου. Γιατί η διάκριση της ευαλωτότητας και η ιδιαίτερη μεταχείρισή της είναι μία κοινωνική απαίτηση, μία κρατική υποχρέωση, συνιστά ένα κοινωνικό κεκτημένο. 

Η διάκρισή της ευαλωτότητα μέσα σε περιβάλλον κρίσης είναι μία ενέργεια καθοριστικής σημασίας όχι μόνο για τον τρόπο, αλλά πολύ συχνά και για την ίδια τη συνέχεια ή όχι της ζωής (του ευάλωτου) στην κυριολεξία. Είναι καλό εδώ να θυμηθούμε ότι οι πληθυσμοί σε κίνηση είναι ευάλωτοι πληθυσμοί. Είναι ευάλωτοι από τις αιτίες για τις οποίες προκλήθηκε η μετακίνηση (πόλεμος, εμφύλιες συρράξεις, διώξεις, φυσικές καταστροφές, φτώχεια, κτλ), αλλά και γιατί σε όλη τη διάρκεια της μετακίνησής τους βρίσκονται εκτεθειμένοι σε κινδύνους από τους οποίους σπάνια γλυτώνουν (θύματα βίας, εκμετάλλευσης, παράνομης διακίνησης, εμπορίας, κ.α.) και πολλές φορές οι κίνδυνοι αυτοί βάζουν τέρμα στη ζωή τους. Σύμφωνα με το Missing Migrants Project του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης έως την 1η Ιουνίου 2017 έχουν καταγραφεί  2300 θάνατοι στις μεταναστευτικές και προσφυγικές οδούς ανά τον κόσμο, εκ των οποίων οι 1673 στη Μεσόγειο https://missingmigrants.iom.int/ 

Όμως η αντίληψη της ευαλωτότητας δεν μπορεί να είναι και μία στατική αντίληψη, ειδικότερα στα πεδία κρίσεων μιας και η “κατάσταση κρίσης” δεν είναι ποτέ στατική. Αντίθετα, πρέπει να είναι μια δυναμική αντίληψη, να επεκτείνεται πέρα από τα προφανή και να λαμβάνει υπόψη τον τόπο, τον χρόνο, το πλαίσιο των συνθηκών διαβίωσης του παρόντος, τα γεγονότα του άμεσου ή και μακρινότερου παρελθόντος (τραυματικού χαρακτήρα), την υλική πραγματικότητα. Έτσι, μία έγκυος στην Ευρώπη  δεν ανήκει στις “ευάλωτες ομάδες”. Μία έγκυος όμως στην Ευρώπη με πρόσφατο τραυματικό παρελθόν μετακίνησης, σε κακές συνθήκες διαβίωσης και παραμονή σε υλικές συνθήκες που απειλούν τη ζωή της π.χ. σε σκηνές στην ύπαιθρο που έχουν σκεπαστεί από το χιόνι, χωρίς θέρμανση, κάνουν τη γυναίκα αυτή να έχει ανάγκη ιδιαίτερης μέριμνας και προστασίας.  Το ίδιο κι ένας άνδρας που βίωσε το τραυματικό γεγονός ενός ναυαγίου στην προσπάθειά του να προσεγγίσει την Ευρώπη.


Κατά τη διάρκεια του τελευταίου χρόνου στο πλαίσιο της προσφυγικής κρίσης η ευαλωτότητα στην Ελλάδα γνώρισε μία de facto με πολλές εκφάνσεις ακύρωση σε ότι αφορά τους προσφυγικούς πληθυσμούς. 

Αρχικά, η ακύρωση αυτή έγινε διακριτή εντός των “πεδίων” και ειδικότερα εντός των κρατικών δομών διαμονής -βρίσκω τη χρήση του όρου “φιλοξενίας” έναν απάνθρωπο εμπαιγμό και δεν τον χρησιμοποιώ. Την επίσημη διαπίστωση της ευαλωτότητας εκεί είχαν αναλάβει ΜΚΟ με γνώση και εμπειρία στο θέμα. Οι κρατικές δομές διαμονής όμως  μέσα στην αθλιότητα που τις χαρακτήριζε ήταν αδύνατο να προσφέρουν την όποια μέριμνα στις περιπτώσεις αυτές. Έτσι, γινόταν η μεταφορά τους στην Αθήνα και σε ειδικούς ξενώνες ή κέντρα. Όχι εύκολα, όχι γρήγορα, αλλά γινόταν. 

Γρήγορα έγινε φανερό ότι η ακύρωση της ευαλωτότητας απλωνόταν και έως το αίτημα της διεθνούς προστασίας. Τα αιτήματα προτεραιότητας των οργανώσεων για αυτές τις περιπτώσεις περνούσαν με μεγάλη δυσκολία και στη συνέχεια σταδιακά σταμάτησαν να γίνονται δεκτά, ή γίνονταν δεκτά κατ΄εξαίρεση σε μία εποχή που η ευαλωτότητα μεγαλώνει, καθώς οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στα κρατικά κέντρα διαμονής επιτείνουν και πολλαπλασιάζουν τις περιπτώσεις. Οι συνθήκες διαμονής δηλαδή των πληθυσμών αυτών γίνονται ένας επιπρόσθετος παράγοντας επιβάρυνσης τόσο μεγάλος, που είτε χειροτερεύουν το υπάρχον πρόβλημα, είτε το φέρνουν στην επιφάνεια σε πολύ σύντομο χρόνο και σε μεγάλη ένταση και έκταση. 
Και ακόμη χειρότερα, πρόσφατα, το μέτρο του γεωγραφικού περιορισμού δεν εξαιρεί πλέον τους ευάλωτους, πράγμα που σημαίνει ότι δεν τους επιτρέπεται να φύγουν από τα νησιά. Έτσι, ενώ η έννοια της ευαλωτότητας ενώ έπρεπε να παρουσιάζεται συμπαγής και αδιαπραγμάτευτη στην προμετωπίδα της διαχείρισης της κρίσης με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα και τους κανόνες δικαίου, παραμερίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση και εξέπεσε στη “διακριτική ευχέρεια” της δημόσιας διοίκησης, που δεν σημαίνει τίποτα άλλο, από μία πρακτική εφαρμοζόμενη κατά το δοκούν με στόχο να εξυπηρετηθούν οι πολιτικές αποφάσεις -της κυβέρνησης ή της ΕΕ- της (κάθε φορά) συγκυρίας. 

Μέσα σε αυτήν την κατάσταση της ενοχής και της αδιαφορίας κινείται ένας ολόκληρος πληθυσμός ευάλωτων, είτε οι ανήλικοι που βρίσκονται στα κρατητήρια για την ασφάλειά τους μαζί με άλλους κρατούμενους και ότι αυτό σημαίνει, είτε τα θύματα βασανιστηρίων που δεν τους παρέχεται η φροντίδα που έχουν άμεσα ανάγκη για να συνεχίσουν να ζουν, είτε οι άνθρωποι με αναπηρίες, είτε με εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχική υγεία, είτε, είτε, είτε...

Ο χρόνος που διανύουμε περνάει με επισημάνσεις, καταγγελίες, αναφορές σε ετήσιες εκθέσεις από ελληνικές και ξένες ΜΚΟ και διεθνείς οργανισμούς του πεδίου προς την ελληνική κυβέρνηση για το ζήτημα της ευαλωτότητας, με αιχμή του αυτήν την εποχή την αναγνώριση-επίσημη διαπίστωση και από ποιον θα γίνεται τώρα που οι οργανώσεις αποχωρούν από το πεδίο, αλλά η ανάγκη παραμένει. 
Η μέριμνα που το κράτος θα έπρεπε να έχει εξασφαλίσει για τους ευάλωτους δεν υπάρχει σε κανένα επίπεδο, ούτε σε αυτό των δομών ώστε να εξασφαλίζονται οι κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης και φροντίδας, ούτε σε αυτό των διαδικασιών ώστε να γίνεται γρήγορα και με ευθύνη ο έλεγχος, η εξακρίβωση και η διαπίστωση της ευαλωτότητας, ούτε στο έμψυχο δυναμικό που η παρουσία του στο πεδίο θα εγγυόταν και θα εξασφάλιζε την κρατική μέριμνα. 

Οι οργανώσεις αποχωρούν πλέον σταδιακά από το πεδίο και το ελληνικό κράτος δια του αρμόδιου υπουργού του -που δεν έβλεπε την ώρα να αποχωρήσουν οι οργανώσεις  για να παίρνει εκείνο τα χρήματα και να κάνει τη διαχείριση του πεδίου όπως ζητούσε με επιμονή  στην Ευρώπη και παραπονιόταν στο εσωτερικό- μένει βουβό για άλλη μια φορά απέναντι στις εκκλήσεις των οργανώσεων για αυτές τις ειδικές ομάδες πληθυσμού. Η κατάστασή τους παραμένει ακόμα δυστυχέστερη εάν σκεφτεί κανείς ότι η Ευρώπη δεν θα αποτελέσει κάποιον μοχλό πίεσης για το θέμα. Απεναντίας, μετά το Καλαί, την Ειδομένη, τα ελληνικά νησιά, σειρά παίρνει η Ιταλία, με την Ευρώπη να γυρνάει το βλέμμα από την άλλη πλευρά και να κωφεύει. 

Τέλος μιας εποχής; Τέλος μιας συνθήκης; Τέλος ενός κόσμου;