Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Να συζητάμε με άνεση, με τεμπελιά

Τα καλοκαίρια στην πόλη αυτήν την εποχή έχουν κάτι μοναδικό. Η πόλη δεν άδειασε ακόμα. Είναι πολύ νωρίς. Οι βραδιές είναι μόλις ευχάριστα ζεστές. Τα μπαλκόνια γεμίζουν μόλις φανεί το σούρουπο και κρατούν και όταν πέσει η νύχτα. Δεν είναι οι ολονυκτίες του καλοκαιριού, αυτές αργούν ακόμη. Είναι μάλλον τα απογεύματα στο μπαλκόνι που τα βρίσκει η νύχτα.

Οι ομιλίες από τις γειτόνισσές μου του πρώτου ορόφου απέναντι φτάνουν σαν ένας ακαθόριστος ήχος στα αυτιά μου καθώς βάζω το κλειδί στην πόρτα της πολυκατοικίας μου. Είναι κυρίες μεγάλες στην ηλικία, αλλά μιλούν συνεχώς και πολύ. Φοράνε κάτι ελαφριά φορέματα που θα τα έλεγαν "του σπιτιού", αλλά απολύτως κατάλληλα για την εποχή, το μπαλκόνι, την ώρα. Έχουν και τα μαλλιά τους καλοχτενισμένα. Παρόλο που μιλάνε πολύ, η ομιλία τους έχει μια άνεση, παίρνει χρόνο, έχει μια ζηλευτή τεμπελιά. Δεν βιάζονται να πουν κάτι, δεν θέλουν να αποδείξουν τίποτα. Έχει μια φυσικότητα αυτή η κουβέντα, αυτή η συζήτηση ανάμεσά τους. Η άνεσή τους γεμίζει το μπαλκόνι και και χύνεται παραέξω. Μοιάζει υπέροχη σε έναν κόσμο που οι άνθρωποι μιλάνε μεταξύ τους για να ακουστούν, να ανταγωνιστούν, να κυριαρχήσουν. 

Ζηλεύω αυτές τις κυρίες, τα καλοκαιρινά μπαλκόνια, αυτές τις συζητήσεις που είναι μαγικές γιατί όλη η αξία τους είναι το τώρα στο οποίο συμβαίνουν και άλλα "μεγάλα νοήματα" και "αλήθειες" δεν περιέχουν. 

Σκέφτομαι αυτή την μοναδική άνεση που σου δίνει η απλότητα και την απόσταση που μας χωρίζει.

Μάθαμε να μιλάμε πολύ. Ίσως και "καλά". Μπορεί και "σωστά". Και ξεχάσαμε να συζητάμε με τους άλλους ανθρώπους. Να συζητάμε με άνεση, με τεμπελιά, χωρίς τη γνώση του "ειδικού", χωρίς αυταρέσκεια. Έτσι απλά. Να συζητάμε για τον άλλον. Κυρίως όμως με τον άλλον. 

Πόσο ζηλεύω!