Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Περπατώ εις το δάσος με σκόρπιες σκέψεις (περί αντιρατσιστικού νόμου, λογοκρισίας, ελευθερίας της έκφρασης)


Το  να  περάσει η επιθυμία κάτω από την επιβολή του λόγου δεν ήταν μία υπόθεση ούτε εύκολη, ούτε φυσική. Κυρίως δεν ήταν μια αθώα υπόθεση. Κόσμος τιμωρήθηκε, βασανίστηκε, περιθωριοποιήθηκε και βέβαια θανατώθηκε. Ο έλεγχος της επιθυμίας από τον λόγο αποδείχτηκε αναμφίβολα η σκληρότερη και νομίζω και η πιο αιματηρή περιοχή της κοινωνικής συμβίωσης, ακόμα, ή πολύ περισσότερο, όταν ο λόγος αυτός ήταν και θεάρεστος.


Η σχέση επιθυμίας – λόγου και η διάσταση της κυριαρχίας και της εξουσίας του ενός πάνω στο άλλο, είναι επίσης τόσο δυνατή, που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πάνω σε αυτά χωρίς να τα εκλάβει τουλάχιστον ως ένα αντιθετικό ζεύγος, χωρίς να νοήσει το ένα ως το αντίπαλο δέος του άλλου, ή χωρίς να τα αντιληφθεί σε έναν αέναο και εν δυνάμει συγκρουσιακό μετεωρισμό μεσολαβούντων “κοινωνικών συμβολαίων” και άλλων φαντασιακών τερτιπιών, μέσα σε καθορισμένα σχήματα λόγου και δράσης  στο πλαίσιο των απαιτήσεων της κοινωνικής τάξης.

Η σχέση  γνώμης – έκφρασης από την άλλη, μοιάζει να είναι μια σχέση ισορροπίας μέσα στο στενό πλαίσιο της κοινωνικής τάξης. Μοιάζει να εμπεριέχει, αλλά και να επιτυγχάνει μια απαίτηση και μια συμφωνία, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να συμβαίνει. Και ανάμεσα στη σχέση αντίθεσης επιθυμίας-λόγου και τη (φαινομενικά) σχέση συμφωνίας γνώμης-έκφρασης, απλώνεται ένα πολύ ενδιαφέρον πεδίο αλληλέγγυων και μη σχέσεων ενός ολόκληρου βιοτικού και ταξικού ύφους.

Η “προσωπική γνώμη” είναι θα έλεγα μια “υπεραξία” του δυτικού πολιτισμού. Όλα εκτείνονται δείχνοντας την ως το απόλυτο πρόκριμα, τον απόλυτο προορισμό του υποκειμένου. Ένα θεολογικό υπόβαθρο περί μοναδικότητας της ύπαρξης που πριμοδοτεί, νομίζω επίσης ότι είναι αδύνατον να αγνοηθεί. 

Ο Νίτσε χλευάζει την κατασκευή της, ο Ζιντ  την αποθεώνει με τον αφορισμό “μόνο ότι είναι προσωπικό αξίζει”, ο Μπουρντιέ την αναλύει ως μικροαστική αξίωση στο πρόταγμα της ατομικής σωτηρίας. Και μάλλον κάπως έτσι, στην ταξική διάστασή της η “προσωπική γνώμη”, μπορεί να είναι μια φιλοδοξία που η πραγματοποίησή της (μας) ξεχωρίζει από τους άλλους, ή (μας) διασφαλίζει την είσοδο σε μια άλλη “κατηγορία”. Όπως και να έχει, η παραγωγή και η έκφρασή της και η σημασία αυτών των δύο διαφέρουν από τάξη σε τάξη και μαζί και η απαίτηση για την ύπαρξή της. 

Η “πολιτική γνώμη” δεν είναι μία σκέτη, καθαρά πληροφοριακή κρίση, ικανής να επιβληθεί μέσω της ενδογενούς δύναμης της αλήθειας της (...) η πολιτική γνώμη εμπερικλείει κατ΄ανάγκη μια εξουσία κινητοποίησης και μια αξίωση στην ύπαρξη. Παρακινεί; Προτρέπει; Εμπνέει; Σε σκέψη; Σε δράση; Και αν δεν διακρίνεται η δύναμη της ενδογενούς αλήθειας σε αυτήν, γιατί είναι τόσο σημαντική;

Πόσος δρόμος από την ελεύθερη έκφραση ως την τιμωρία της;

Είναι το ένα άκρο ο αφορισμός του Νίτσε “Ή θα κρύβει κανείς τις απόψεις του ή θα κρύβεται πίσω από αυτές. Εκείνος που ενεργεί διαφορετικά, δεν γνωρίζει την ακολουθία του κόσμου ή ανήκει στην τάξη της αγίας παρατολμίας.” Νίτσε, αφορισμός 338 – Ανθρώπινο πάρα πολύ ανθρώπινο. 
Είναι το άλλο άκρο η θέση του Βάνεγκεμ “Τίποτα δεν είναι ιερό. Καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει και να πρεσβεύει προσωπικά την όποια γνώμη, την όποια ιδεολογία, την όποια θρησκεία επιθυμεί. Καμία ιδέα δεν είναι απαράδεκτη, ακόμη και η πιο παρατραβηγμένη, ακόμη και η πιο ειδεχθής.”
Πόσος δρόμος υπάρχει ανάμεσά τους; 

Αν όπως αιρετικά διακηρύττει ο Μπωντλέρ “Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου ξέχασαν δύο δικαιώματα: της αντίρρησης και της φυγής.”, πράγματι τη φυγή σχεδόν την ξέχασαν κι έτσι μας κληρονομήθηκε σχεδόν αλώβητη. Μπορούμε ακόμη να φεύγουμε. Όχι βέβαια από παντού χωρίς κόστος. Η αντίρρηση όμως... όχι η διαφωνία, όχι η διαφορά, αλλά η ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ ... Η αντίρρηση όμως...



Τελικά, σε μια κοινωνία ηλιθίων που δεν σκέφτεται πλέον όλα μπορεί και να λύνονται με ένα μάτσο υπογραφές.