Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Χωρίς εικόνες στον τοίχο

Είναι κάτι που ήθελα να γράψω εδώ και πάρα πολύ καιρό. Με προβλημάτισε πολύ, κάποιες φορές με θύμωσε, αμφιταλαντεύτηκα για την αξία και τη “χρησιμότητα”, αλλά νομίζω τα πράγματα ξεκαθάρισαν με τη φράση της φίλης μου της Τίτα σε ένα πρωινό κυριακάτικο τηλεφώνημά μας. Κάθε μέτριος, μου είπε, κάνει και μια έκθεση. Και η φράση αναφερόταν στις άπειρες εκθέσεις με “αντικείμενο” τους πρόσφυγες. Συμφώνησα αμέσως μαζί της και από εκείνη τη στιγμή ήξερα τι ήθελα να γράψω. 

Τον πρώτο καιρό με προβλημάτιζε πάρα πολύ το θέμα της έκθεσης και ειδικά των παιδιών. Οι φωτογραφίες με τα παιδιά πρόσφυγες κατέκλυζαν τα πάντα. Ζωντανά, νεκρά, χτυπημένα, μισοπνιγμένα. Παιδικά πρόσωπα με δάκρυα, χαραγμένα από τον πόνο, την κακουχία, ταλαιπωρημένα, βρώμικα. Όσο περισσότερη οδύνη τόσο καλύτερα. Χρειάζονται όλα αυτά σκεφτόμουν. Χρειάζονται πραγματικά όλα αυτά; Και ο καθένας γινόταν “φωτογράφος” του πόνου, του οδυνηρού αυτού ταξιδιού και των προσώπων των γεμάτων από αυτό το ταξίδι. 

Και ύστερα ερχόταν κάποιος “καλλιτέχνης”. Τα αντικείμενα των προσφύγων, όλα εκείνα που αποτελούσαν κάτι που μοιάζει με ζωή στο διάβα τους, έγιναν “έργα τέχνης”. Τα αντικείμενα που έφερναν μαζί τους, τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν, αυτά που άφηναν πίσω τους σε αυτές τις χωρίς τέλος μετακινήσεις. Όλα γινόντουσαν “τέχνη” από κάποιον που έτρεχε να τα μαζέψει και να τα εκθέσει κάπου. 

Κι ύστερα ήρθαν κι εκείνα τα άλλα αντικείμενα. Εκείνα τα φτιαγμένα από τον πόνο τους ταξιδιού και τον θάνατο. Πορτοφόλια από τα πορτοκαλί σωσίβια, χρηστικά αντικείμενα από τις πλαστικές βάρκες, τις σκηνές, οτιδήποτε. Αυτά προς πώληση. Όχι αγορά έργου “τέχνης”, αλλά αγορά φιλανθρωπίας. 

Εμείς, που ζήσαμε τα ναυάγια του καλοκαιριού στα νησιά, το δράμα των hot spots, νομίζω είναι αδύνατον να αφήσουμε να ακουμπήσει πάνω μας ένα αντικείμενο φτιαγμένο από εκείνα τα σωσίβια, από εκείνο το δράμα. Συνεχίζουμε νομίζω να είμαστε ακόμα κάτω από το βάρος μιας βαθιάς συγκίνησης. Πιο βαθιά από ρηχούς συμβολισμούς του τύπου “το αντικείμενο του θανάτου που γίνεται ζωή”. Ρηχό, πολύ ρηχό για κάτι τόσο οριστικό κιαι ανεπίστροφο όπως η απώλεια των αγαπημένων σου ανθρώπων με τέτοιο τρόπο. 

Φεύγω από το σάιτ της Σόφτεξ -όπως και από τα νησιά, όπως και από την Ειδομένη- περιτρυγυρισμένη από πρόσωπα. Δεν έχω καμιά φωτογραφία τους, από κανένα μέρος από όλον αυτόν τον πολύ καιρό. Τρεις ζωγραφιές είχα σε κάποιο γραφείο μου, που μου τις είχαν χάρισαν τρία κοριτσάκια, έτσι αυθόρμητα μια μέρα, χωρίς να με γνωρίζουν, απλά επειδή έτυχε να είμαι εκεί την ώρα που ζωγράφιζαν και ήταν πολύ γενναιόδωρα. Αλλά χάθηκαν σε μία επίθεση που έγινε κατά τη διάρκεια της οποίας καταστράφηκαν μαζί με πολλά άλλα. Δυο χρόνια τώρα, από αυτό το μέτωπο, από την “πρώτη γραμμή” Ειδομένη – Νησιά – Β.Ελλάδα, από όλες αυτές τις ατέλειωτες εκατοντάδες ανθρώπων μεγάλων που συνάντησα και παιδιών, δεν έχω καμία φωτογραφία. Κανένα πρόσωπο.

Κάποια από αυτά τα κουβαλώ μαζί μου. Άλλα ολόκληρα και ολοκάθαρα, άλλα πιο θολά, άλλα μόνο ως βλέμμα, ή ένα ζευγάρι μάτια. Καθένα από αυτά είναι για μένα μία ιστορία που δεν ξέρω για πόσο καιρό θα κουβαλώ μαζί μου. Και κάποιοι από εκείνους με θυμούνται κάπως. Ούτε εκείνοι έχουν κάποια φωτογραφία μου. Θα ευχόμουν μάλιστα η νέα τους ζωή να είναι τόσο όμορφη και γεμάτη που να μη με θυμούνται, να μη χρειάζεται να θυμούνται τίποτα από όλα αυτά που πέρασαν. Αλλά αν με θυμούνται, ας με θυμούνται όπως θέλουν και κρατώ τα όποια “ευχαριστώ” τους και τις αγκαλιές τους να με συνοδεύουν για πάντα και τους τρόπους που εκείνοι εκφράζονται για να είναι ανάμεσα στους άλλους ή στη θύμησή τους. 

Κάποιοι ήδη στην Ευρώπη με βρίσκουν στο f/b και μου στέλνουν τωρινές φωτογραφίες τους. Δείχνουν ανακουφισμένοι, ζωντανοί, χαμογελούν. Μπορεί  να είναι κι έτσι. Προτιμώ να κρατώ αυτές...