Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Ποτέ ξανά Άουσβιτς - Πορεία μνήμης για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης

Τα ξημερώματα της Δευτέρας 15 Μαρτίου 1943 ξεκίνησε το πρώτο τρένο από τη Θεσσαλονίκη με προορισμό την Πολωνία. Πρώτα μεταφέρθηκαν οι κάτοικοι του συνοικισμού Βαρόνου Χιρς, ο οποίος βρισκόταν δίπλα στον Παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό. Έπειτα, ο κενός συνοικισμός μετατράπηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Οδηγήθηκαν σε αυτόν πρώτα οι κάτοικοι από τις διπλανές γειτονιές (Μικρού Σταθμού, Αγίας Παρασκευής, Ρεζή Βαρδάρ) και από εκεί επιβιβάστηκαν με τη βία στα τρένα για την Πολωνία. Ακολούθησαν οι Εβραίοι των άλλων συνοικιών της Θεσσαλονίκης.

Θα ήταν σχεδόν αδύνατο να είσαι σε αυτήν την πόλη επί γενιές και να μην είχαν οι δικοί σου, φίλους ή γείτονες Εβραίους. Αυτό θα σήμαινε (μάλλον) ότι ήρθες στην πόλη μετά τον Πόλεμο όταν πια η πληθυσμιακή σύνθεση είχε αλλάξει. Μία ίσως αδιόρατη, ανεπαίσθητη αλλά με έναν τρόπο "ιστορικού τύπου" διαφορά για τους "παλιούς" και τους "νέους" κατοίκους μιας πόλης που μεγάλωνε γρήγορα, απλωνόταν προς κάθε κατεύθυνση και έχανε σιγά σιγά τον πολυπολιτισμικό και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της.

Την ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, της πόλης μου, τη συνόδευε πάντα μία αφήγηση που διακοπτόταν σχεδόν μόλις άρχιζε, χωρίς ποτέ να συνεχίζεται σκοπεύοντας να ολοκληρωθεί.  Η γιαγιά μου μιλούσε για την Εβραία φίλη και γειτόνισσά της λίγο και όχι συχνά. Μιλούσε μάλιστα με έναν τρόπο φευγαλέο λες και προσπαθούσε να αποφύγει η διήγηση να οδηγήσει κάπου πιο συγκεκριμένα. Λίγα σκόρπια πράγματα για το πως ήταν, τι έλεγε, τι συζητούσαν. 
Όσο ήμουν μικρή δεν καταλάβαινα. Μια φίλη της γιαγιάς μου νόμιζα ότι ήταν σαν όλες τις άλλες. Δεν γνώριζα αν ζούσε ή πέθανε και αν είχε πεθάνει δεν θα με απασχολούσε γιατί θεωρούσα ότι θα ήταν κι εκείνη μια μεγάλη γυναίκα σαν τη γιαγιά μου, παρόλο που η γιαγιά μου δεν ήταν τότε "μια μεγάλη γυναίκα" παρά μόνο στα παιδικά μου μάτια. Ούτε μπορούσα τότε να διακρίνω το ακρωτηριασμένο κι έτσι μοιραία ανολοκλήρωτο της αφήγησής της. 
Με μια ελαφράδα εφήβου πολλά χρόνια αργότερα τη ρώτησα μια μέρα "και που είναι αυτή η φίλη σου;". Η γιαγιά μου δεν ήταν προετοιμασμένη για αυτήν την ερώτηση. Το πρόσωπό της τεντώθηκε, σφίχτηκε και μια σιωπή το σκέπασε αλλάζοντάς το. Άρχισε σιγά σιγά να διηγείται. Με μια φωνή τόσο ξένη σε μένα, που δεν ήξερα καν αν ήταν δικιά της και η σκέψη ότι μπορεί να ήταν μου δημιουργούσε μια απροσδιόριστη δυσκολία. Μιλούσε για την τελευταία μέρα που την είδε. "Τους μάζευαν, όλους τους Εβραίους τους μάζευαν εδώ και μέρες. Ήρθε στο σπίτι, Κούλα, μου είπε, Κούλα αν δεν ξαναγυρίσω"... κι ύστερα η φωνή της γιαγιάς μου έσπασε καθώς επαναλάμβανε τα λόγια που ανταλλάχτηκαν σε εκείνη την τελευταία τους κουβέντα. Και η φωνή της γιαγιάς μου δεν ήταν πια δικιά της. Ήταν μια φωνή. Την άκουγα κι εγώ, να αφηγείται, να περιγράφει, να μιλάει για τον φόβο που ένιωθαν και οι δυο τους. "Μη λες τέτοια πράγματα", της έλεγε δακρυσμένη, "μη λες" και την αγκάλιαζε. Όμως εκείνη έλεγε και τα λόγια της ερχόταν τώρα ξανά -είχανε φύγει άραγε ποτέ;- στο μυαλό της γιαγιάς μου και γίνονταν δάκρυα και λυγμοί κι εγώ ένιωσα ένα σφίξιμο στο λαιμό και ήθελα να της πω να σταματήσει, αλλά δεν μπορούσα. Αλλά ούτε κι εκείνη μπορούσε... 
Και πιο μεγάλη πια, κατάλαβα εκείνη την τραυματισμένη αφήγηση. 




Το δράμα που έζησαν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης είναι ανείπωτο όπως το δράμα όλων των Εβραίων.  Στη σημερινή ετήσια πορεία -την 5η κατά σειρά- και στην κατάληξή της στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό όπου και έγιναν οι ομιλίες υπήρχε μια συγκίνηση κάτω από τον λαμπερό και ζεστό ήλιο της άνοιξης. 









Πιτσιρίκια έπαιζαν στο γρασίδι και άλλα κρατούσαν λευκά μπαλόνια που έγραφαν με μαύρα γράμματα "ποτέ ξανά". Και "επίσημοι" και εκπρόσωποι της κυβέρνησης είχαν έρθει για τη μέρα. Συνάντησα πολλούς φίλους μου και γνωστούς. Και με έναν τρόπο ήταν σαν να μετρηθήκαμε, σαν να καταγραφήκαμε ο ένας στη μνήμη του άλλου ποιοι ήμασταν εκεί. Και είναι πράγματι περίεργο το συναίσθημα να τους βρίσκεις κι εκείνους εκεί και να μοιράζεσαι τη συγκίνηση μιας ανάμνησης που δεν είναι δικιά σου αλλά υπάρχει μέσα σου. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω ή να περιγράψω καλύτερα.








Φεύγοντας έστειλα ένα χαμόγελο στη γιαγιά μου που εδώ και πολλά χρόνια δεν υπάρχει πια και στην Εβραία φίλη της. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω για αυτές τις γυναίκες, για μια ανάμνηση που δεν είναι δικιά μου αλλά υπάρχει μέσα μου.