Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ στην Ελλάδα 2017

Κοιτάζω αυτήν τη μικρή πλαστική κάρτα - σαν τις κάρτες των τραπεζών μόνο με πιο έντονα και πολλά κόκκινα γράμματα – που στη μία της πλευρά στην τελευταία σειρά γράφει με κεφαλαία γράμματα ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ. 

Στην αρχή η λέξη αυτή με σοκάρει λίγο. Δεν έχω βιωματική άποψη, ούτε οικογενειακή εμπειρία, ούτε κοντινές αφηγήσεις και εξιστορήσεις. Τίποτα. Μόνο μια λέξη με κεφαλαία γράμματα σε μια κάρτα. Πολλή γνώση θεωρητικά, αλλά ακόμη και αυτή δυσκολεύεται τώρα μπροστά σε αυτή τη λέξη τη γραμμένη με κεφαλαία γράμματα.

Ίσως πάλι επειδή την κρατάει ένα νέο παιδί. Ένας νεαρός Σύριος που πήρε άσυλο στην Ελλάδα, που είναι δηλαδή αναγνωρισμένος ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ.
Ευγενή από την αρχή και σε όλη τη συνέχεια τον θυμάμαι. Εξαιρετικά συγκροτημένος όλον τον προηγούμενο καιρό και τώρα. Τόσο νέος κι όμως ένας ολόκληρος άνδρας πια, που κοιτάζει τη ζωή σ ένα από τα πιο δύσκολά της πρόσωπα. Μας εμπιστεύτηκε από την αρχή, μπορεί μην έχοντας άλλη επιλογή. Χωρίς όμως να επιτρέψει στον εαυτό του να γίνει φορτικός, ή επίμονος, χωρίς να διεκδικεί χρόνο ή προσοχή, χωρίς να διηγηθεί παρά μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι της ζωής του κι αυτό χωρίς πίκρα, χωρίς δάκρια, χωρίς παράπονο, χωρίς αγανάκτηση. Κι έτσι δεν ξέρω παρά ελάχιστα για τη ζωή του. Ένας ατσάλινος άνθρωπος που με κάνει να αναρωτιέμαι που κρύβει τόση πίκρα, που έχει βάλει όλον αυτόν τον πόνο. Που;

Προσπαθώ να καταλάβω αυτή τη λέξη με τα κεφαλαία γράμματα. Μου δημιουργεί μια οδυνηρή εντύπωση αρχικά, έτσι χωρίς σκέψη, και στη συνέχεια προσπαθώ ξανά να καταλάβω. Ίσως να μην καταλάβω και ποτέ. Εισπράττω μόνο μια υφέρπουσα αγωνία που μου μεταδίδει αυτή η διάρκεια των τριών χρόνων που έχει. Κανένα νομικό ή άλλο κώλυμα, απλά αυτό το απροσδιόριστο αίσθημα του περιορισμού που σου δημιουργεί πάντα το χρονικό όριο. 

'Ηρθε χτες ξανά να ενημερωθεί για τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. Θέλει να ταξιδέψει στη Γερμανία να συναντήσει συγγενείς του. Αλλά είναι νωρίς ακόμα για κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά δεν το έβαλε κάτω. 'Ήρθε σήμερα ξανά με την άδεια διαμονής του να συζητήσουμε πως θα οργανώσει τη συνέχεια της ζωής του. Δεν είναι “νομική συμβουλή”, ούτε χρειάζεται ειδικούς σε θέματα ασύλου για αυτό ή δικηγόρους. Είναι στα πλαίσια αυτού που ένας φίλος μου χαρακτηρίζει ως “ανθρωπιστικό lobbing”. Εγώ δεν το λέω έτσι. Ίσως και να είναι, απλώς ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να σκεφτώ πως να το χαρακτηρίσω. Μια έγνοια θα το έλεγα εγώ. Φυσική, αβίαστη, έναν άνθρωπο που θέλεις να φροντίσεις για να συνεχίσει τη ζωή του. Δεν έχει σημασία η εθνικότητα. Ίσως αυτό το ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ να έχει μέσα μου. Ίσως πάλι και όχι. Νομίζω θα το έκανα για τον καθένα. Το 'χω κάνει για τον καθένα. 
“Αυτό το παιδί είναι τόσο νέο, τόσο συγκροτημένο και τόσο μεγάλο όμως πια, που σε δέκα χρόνια από τώρα, όταν θα είναι ακόμα νέος – τριάντα, τριαντα δύο ετών- μπορεί και να τα έχει καταφέρει. Μπορεί να έχει πάει τη ζωή του σε ένα άλλο σημείο. Και θα είναι ακόμα νέος. Θα έχει όλη τη ζωή μπροστά του”, ακούω τον εαυτό μου να λέει. Και το πιστεύω. Πιστεύω ότι αυτός ο νεαρός μπορεί να τα καταφέρει...

Φεύγει και ξαναγυρίζει σε ένα κοντέινερ ή σε μια σκηνή.Τα κοντέινερ αυτά που ήρθαν για να μείνουν είναι το πιο τρομακτικό πράγμα για μένα. Ίσως γιατί οι σκηνές διατηρούν την όψη του του παροδικού. Αλλά τα κοντέινερς είναι η δήλωση του μόνιμου. Μια μετάβαση που γίνει κανονικότητα, που γίνεται μόνιμη κατάσταση. Αποκτούν σιγά σιγά νούμερα, "δρόμους"με νούμερα, "περιοχές", χαρακτηριστικά  μόνιμης κατοικίας. Μικροί αυτοσχέδιοι φράκτες, προεκτάσεις, αυτοσχέδιες "κατασκευές". Κι αυτό μου θυμίζει εκείνες τις άλλες στο Καρά Τεπέ το καλοκαίρι, που σε κάποιες από αυτές είχαν φυτέψει απ΄έξω μικρά πράσινα φυτά και λουλούδια. 

Η θέαση αυτής της ζωής, της ζωή όπου η μόνη επιλογή της ομορφιάς ή της ανάμνησής της είναι δυο – τρία λουλούδια έξω από μια σκηνή ή ένα κοντέινερ, της ζωής που αγωνίζεται να θυμίζει ζωή με ένα λουλούδι, μια τέντα, ένα μικρό αυτοσχέδιο μπαλκόνι, μια παλέτα που καίγεται για λίγη ζέστη, της ζωής που με τους δικούς σου όρους δεν είναι αλλά μοιάζει με ζωή και αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να αποδεχτούν ότι αυτή θα είναι η ζωή τους ίσως και για χρόνια, είναι τόσο οδυνηρό για μένα που δεν θέλω να το βλέπω. Έτσι δεν κάνω πια βόλτες τόσο συχνά όσο πριν, παρόλο που οι άνθρωποι αυτοί παραμένουν φιλικοί, μας μιλούν, μας ρωτούν και μας προσκαλούν για τσάι. Αλλά εγώ δεν κάνω πια βόλτες συχνά. Ντρέπομαι και πολύ. Ντρέπομαι γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους είναι και ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ στη Ελλάδα και άλλοι που θα πάρουν και αυτοί άσυλο στην Ελλάδα τον επόμενο καιρό. Και χωρίς καμία παραπάνω φροντίδα ή μέριμνα, το ελληνικό κράτος τους δίνει την κάρτα τους και τους αφήνει να επιστρέψουν σε αυτή τη ζωή. Σε αυτή τη ζωή, σε κάθε site που θα εξελιχθεί σε προσφυγικό καταυλισμό, θα πάρει μόνιμα χαρακτηριστικά στη συνέχεια, οι αυτοσχέδιες κατασκευές και "παρεμβάσεις" θα πολλαπλασιαστούν και θα γίνουν ημιμόνιμες και στη συνέχεια θα γίνουν μόνιμες, σταθερές, από υλικά με μεγάλη διάρκεια ζωής και ο καταυλισμός θα γίνει τελικά μια συνοικία προσφύγων κάπου στο περιθώριο του αστικού ιστού, κάπου στο περιθώριο της ζωής της πόλης, κάπου στο περιθώριο του βλέμματός της. 

Ο νεαρός Σύριος που κοιτάει μπροστά, μόνο μπροστά και στο μέλλον, είναι μια ελπίδα και ένα συμπύκνωμα πίστης όλων εμάς που είμαστε δίπλα τους καθημερινά με τρόπο καίριο. Αλλά καμιά φορά δεν μπορώ να δω το παρελθόν τους, δεν αντέχω να βλέπω το παρόν τους και φοβάμαι να κοιτάξω προς το μέλλον τους. Και μέσα σε αυτόν τον μετεωρισμό που μοιάζει με στρόβιλο, καταλαβαίνεις τη λέξη με τα κεφαλαία γράμματα. Ένας μετεωρισμός της ζωής, ένα ιλιγγιώδες στροβίλισμα της λογικής. Στυφή, πικρή, ανεβαίνει ως τα χείλη. Κι ύστερα βάζεις ξανά τα δυνατά σου. Για να κάνεις την ελπίδα πραγματικότητα. Ή για κάτι ακόμα πιο δύσκολο. 




Σε όλους τους φίλους μου -όπου κι αν βρίσκονται- που μοιραζόμαστε τη λέξη με τα κεφαλαία γράμματα και την πικρή της γεύση και προσπαθούμε να κάνουμε την ελπίδα πραγματικότητα.