Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Jacques Ranciere «Ο λαός δεν είναι μία βάναυση και αμαθής μάζα»


Ο Jacques Ranciere γράφει στη Libération για τον λαϊκισμό και την πολιτική κατάσταση στη Γαλλία τον Γενάρη του 2011. Ένα κείμενο που δεν μοιάζει καθόλου με άρθρο, αλλά περισσότερο με μία εξαιρετική συμπύκνωση του ακροδεξιού λαϊκισμού, κάτι σαν μάθημα των βασικών όρων και των μηχανισμών που βρίσκονται στο βάθος και τους φέρνει στην επιφάνεια, παραμένοντας εξαιρετικά σύντομος και ουσιώδης. Πέντε χρόνια μετά το κείμενο παραμένει απαράμιλλα επίκαιρο, ιδίως για την κατάσταση στη Γαλλία. Μόνο που τώρα μου φάνηκε πως παίρνει μια καινούρια ανάγνωση, μιας ζοφερής μελλοντικής εικόνας για το πως προ-οιωνίζεται η διαχείριση των προσφυγικών πληθυσμών που θα καταλήξουν στην Ευρώπη. Το μετέφρασα γρήγορα από τη Liberation λοιπόν, για να το ξανασκεφτώ.
 
«Ο λαός δεν είναι μία βάναυση και  αμαθής μάζα»
Ούτε μια μέρα δεν περνά χωρίς τον κίνδυνο  του λαϊκισμού να καταγγέλλεται από όλες τις πλευρές. Αλλά δεν είναι τόσο εύκολο να γίνει αντιληπτό το τι σημαίνει η λέξη. Τι είναι ένας λαϊκιστής; Παρά τις διάφορες διακυμάνσεις της έννοιας, ο κυρίαρχος λόγος φαίνεται να τη χαρακτηρίζει με τρία βασικά χαρακτηριστικά: ύφος ομιλίας το οποίο απευθύνεται απευθείας στον λαό  παρακάμπτοντας αξιωματούχους και εκπροσώπους,  ο ισχυρισμός ότι οι κυβερνήσεις και οι κυρίαρχες ελίτ φροντίζουν περισσότερο για το δικό τους συμφέρον από το δημόσιο, ρητορική της ταυτότητας που εκφράζει φόβο και απόρριψη των αλλοδαπών.
Είναι σαφές, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει αναγκαία σχέση μεταξύ αυτών των χαρακτηριστικών. Ρεπουμπλικάνοι και σοσιαλιστές εκπρόσωποι του προηγούμενου καιρού ήταν απόλυτα πεπεισμένοι ότι υπήρχε μια οντότητα γνωστή ως «λαός» που ήταν η εξέλιξη της εξουσίας και ο κύριος συνομιλητής του πολιτικού λόγου. Αυτό δεν συνεπάγεται κανενός είδους ρατσιστικό ή ξενοφοβικό συναίσθημα. Δεν χρειάζεται κανένας δημαγωγός για να ανακοινώσει ότι οι πολιτικοί μας σκέφτονται περισσότερο τη σταδιοδρομίας τους από το μέλλον των συμπολιτών τους, ή ότι αυτοί που μας κυβερνούν συμβιώνουν με τους εκπροσώπους των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Ο ίδιος Τύπος που καταγγέλλει τις «λαϊκίστικες» τάσεις μας δίνει μέρα με τη μέρα τα πιο λεπτομερή στοιχεία γι 'αυτές. Από την πλευρά τους, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων που ονομάζονται «λαϊκιστές», όπως ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ή ο Νικολά Σαρκοζί, κατευθύνουν την «λαϊκίστικη» ιδέα ότι οι ελίτ είναι διεφθαρμένες. Ο όρος δεν χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάποια σαφώς καθορισμένη πολιτική δύναμη. Δεν δηλώνει ούτε μια ιδεολογία, ούτε καν ένα συνεκτικό πολιτικό τρόπο. Χρησιμεύει απλώς για να επιστήσει την προσοχή στην εικόνα συγκεκριμένων ανθρώπων.
Γιατί «ο λαός» δεν υπάρχει. Αυτό που υπάρχει είναι ποικίλες και ακόμη ανταγωνιστικές εικόνες του λαού, στοιχεία που κατασκευάζονται από την ιδιαίτερα προνομιακή μεταχείριση ορισμένων λειτουργιών του συνέρχεσθαι, ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, ορισμένων ικανοτήτων ή ανικανοτήτων. Η έννοια του λαϊκισμού κατασκευάζει ένα λαό που χαρακτηρίζεται από τον τρομακτικό συνδυασμό μιας ορισμένης ικανότητας – την ακατέργαστη δύναμη του μεγάλου αριθμού - και μιας ορισμένης ανικανότητας - την άγνοια που αποδίδεται σε αυτόν τον μεγάλο αριθμό. Για το σκοπό αυτόν, ο ρατσισμός, το τρίτο χαρακτηριστικό, είναι απαραίτητος. Είναι ένα θέμα που δείχνει ότι για τους δημοκράτες είναι πάντα ύποπτος ο «ιδεαλισμός» που υπογραμμίζει ποιος είναι πραγματικά ο λαός: ένας όχλος εμπνευσμένος από το πρωταρχικό κίνητρο της απόρριψης, που στοχεύει ταυτόχρονα όσους βρίσκονται στην εξουσία, τους οποίους καταγγέλλει ως προδότες από την αποτυχία τους να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα των πολιτικών μηχανισμών, και τους ξένους τους οποίους φοβάται από μια αταβιστική προσκόλληση σε ένα πλαίσιο ζωής που απειλείται από τη δημογραφική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Η έννοια του λαϊκισμού παρουσιάζει μια εικόνα των ανθρώπων που εκπονήθηκε στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα από στοχαστές όπως ο Ιππόλυτος Taine και ο Gustave Le Bon, φοβισμένοι από την Παρισινή Κομμούνα και την άνοδο του εργατικού κινήματος: εκείνη (την εικόνα) του αδαούς πλήθους που εντυπωσιασμένου από τις ηχηρές λέξεις  «ταραξίες», οδηγήθηκε σε ακραία βία από την κυκλοφορία ανεξέλεγκτων φημών και τη μετάδοση φόβων.
Είναι αυτή η επιδημία εξαπόλυσης τυφλού πλήθους με επικεφαλής χαρισματικούς ηγέτες πραγματικά ένα σύγχρονο φαινόμενο σε χώρες όπως η δική μας; Όποια και αν είναι τα παράπονα που εκφράζονται καθημερινά για τους μετανάστες και ιδιαίτερα από τους «νέους οικογενειών», δεν βρίσκουν έκφραση σε μαζικές λαϊκές διαδηλώσεις. Αυτό που ονομάζεται σήμερα ρατσισμός στη χώρα μας είναι ουσιαστικά ο συνδυασμός δύο πραγμάτων. Από τη μία πλευρά, οι μορφές διακρίσεων στην απασχόληση και τη στέγαση που εφαρμόζονται στην εντέλεια μέσα σε αποστειρωμένα γραφεία. Από την άλλη, οι κυβερνητικές πολιτικές που δεν είναι σε καμία περίπτωση η συνέπεια ενός μαζικού κινήματος: περιορισμοί σχετικά με τη μετανάστευση, άρνηση παροχής εγγράφων διαμονής σε άτομα που έχουν εργαστεί και πληρώσει φόρους στη Γαλλία για χρόνια, υπονόμευση της ιθαγένειας που δίνεται με τη γέννηση, διπλή ποινή, νόμοι κατά της ισλαμικής μαντήλας και της μπούρκα, επίσημοι στόχοι για απελάσεις και διάλυση των καταυλισμών των μετακινούμενων πληθυσμών. Ο στόχος των μέτρων αυτών είναι ουσιαστικά να καταστήσει τα δικαιώματα ενός τμήματος του πληθυσμού επισφαλή τόσο από την άποψη της εργασίας όσο και της ιθαγένειας, να συγκροτήσει έναν πληθυσμό εργαζομένων που μπορούν ανά πάσα στιγμή να σταλούν πίσω από εκεί από όπου ήρθαν, και για τους Γάλλους υπηκόους να μην υπάρχει διαβεβαίωση για τη διατήρηση τους καθεστώτος τους.
Τα μέτρα αυτά υποστηρίζονται από μια ιδεολογική εκστρατεία που δικαιολογεί αυτόν τον περιορισμό των δικαιωμάτων από την αποτυχία να παρουσιαστούν ορισμένα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της εθνικής ταυτότητας. Αλλά δεν είναι οι «λαϊκιστές» του Εθνικού Μετώπου που πυροδότησαν αυτήν την εκστρατεία. Είναι μάλλον ορισμένοι από τους διανοούμενους, δήθεν αριστεράς, που έχουν βρει το αναπάντητο επιχείρημα ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι πραγματικά Γάλλοι επειδή (στη θεολογικοί τους βάση) δεν είναι κοσμικοί.
Το πρόσφατο ξέσπασμα της Marine Le Pen είναι διδακτικό στο θέμα αυτό. Το μόνο που κάνει στην πραγματικότητα, είναι να συμπυκνώνει  σε μια ενιαία εικόνα μια αλληλουχία του λόγου: Μουσουλμάνος = ισλαμιστής = ναζιστής, που κρύβεται σχεδόν παντού σε υποτιθέμενα ρεπουμπλικανικά κείμενα. Η «λαϊκιστική» άκρα δεξιά δεν εκφράζει κάποιο συγκεκριμένο ξενοφοβικό πάθος που προέρχεται από τα βάθη του λαϊκού σώματος, είναι ένας δορυφόρος που μετατρέπει σε κέρδος προς όφελός της τις στρατηγικές της κυβέρνησης και τις εκστρατείες των διακεκριμένων διανοούμενων. Το κράτος διατηρεί τη μόνιμη αίσθηση της ανασφάλειας ανακατεύοντας μαζί τους κινδύνους της κρίσης και της ανεργίας με εκείνες του πάγου στους δρόμους και του φορμαμίδιου, για να καταλήξει στην υπέρτατη απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η ακροδεξιά δίνει σάρκα και οστά στο πρότυπο που βρίσκεται σε υπουργικές αποφάσεις και στα κείμενα των ιδεολόγων.
Και έτσι ούτε το «λαϊκιστές» ούτε το «λαός», όπως παρουσιάστηκε από το τελετουργικό καταγγελίας του λαϊκισμού ταιριάζει πραγματικά τον ορισμό του. Αλλά αυτό δεν αποτελεί ανησυχία για όσους φτιάχνουν φαντάσματα. Το ουσιώδες για αυτούς είναι να συγχωνεύσουν την ίδια την ιδέα ενός δημοκρατικού λαού με την εικόνα του επικίνδυνου πλήθους. Και για να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι όλοι πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη σε αυτούς που μας κυβερνούν, οποιαδήποτε πρόκληση στη νομιμότητα και την ακεραιότητά τους ανοίγει την πόρτα στον ολοκληρωτισμό. «Καλύτερα μια Δημοκρατία της Μπανανίας από μια φασιστική Γαλλία» ήταν ένα από τα πιο απαίσια συνθήματα ενάντια στα συνθήματα της Λεπέν, τον Απρίλιο του 2002. Η παρούσα διαρκής επιμονή για τους θανάσιμους κινδύνους του λαϊκισμού έχει ως στόχο να δώσει μια θεωρητική βάση για την ιδέα ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή .