Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Η ζωή είναι μεγάλη


Είχαν φτάσει στο «γραφείο μας» πριν από εμάς –ποιος ξέρει τι ώρα- και μας περίμεναν. Έτσι τις βρήκαμε εκεί όταν φτάσαμε. Με τα μικρά παιδιά τους άλλα στην αγκαλιά και άλλα κρατώντας τα από το χέρι.  Το μικρό γραφείο μας φάνηκε ακόμη πιο μικρό με τόσα άτομα. Η φασαρία των μικρών παιδιών ήταν όμορφη μέσα στον χώρο. Δεν πρόλαβα να καταλάβω αμέσως, γιατί με το που μπήκαμε μας «πήραν από τα μούτρα» τα χαμογελαστά πρόσωπα των δύο γυναικών και οι φωνές ενθουσιασμού. Ήξερα εδώ και δυο μέρες ότι ίσως να έφευγαν σήμερα για ένα καλύτερο και ασφαλέστερο μέρος διαμονής ενόψει του χειμώνα. Θα γλύτωναν από τις σκηνές χωρίς θέρμανση, το αφόρητο κρύο της νύχτας και την υγρασία, το φόβο για το τι μπορεί να γίνει όταν πέσει το σκοτάδι και τις ατέλειωτες ώρες μέχρι να ξημερώσει ξανά, την αγωνία για τα μικρά παιδιά τους που ζούσαν μαζί τους σε αυτές τις συνθήκες. Θα έφευγαν, αλλά εγώ αρνιόμουν να χαρώ προκαταβολικά φοβούμενη εκείνο το αίσθημα της ματαίωσης, που έρχεται όταν κάτι που πιστεύεις και επιθυμείς να γίνει τελικά δεν γίνεται κι έτσι έλεγα: «πριν να γίνει, δεν έχει γίνει. Όταν θα γίνει λοιπόν…» συμπλήρωνα. Παρόλα αυτά μόλις δυο μέρες πριν ακολούθησα την Η.  ως την πόρτα και σχεδόν κρεμασμένη προς τα έξω αστειευόμενη και γελώντας, της είπα με τη βοήθεια του διερμηνέα «δεν πιστεύω να φύγεις και να μην μας το πεις, να μην περάσεις να μας χαιρετήσεις». «Όχι, όχι» απάντησε κι εκείνη γελώντας δυνατά και χειρονομώντας και με ρωτούσε γελώντας πως θα συνεννοηθούμε αφού δεν ξέρω αραβικά κι εκείνη δεν ξέρει αγγλικά, κι εγώ επίσης γελώντας έλεγα στον διερμηνέα να της πει ότι θα συνεννοηθούμε, θα βρω έναν τρόπο.
 Την Η. την πρωτοείδαμε πριν ένα μήνα. Μια νέα γυναίκα στα όρια της συντριβής, ίσως και πέρα από αυτά. Δάκρυζε, έκλαιγε, η φωνή της φούσκωνε από απελπισία και έσβηνε. Σε εκείνη την κατάσταση που σε φέρνει ο πόλεμος, ο διωγμός, η φυγή, η παρατεταμένη ταλαιπωρία, η έλλειψη οποιασδήποτε λογικής που να εξηγεί γιατί συμβαίνουν όλα αυτά, η παραμονή σε άθλιες και απάνθρωπες συνθήκες, η ελπίδα όταν τρεμοσβήνει. Και πάνω σε όλα αυτά επικαθόταν η απελπισία. Θυμάμαι πολύ καθαρά, ότι δεν μπορούσε να βάλει την ιστορία του τελευταίου καιρού σε μια σειρά. Μια αφήγηση κατακερματισμένη, χωρίς αρχή μέση τέλος, με γεγονότα σκόρπια, που το ένα παρεμβαλλόταν στο άλλο σε χρόνο που δεν μπορούσε η ίδια να προσδιορίσει. Κι έτσι, δεν μπορούσε να βάλει και την ιστορία της ζωής της τον τελευταίο καιρό σε μια σειρά. Κάτι λίγα καταφέραμε την πρώτη φορά. Αλλά θυμάμαι ότι της είπα να μην κλαίει και ότι όλα θα πάνε καλά από δω και πέρα, ότι έχει ανθρώπους δίπλα της που θα δουν την περίπτωσή της, θα τα βάλουμε όλα σε μια σειρά και όλα θα πάνε καλά. Οι επισκέψεις της πύκνωσαν τις επόμενες μέρες, άλλοτε απελπισμένη, άλλοτε αγανακτισμένη. Αλλά η σύγχυση υποχωρούσε απέναντι στην υπομονή μας και σιγά σιγά συνθέσαμε την ιστορία. Είχε ταξιδέψει πολύ από τη στιγμή που βρέθηκε στην Ελλάδα με όλους τους τρόπους, με νόμιμες μεταφορές και μετακινήσεις και μη, με διακινητές. Προσπάθησε να περάσει και τα σύνορα αλλά δεν τα κατάφερε. Είχε πέσει θύμα ληστείας, είχε βρεθεί μπροστά σε βίαια επεισόδια, είχε ζήσει τόσα πολλά από τότε που ξεκίνησε αυτό το ταξίδι από τη Συρία μαζί με τα ανήλικα μικρά παιδιά της. Και τώρα εδώ. Το βασικό της αίτημα ήταν οικογενειακή επανένωση στη Γερμανία, με ένα τρόπο απλό, αλλά και με έναν τρόπο πιο σύνθετο και κάποια άλλα επιμέρους αλλά εξίσου σημαντικά θέματα. Της εξηγούσα αργά και υπομονετικά κάθε φορά -και όσες φορές χρειαζόταν για να το βάλει με έναν στέρεο τρόπο μέσα στη σκέψη της- τι πρόκειται να κάνουμε για την περίπτωσή της βήμα προς βήμα. Όχι όλα μαζί, ένα βήμα τη φορά. Ποτέ δεν είδα στο πρόσωπό της ένα θύμα, ποτέ δεν την αντιμετωπίσαμε ως άνθρωπο χωρίς αξιοπρέπεια παρά τα βάσανα ή την εικόνα της. Έβλεπα πάντα σε αυτήν μια αξιοθαύμαστη γυναίκα, με δύναμη, με σθένος, που αν με ρωτούσες θα σου έλεγα ότι εγώ δεν έχω, που χρειαζόταν λίγη βοήθεια για να σταθεί στα πόδια της, να πάρει ξανά τη ζωή της στα χέρια της σ΄ αυτό το μακρύ και δύσκολο ταξίδι. Χρειαζόταν να φωτίσουμε λίγο τη διαδρομή αυτού του ταξιδιού μέχρι να φανεί ο τελικός προορισμός και να το κάνουμε με ειλικρίνεια, αλήθεια, ευθύνη και δέσμευση, ώστε να αρχίσει να τον διακρίνει κι εκείνη ξανά και να μην μείνει κρυμμένος και αφανής από όλη αυτήν την απελπισία και την εξαθλίωση. Γρήγορα ξαναστάθηκε. Ερχόταν στο γραφείο πια τακτικά, τόσο που αν περνούσαν τρεις μέρες στη σειρά και δεν ερχόταν αναρωτιόμασταν που είναι. Την ενημερώναμε με υπομονή λέγοντάς της πάντα την αλήθεια για τις δυσκολίες της υπόθεσης σε κάθε στάδιο, αλλά και για τον τρόπο που σκοπεύουμε να κινηθούμε ώστε να τις ξεπεράσουμε, με σταθερότητα, αισιοδοξία και ανυποχώρητη πίστη ότι θα τα καταφέρουμε. Τη χτυπούσα φιλικά στο μπράτσο, αστειευόμουν, γελούσα λίγο δειλά τον πρώτο καιρό. Σύντομα άρχισε κι εκείνη να παίρνει ξανά ενεργό μέρος στη ζωή της κάνοντας μόνη της πράγματα για την υπόθεσή της. Κι έτσι κάθε φορά που ερχόταν μας έφερνε κι ένα νέο έγγραφο ή πληροφορία για την εξέλιξη της υπόθεσής της, ακλόνητη ένδειξη ότι είχε ενεργήσει με φορείς εδώ και σε συννενόηση με τον άνδρα της στη Γερμανία. Και είχε πια αρχίσει να γελάει μαζί μας και να ανταποδίδει τα αστεία.
Ο μήνας πέρασε μπήκε ο επόμενος και τίποτα στη Η. δεν θύμιζε τη γυναίκα που πρωτομπήκε στο γραφείο. Τα επιμέρους ζητήματα επιλύθηκαν και το κύριο αίτημά της προχωρούσε. Κυρίως όμως, είχε μια αληθή εικόνα και γνώση για την υπόθεσή της και δεν είχε καμιά ανάγκη τις φήμες και τις τυχαίες εκτιμήσεις από δεξιά κι αριστερά που την κατέβαλλαν. Ήξερε τι γινόταν με τη ζωή της, είχε ξανά τον έλεγχο της ζωής της, είχε ξανά ένα κομμάτι αξιοπρέπειας. Οι υλικές συνθήκες της δομής δεν άλλαξαν, εκείνη είχε ξαναβρεί τη δύναμή της.  
Έμαθα την Τετάρτη την πιθανότητα να φύγει την Παρασκευή. Ήρθε να με δει εκείνη τη μέρα. Ήταν χαρούμενη, το πρόσωπο της φωτεινό παρά τις κακουχίες. «Δεν πιστεύω να φύγεις και να μην μας το πεις, να μην περάσεις να μας χαιρετήσεις». «Όχι, όχι» απάντησε κι εκείνη γελώντας δυνατά και χειρονομώντας. Κι έτσι ήρθε, μαζί με την Ν. που έφευγε κι εκείνη με τα δικά της μικρά παιδιά, μία άλλη περίπτωση που βλέπαμε τον ίδιο περίπου καιρό, που σήμερα περιμένει το αεροπορικό της εισιτήριο για να φύγει με τα παιδιά της μάλλον τέλη Ιανουαρίου στη Γερμανία να βρει τον άνδρα της. Ανάμεσα στις φωνές των μικρών τους παιδιών που ήταν πολύ μικρά για να καταλαβαίνουν τι γινόταν αλλά λες και καταλάβαιναν και χαίρονταν με τη χαρά των μαμάδων τους, μας αγκάλιασαν και μας φίλησαν. Κι εμείς. Κι εγώ, για να κρύψω μία συγκίνηση για την οποία δεν ήμουν προετοιμασμένη –ποτέ δεν είμαι- της είπα για άλλη μια φορά να δώσει τα στοιχεία μας στον επόμενο νομικό της σύμβουλο για ότι χρειαστεί και ευτυχώς χτύπησε το τηλέφωνο κι έπρεπε να δώσω μια συνέντευξη κι έτσι πετάχτηκα έξω απ το γραφείο. Όταν τελείωσα το λεωφορείο ήταν ακόμη εκεί. Προσπάθησα να τις διακρίνω αλλά δεν γινόταν από το δυμέ τζάμι κι έτσι προτίμησα να μπω στο γραφείο. Λίγα λεπτά μετά κι αφού το λεωφορείο είχε φύγει, ένα μήνυμα ήρθε στο κινητό μου από τη Ν.  «Dear my lawyers….. thank you very much for your helping I wish to see you again”

Ώρα καλή αγαπημένες. Δεν ξέρω αν «Ο Θεός είναι μεγάλος», αλλά η ζωή είναι οπωσδήποτε.
Καλή συνέχεια. Καλή τύχη.