Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Προσφυγικό: κόσμοι φανταστικοί vs κόσμοι πραγματικοί

Πάντα στις συνεντεύξεις Μουζάλα αναρωτιέμαι σε πιο παράλληλο σύμπαν ζει, σε ποιο προσφυγικό αναφέρεται, ποιο είναι αυτό το κράτος που φαντασιώνεται λέγοντας όλα αυτά τα "εξαίσια" και ανύπαρκτα. Και θα μπορούσε αυτή η επαναλαμβανόμενη αναίδεια του ψέματος να αναγνωριστεί ως ένα από τα χαρακτηριστικά της κυβέρνησης και ο υπουργός απλά ένας καρεκλοκένταυρος σε νευρική κρίση. Αλλά γίνεται χυδαιότητα καθώς αναφέρεται σε ανθρώπους που παραμένουν σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης στη λάσπη, στο κρύο. Γίνεται κίνδυνος όταν το θέμα αφορά ανθρώπινες ζωές σε όλες τις εκφάνσεις τους.
 
Οι πρόσφυγες συνεχίζουν να μένουν σε σκηνές. Λάσπη και αφόρητο κρύο που σε τσακίζει. Υγρασία που σου μουσκεύει τα ρούχα, το κορμί, την ψυχή. Η αναγνώριση της ευαλωτότητας έχει καταρρεύσει. Έγκυες γυναίκες και ετοιμόγεννες επίσης σε αυτές τις συνθήκες. Άρρωστοι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, οικογένειες με άρρωστα μικρά παιδιά και άτομα με βαριά μετατραυματικά.  Οργανώσεις προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες με διανομή "ειδών για τον χειμώνα" (κουβέρτες, υπνόσακους, κάποια πανωφόρια όταν υπάρχουν, παπούτσια δύσκολα) και θερμαντικά σώματα. Ίσως κηροζίνης, γιατί υποδομές για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος δεν υπάρχουν κι έτσι δεν υπάρχει ρεύμα για όλους. Και όποιες "υποκλοπές" από την όποια κεντρική παροχή ρίχνει το ρεύμα, δημιουργεί βραχυκυκλώματα, βυθίζοντας όλους στην απόγνωση του κρύου. Και το ζεστό νερό όπου υπάρχει, είναι για κάποια λίγη ώρα και όχι για όλους.
Τα κοντέινερς είναι σε κακή κατάσταση. Από εντελώς διαλυμένα μέχρι κάποια με τραγικές ελλείψεις και κάποια λίγα "καλά". Και οι τουαλέτες και οι κουζίνες τους όχι συνδεδεμένες και έτσι όχι λειτουργικές. Κι έτσι θα πρέπει να πηγαίνουν μέσα στο κρύο για να πλυθούν στα κοινόχρηστα ντους ή νιπτήρες και μετά να ξαναγυρίσουν σε ένα κρύο κοντέινερ ή σε μια παγωμένη σκηνή, μέχρι να ξαναβγούν για να στηθούν στην ουρά για το συσσίτιο αυτή τη φορά, που είναι συσσίτιο και όχι "κοινοτική κουζίνα". Παρόλα αυτά "κατοικούνται" τα κοντέινερς όταν η άλλη επιλογή είναι η σκηνή. Αλλά  ο βασανισμός της καθημερινότητας είναι πάντα εκεί.  Και ο υπουργός δεν βγήκε ποτέ να εξηγήσει -ως θα ώφειλε ένας υπουργός με αίσθημα ευθύνης- γιατί η προετοιμασία για τον χειμώνα δεν έγινε και δεν ολοκληρώθηκε έγκαιρα.
 
Η έλλειψη ασφάλειας εντός των δομών, τα εκτεταμένα επεισόδια, η ανακύκλωση της βίας,  που δεν έχουν σταματήσει αλλά έρχονται και επανέρχονται αδιάκοπα, προσθέτουν περισσότερη αγωνία, περισσότερο φόβο και περισσότερες τρομαγμένες φυγές προς το άγνωστο άρον άρον. Παρόλα αυτά, η δημιουργία νέων hot spot στα νησιά αναγγέλεται ως βελτιωτικό μέτρο, ενώ μέχρι τώρα η καθολικότητα του μέτρου κράτησης που εφαρμόζεται, έχει ως μόνο αποτέλεσμα την αναπαραγωγή της βίας και την εγκατάσταση της στις δομές και την ενίσχυση των κυκλωμάτων διακίνησης εντός της χώρας, καθώς όλοι ψάχνουν έναν τρόπο να φύγουν από τις ταραχές των νησιών και να συνεχίσουν αναζητώντας λίγη "ασφάλεια" στην ενδοχώρα.
 
Το πρόγραμμα εκπαίδευσης απέτυχε πριν καν ξεκινήσει. Ένας ελάχιστος αριθμός μικρών παιδιών παρακολουθεί το πρόγραμμα και καθώς ο χρόνος περνάει τίποτα συγκεκριμένο δεν ανακοινώνεται για τη συνέχεια. 
 
Ηλεκτρονικές κάρτες από ένα κράτος που δεν λειτουργεί, από αρμόδιες υπηρεσίες και κλιμάκια που παραμένουν υποστελεχωμένα και λειτουργούν χωρίς κεντρικό συντονισμό, αστυνομικά τμήματα, νοσοκομεία, υπηρεσίες των δήμων χωρίς κάλυψη στο κρίσιμο θέμα της διερμηνείας, και νέες νευραλγικές υπηρεσίες που χειρίζονται τα θέματα της άδειας παραμονής και ταξιδιωτικών εγγράφων για όσους παίρνουν άσυλο στην Ελλάδα χωρίς διερμηνείς.
 
Εικόνες πλασματικές, φαντασιακές, εικόνες της αναίδειας και χωρίς αποδέκτη, εξαγγελίες χαμένες στο χρόνο οι συνεντεύξεις Μουζάλα, καθώς όλοι πια γνωρίζουν. Έχουν δει εικόνες, γνωρίζουν πως είναι αυτές οι δομές και η ζωή σε αυτές.
 
Η χυδαιότητα του ψέματος δεν φτάνει να καλύψει το έλλειμμα μίας έστω και ελάχιστης αξιοπρέπειας, που αν υπήρχε θα έπρεπε ο υπουργός αυτός να είχε παραιτηθεί προ πολλού. Καταστροφικός αλλά αναβαθμισμένος στα κυβερνητικά πόστα υπογράφοντας χωρίς αντίρρηση, εξαργύρωσε μια δημοφιλία που συχνά την επιδεικνύει στον δημόσιο λόγο του αντί άλλης απάντησης. Αναξιόπιστος τρέχει ασθαίνοντας στην Ευρώπη ζητώντας λεφτά χωρίς σχέδιο και πρόγραμμα και συνθέτει φαντασιακά αφηγήματα του τέλειου κράτους  στο εσωτερικό για το προσφυγικό. Τελικά, αρκούντος αναιδής για να διεκδικήσει το δικό του success story που θα προσθέσει ως λιθαράκι στο κυβερνητικό  έργο όταν έρθει η ώρα.
.
Φαντάζομαι ότι και οι λίγοι πρόσφυγες εντός των σκηνών στη Μαλακάσα παραμένουν οικειοθελώς.
 
 
 

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Achille Mbembe - Η εποχή του Ανθρωπισμού φτάνει στο τέλος της (μετάφραση)

Λίγο πριν τη νέα χρονιά ο Achille Mbembe δημοσιεύει αυτό το άρθρο. Με ιντριγγάρισε ο τίτλος (The age of humanism is ending στο πρωτότυπο) και φυσικά ότι ξεκινούσε με πρώτη πρόταση για τη (ξεχασμένη) Γάζα.Το πλήθος των κατεστραμμένων από τον καπιταλισμό υποκειμένων, η θέαση του μέλλοντός τους ως μία συνεχή έκθεση σε βία και υπαρξιακή απειλή, οι κοινωνικές συγκρούσεις χωρίς ταξικούς αγώνες, η επιθυμία για επιστροφή σε κάποια αίσθηση ασφάλειας, ιερότητας, ιεραρχίας, στη θρησκεία και στην παράδοση, το μέλλον του πολιτικού λόγου στον νέο αιώνα, το μέλλον των πολιτικών της αριστεράς και η διαγραφή του πολιτικού από το κεφάλαιο ως η πραγματική απειλή, από τα κεντρικά και με εξαιρετικό ενδιαφέρον σημεία. Σκοτεινό, δυσοίωνο, αφοριστικό, κόντρα στο ύφος και στον τόνο των ημερών, με τόνο ρητό και ύφος προφητικό, αλλά πυκνό στη σκέψη (και έτσι με απαιτήσεις στη μετάφραση). Η εποχή του ανθρωπισμού δεν μπορώ να δεχτώ ότι φτάνει στο τέλος της (όπως δεν έφτασε και η Ιστορία, και τόσα άλλα). Αντίθετα, σε κάθε κρίση του σκέφτομαι και μία ενδεχόμενη ευκαιρία, έναν αγώνα, για την εκ νέου ανάδειξή του.

By Achille Mbembe 22 Dec 2016

Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το 2017 θα είναι πολύ διαφορετικό από το 2016.
Η υπό ισραηλινή κατοχή για δεκαετίες Γάζα θα εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη ανοιχτή φυλακή στη Γη.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες η θανάτωση των μαύρων ανθρώπων στα χέρια της αστυνομίας θα συνεχίσει αμείωτη και εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι θα ενωθούν με αυτούς που ήδη στεγάζονται στη βιομηχανία της φυλακής,  που ήρθε στη θέση της δουλείας στις φυτείες και των νόμων του Jim Crow.
Η Ευρώπη θα συνεχίσει την αργή της κάθοδο στο φιλελεύθερο αυταρχισμό ή σε αυτό που ο θεωρητικός του πολιτισμού Stuart Hall ονομάζει αυταρχικό λαϊκισμό. Παρά τις πολύπλοκες συμφωνίες που επιτεύχθηκαν σε διεθνή φόρα, η οικολογική καταστροφή του πλανήτη θα συνεχίσει και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας θα αλλάζει μορφή όλο και περισσότερο προς έναν πόλεμο εξόντωσης μεταξύ των διαφόρων μορφών του μηδενισμού.
Η ανισότητα θα συνεχίσει να αυξάνεται σε όλο τον κόσμο. Αλλά μακριά από το να τροφοδοτήσει έναν νέο κύκλο ταξικών αγώνων, οι κοινωνικές συγκρούσεις θα παίρνουν όλο και περισσότερο τη μορφή του ρατσισμού, του ακραίου εθνικισμού, του σεξισμού, των εθνοτικών και θρησκευτικών αντιπαλοτήτων, της ξενοφοβίας, της ομοφοβίας και άλλων θανατηφόρων παθών.
Η δυσφήμηση των αρετών όπως η φροντίδα, η συμπόνια και η καλοσύνη θα πάνε χέρι-χέρι με την πεποίθηση, ιδίως μεταξύ των φτωχών, ότι η νίκη είναι αυτό που μετράει και ποιος κερδίζει – με κάθε μέσο - είναι τελικά το σωστό.
Με το θρίαμβο αυτής της  νεο-δαρβινικής προσέγγισης της ιστορίας, το απαρτχάιντ με διάφορες μορφές, θα αποκατασταθεί ως ο νέος παλιός κανόνας. Η αποκατάστασή του θα ανοίξει το δρόμο για νέες αυτονομιστικές παρορμήσεις, ανέγερση περισσότερων τειχών, στρατιωτικοποίηση περισσότερων συνόρων, θανατηφόρες μορφές αστυνόμευσης, περισσότερους ασύμμετρους πολέμους, διάλυση συμμαχιών και αμέτρητες εσωτερικές διαιρέσεις, συμπεριλαμβανομένων και εδραιωμένων δημοκρατιών.
Κανένα από τα παραπάνω δεν είναι τυχαίο. Αν μη τι άλλο, είναι ένα σύμπτωμα των διαρθρωτικών αλλαγών, οι οποίες θα γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς καθώς θα ξεδιπλώνεται ο νέος αιώνας. Ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα πολλά χρόνια της αποικιοκρατίας, ο Ψυχρός Πόλεμος και η ήττα του κομμουνισμού, έχει λήξει.
Ένα άλλο μεγάλο και θανατηφόρο παιχνίδι έχει αρχίσει. Η κύρια διαφωνία του πρώτου μισού του 21ου αιώνα δεν θα αντιταχθεί σε θρησκείες ή πολιτισμούς. Θα αντιταχθεί στη φιλελεύθερη δημοκρατία και στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, στον κανόνα της οικονομίας και στον κανόνα του λαού, στον ανθρωπισμό και στον μηδενισμό.
Ο καπιταλισμός και η φιλελεύθερη δημοκρατία θριάμβευσαν επί του φασισμού το 1945 και επί του κομμουνισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση. Με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την έλευση της παγκοσμιοποίησης, οι τύχες τους διαχωρίστηκαν. Η διεύρυνση της διχοτόμησης της δημο-κρατίας και του κεφαλαίου είναι η νέα απειλή για τον πολιτισμό.
Υποκινούμενο από την τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ, το χρηματιστικό κεφάλαιο έχει επιτύχει την ηγεμονία του στον κόσμο με την προσάρτηση του πυρήνα των ανθρώπινων επιθυμιών και –κατά τη διάρκεια- μεταβάλλοντας τον εαυτό του σε πρώτη παγκόσμια κοσμική θεολογία. Συνδυάζοντας τα χαρακτηριστικά μιας τεχνολογίας και μιας θρησκείας, στηρίχθηκε σε μη αμφισβητούμενα δόγματα, τα οποία οι σύγχρονες μορφές του καπιταλισμού είχαν απρόθυμα μοιραστεί με τη δημοκρατία από τη μεταπολεμική περίοδο – την ατομική ελευθερία, τον ανταγωνισμό της αγοράς και τον κανόνα του εμπορεύματος και της ιδιοκτησίας, τη λατρεία της επιστήμη, την τεχνολογία και την εκλογίκευση.
Κάθε ένα από αυτά τα άρθρα της πίστης είναι υπό απειλή. Στον πυρήνα της, η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν είναι συμβατή με την εσωτερική λογική του χρηματιστικού καπιταλισμού. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτών ιδεών και αρχών είναι πιθανό να είναι το πιο χαρακτηριστικό γεγονός του πρώτου μισού του πολιτικού τοπίου του 21ου αιώνα - ένα τοπίο που διαμορφώνεται λιγότερο από τον κανόνα της λογικής, από ότι από τη γενική απελευθέρωση των παθών, των συναισθημάτων και των επιρροών τους.
Σε αυτό το νέο τοπίο, η γνώση θα πρέπει να ορίζεται ως γνώση για την αγορά. Η ίδια η αγορά θα επανερμηνεύεται φαντασιακά ως ο κύριος μηχανισμός για την επικύρωση της αλήθειας.
Καθώς οι ίδιες οι αγορές στρέφονται όλο και περισσότερο σε αλγοριθμικές δομές και τεχνολογίες, η μόνη χρήσιμη γνώση θα είναι οι αλγόριθμοι.
Αντί των ανθρώπων με σώμα, την ιστορία και τη σάρκα, τα στατιστικά συμπεράσματα θα είναι μόνο αυτά που θα μετράνε. Στατιστικά και άλλα μεγάλα δεδομένα τα οποία θα προκύπτουν κυρίως από μαθηματικούς υπολογισμούς.
Ως αποτέλεσμα της  σύγχυσης της γνώσης, της τεχνολογίας και των αγορών, η απαξίωση θα επεκταθεί σε όποιον δεν έχει τίποτα να πουλήσει.
Το ορθολογικό υποκείμενο με την έννοια του ανθρωπισμού και του Διαφωτισμού, το  ικανό για διαβούλευση/περίσκεψη και επιλογή θα αντικατασταθεί από τον συνειδητά σκεπτόμενο και ικανό να διαλέγει καταναλωτή.
Ήδη στα σκαριά, ένα νέο είδος ανθρώπου θα θριαμβεύσει. Αυτό δεν θα είναι το φιλελεύθερο άτομο που, όχι πολύ καιρό πριν, πιστεύαμε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει το υποκείμενο της δημοκρατίας. Το νέο ανθρώπινο είδος θα συγκροτηθεί μέσα και εντός των ψηφιακών τεχνολογιών και ψηφιακών μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Η υπολογιστική ηλικία - η ηλικία του Facebook, του Instagram, του Twitter - κυριαρχείται από την ιδέα ότι υπάρχουν καθαρές πλάκες στο ασυνείδητο. Οι νέες μορφές των μέσων ενημέρωσης δεν έχουν σηκώσει το καπάκι που προηγούμενες εποχές πολιτισμών είχαν βάλει στο ασυνείδητο. Έχουν γίνει οι νέες υποδομές του ασυνείδητου.
Χθες, η ανθρώπινη κοινωνικότητα βασιζόταν στην τήρηση ετικετών για το ασυνείδητο. Για την κοινωνία το να ευδοκιμήσει σήμαινε συνεχή επαγρύπνηση για τον εαυτό μας, ή ανάθεση σε συγκεκριμένες αρχές του δικαιώματος να επιβάλουν μια τέτοια επαγρύπνηση.
Αυτό ονομάζεται καταστολή.
Η κύρια λειτουργία καταστολής ήταν να θέσει τις προϋποθέσεις για την εξάχνωση. Δεν θα μπορούσαν να εκπληρωθούν όλες οι επιθυμίες. Δεν θα μπορούσαν να ειπωθούν ή να θεσπιστούν τα πάντα. Η ικανότητα να περιορίσει κάποιος τον εαυτό του ήταν η ουσία της ελευθερίας του ατόμου και η ελευθερία όλων.
Εν μέρει χάρη στις νέες μορφές μέσων ενημέρωσης και της μετα-κατασταλτικής εποχής που τα έχει εξαπολύσει, το ασυνείδητο μπορεί πλέον να περιφέρεται ελεύθερα. Η εξάχνωση δεν είναι πλέον απαραίτητη.
Η γλώσσα έχει εξαρθρωθεί. Το περιεχόμενο είναι στη μορφή και η μορφή είναι πέρα, ή καθ υπέρβαση του, το περιεχομένο.
Οδηγούμαστε τώρα να πιστέψουμε ότι η διαμεσολάβηση δεν είναι πλέον απαραίτητη.
Αυτό εξηγεί την αυξανόμενη αντι-ανθρωπιστική στάση που πηγαίνει τώρα χέρι-χέρι με μια γενική περιφρόνηση για τη δημοκρατία. Το να ονοματίσουμε αυτή τη φάση της ιστορίας μας φασισμό, θα μπορούσε να είναι παραπλανητικό, εκτός εάν με τον φασισμό εννοούμε την ομαλοποίηση μιας κατάστασης κοινωνικού πολέμου.
Μια τέτοια κατάσταση θα ήταν από μόνη της ένα παράδοξο, καθώς αν μη τι άλλο, ο πόλεμος οδηγεί στη διάλυση της κοινωνίας. Και όμως κάτω από συνθήκες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, η πολιτική γίνεται μία μόλις εξάχνωση του πολέμου. Αυτό θα είναι ένας ταξικός πόλεμος που αρνείται την ίδια τη φύση του, ένας πόλεμος ενάντια στους φτωχούς, ένας ρατσιστικός πόλεμος κατά των μειονοτήτων, ένας πόλεμος μεταξύ των φύλων εις βάρος των γυναικών, ένας θρησκευτικός πόλεμος κατά των μουσουλμάνων, ένας πόλεμος εναντίον των ατόμων με αναπηρία.
Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός έχει αφήσει στο πέρασμά του ένα πλήθος κατεστραμμένων υποκειμένων, πολλά από τα οποία είναι βαθιά πεπεισμένα ότι το άμεσο μέλλον τους θα είναι μία συνεχή έκθεση σε βία και υπαρξιακή απειλή.
Πραγματικά επιθυμούν μία επιστροφή σε κάποια αίσθηση ασφάλειας, ιερότητας, ιεραρχίας, στη θρησκεία και στην παράδοση. Πιστεύουν ότι τα έθνη έχουν γίνει παρόμοια με βάλτους που πρέπει να αποστραγγίζονται και ο κόσμο όπως είναι πρέπει να πάρει ένα τέλος. Για να συμβεί αυτό, τα πάντα θα πρέπει να καθαρίσουν. Είναι πεπεισμένοι ότι ασφαλείς μπορούν είναι μόνο σε ένα βίαιο αγώνα για την αποκατάσταση του ανδρισμού τους, την απώλεια του οποίου αποδίδουν στους πιο αδύναμους μεταξύ τους, αδυναμία στην οποία δεν θέλουν να βρεθούν.
Στο πλαίσιο αυτό, οι πιο επιτυχημένοι πολιτικοί επιχειρηματίες θα είναι αυτοί που θα μιλούν πειστικά στους ηττημένους, στους κατεστραμμένους από την παγκοσμιοποίηση άνδρες και γυναίκες και στις κατεστραμμένες τους ταυτότητες.
Στον αγώνα δρόμου η πολιτική θα γίνει λόγος χωρίς σημασία. Όπως και τα γεγονότα. Η πολιτική θα μεταστραφεί σε βάναυση επιβίωση σε ένα υπερ-ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το μέλλον των προοδευτικών και προσανατολισμένων στο μέλλον πολιτικών της αριστεράς είναι πολύ αβέβαιο.
Σε έναν κόσμο φτιαγμένο πάνω στην αντικειμενοποίηση όλων και κάθε ζωντανό πράγμα στο όνομα του κέρδους, η διαγραφή του πολιτικού από το κεφάλαιο είναι η πραγματική απειλή. Ο μετασχηματισμός του πολιτικού σε επιχείρηση αυξάνει τον κίνδυνο της εξάλειψης της ίδιας της δυνατότητας της πολιτικής.
Εάν ο πολιτισμός μπορεί να οδηγήσει σε οποιαδήποτε μορφή πολιτικής ζωής είναι το πρόβλημα του 21ου αιώνα.

Το πρωτότυπο άρθρο στο:
Professor Achille Mbembe (philosopher, political theorist and public intellectual) is based at the Wits Institute for Social and Economic Research. http://wiser.wits.ac.za/users/achille-mbembe


Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

2016 - Happy αλλά όχι End! (ευτυχώς!)

                 Ήταν ένας εξαιρετικός χρόνος!

Το "εξαιρετικός" δεν σημαίνει για μένα καλοβαλμένα, αμετακίνητα κουτάκια στην  αναλοίωτη σειρά τους από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής. Δεν σημαίνει καθώς πρέπει λογικές αποφάσεις και σωρεία αποδεικτικών της έξωθεν και έσωθεν καλής μαρτυρίας. Δεν σημαίνει ένας καιρός σφραγισμένος από το επαναλαμβανόμενο μοτίβο μιας λιμνάζουσας ευταξίας και ευμάρειας και των επαναλαμβανόμενων επιλογών που την εξασφαλίζουν. 
 
Για μένα "εξαιρετικός χρόνος" σημαίνει αυτός που εμπεριείχε την απαράμιλλη δυναμική της ζωής. Αυτής που παραμένει ακόμα "ζωντανή", που διεκδικεί και δεν υποχωρεί, που αναζητά και δεν βολεύεται, που φεύγει αλλά δεν υποτάσσεται, που φωνάζει δυνατά και δεν σιωπά και δεν φοβάται, που αγαπά με πάθος και ένταση ή καθόλου. Μιας ζωής πιο ζωντανής από ποτέ, που την κοιτάς στα μάτια όταν σε ρίχνει, όταν σου παίρνει, κι εσύ σηκώνεσαι και συνεχίζεις, που όταν κλείνει έναν δρόμο εσύ παίρνεις άφοβα πια έναν άλλο νέο, που όταν κοιτάς πίσω σου τις διαδρομές και τα μονοπάτια που διάλεξες δεν μπορείς να τα διακρίνεις όλα, γιατί ποτέ δεν ήταν σε μια ευθεία πάνω στην οποία εσύ απλώς προχωρούσες αποδεχόμενη τα καλά και τα κακά της.
 
Μια ζωή που πολλές φορές στη διάρκειά της θα παίξεις ζάρια μαζί της αν τολμάς να χάσεις ή να κερδίσεις, που θα της γελάσεις κατάμουτρα δυνατά με μια γενναία αποκοτιά, επειδή πολλές φορές έκανες το λάθος να την πάρεις σοβαρά, ενώ πρέπει να θυμάσαι ότι μια στιγμή είναι όλο αυτό, θα τη ζήσεις τώρα, για μια φορά και αυτό είναι και τίποτα άλλο, και τίποτα πριν και τίποτα μετά, όλα σε αυτό το "τώρα" που είναι ήδη πεπερασμένο πριν ακόμα ξεκινήσεις. "Πεπερασμένo πριν ξεκινήσεις". Κι όταν μπορέσεις και φτάσεις και τη δεις έτσι τη ζωή, τότε τη ζεις αλλιώς. Και το "σπουδαίο" καταλαβαίνεις ότι δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ενός φυλακισμένου και ταλαίπωρου νου και η "δημιουργία" είναι πολλές φορές ένα υποκατάστατό της ζωής, απλά ακριβό και για αυτό ενίοτε για λίγους.
 
Η ζωή για μένα είναι "το τώρα" που τα εμπεριέχει όλα και όχι η κατανάλωση μιας φαντασιακής προσδοκίας που θα γίνει κάποτε "ζωή", όχι μια τέτοια φαντασιακή "κόπια ζωής" φτιαγμένη από θρυματισμένα όνειρα και τραυματισμένες επιθυμίες, όχι ένα φαντασιακό προσδοκόμενο που στοιχιώνει την ύπαρξη και την κατατρώει σιγά σιγά. Η ζωή σου είναι αυτό που ζεις τώρα. Αυτή την μέρα, την ώρα, τη στιγμή, οι άνθρωποι που είναι γύρω σου τώρα είναι η ζωή σου, τα συναισθήματα που δίνεις και παίρνεις από αυτούς είναι η ζωή σου. Κοίταξε γύρω σου τώρα, αυτή είναι η ζωή σου και συμπυκνώνεται στο τώρα και ό,τι άλλο δεν υπάρχει, γιατί δεν έχει "έρθει" και δεν ξέρεις εάν θα έρθει ποτέ. Και ότι υπήρξε είναι ήδη και πλέον παρελθόν και ενυπάρχει ή όχι σε αυτό το "τώρα".
 
Δεν θα άλλαζα αυτόν τον χρόνο. Τον πίστεψα αυτόν τον χρόνο, τον διεκδίκησα, τον θέλησα δικό μου κι έτσι τα άλλαξα όλα και τον έφτιαξα. Γέλασα με τον εαυτό μου, με τον χρόνο, με τους άλλους, με όλα "τα μέχρι τώρα". Ξαναβρήκα τους  δρόμους που εγώ διάλεξα,  που είναι πάντα άγνωστοι αλλά συναρπαστικοί και με κάνουν ευτυχισμένη. Συναντήθηκα με συνοδοιπόρους που έχουμε τον ίδιο χτύπο ζωής στα αυτιά και την καρδιά μας και οδηγεί τα βήματα μας στον δρόμο που δεν διακρίνεις όταν κοιτάς πίσω. Και με συντρόφους της καρδιάς και της ζωής που μοιραζόμαστε πολλά που έχουν ειπωθεί και άλλα ανείπωτα ακόμα, αλλά πάντα δικά μας. Συναντήθηκα με τον εαυτό που πάντα αγαπούσα. Και με μια ελευθερία του μυαλού και της ψυχής που βούτηξα μέσα της και τη ρουφάω  κάθε λεπτό. Και με ένα μοίρασμα ζωής και αγάπης που απλόχερα μου δίνεται. Και όλα έγιναν ξανά μεγάλα, λαμπερά, όμορφα και πιο δικά μου από ποτέ.
 
Δεν θα άλλαζα αυτόν τον χρόνο. Και αυτήν τη στιγμή -που μέχρι να τελειώσω την πρόταση που γράφω θα έχει τελειώσει- αν υπήρχε ευτυχία, θα έλεγα ότι ναι, είμαι ευτυχισμένη.
 
 
 

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Εκδήλωση ΚΕΕΡΦΑ - Ομιλία




ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ


Μία χρονιά τελειώνει, αλλά οι εξελίξεις τόσο στο στρατόπεδο του ακροδεξιού λόγου όσο και στο προσφυγικό πεδίο παραμένουν ραγδαίες.
Νομίζω ότι θα κάνουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Ευχαριστώ την ΚΕΕΡΦΑ για την πρόσκληση.

 

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Η ζωή είναι μεγάλη


Είχαν φτάσει στο «γραφείο μας» πριν από εμάς –ποιος ξέρει τι ώρα- και μας περίμεναν. Έτσι τις βρήκαμε εκεί όταν φτάσαμε. Με τα μικρά παιδιά τους άλλα στην αγκαλιά και άλλα κρατώντας τα από το χέρι.  Το μικρό γραφείο μας φάνηκε ακόμη πιο μικρό με τόσα άτομα. Η φασαρία των μικρών παιδιών ήταν όμορφη μέσα στον χώρο. Δεν πρόλαβα να καταλάβω αμέσως, γιατί με το που μπήκαμε μας «πήραν από τα μούτρα» τα χαμογελαστά πρόσωπα των δύο γυναικών και οι φωνές ενθουσιασμού. Ήξερα εδώ και δυο μέρες ότι ίσως να έφευγαν σήμερα για ένα καλύτερο και ασφαλέστερο μέρος διαμονής ενόψει του χειμώνα. Θα γλύτωναν από τις σκηνές χωρίς θέρμανση, το αφόρητο κρύο της νύχτας και την υγρασία, το φόβο για το τι μπορεί να γίνει όταν πέσει το σκοτάδι και τις ατέλειωτες ώρες μέχρι να ξημερώσει ξανά, την αγωνία για τα μικρά παιδιά τους που ζούσαν μαζί τους σε αυτές τις συνθήκες. Θα έφευγαν, αλλά εγώ αρνιόμουν να χαρώ προκαταβολικά φοβούμενη εκείνο το αίσθημα της ματαίωσης, που έρχεται όταν κάτι που πιστεύεις και επιθυμείς να γίνει τελικά δεν γίνεται κι έτσι έλεγα: «πριν να γίνει, δεν έχει γίνει. Όταν θα γίνει λοιπόν…» συμπλήρωνα. Παρόλα αυτά μόλις δυο μέρες πριν ακολούθησα την Η.  ως την πόρτα και σχεδόν κρεμασμένη προς τα έξω αστειευόμενη και γελώντας, της είπα με τη βοήθεια του διερμηνέα «δεν πιστεύω να φύγεις και να μην μας το πεις, να μην περάσεις να μας χαιρετήσεις». «Όχι, όχι» απάντησε κι εκείνη γελώντας δυνατά και χειρονομώντας και με ρωτούσε γελώντας πως θα συνεννοηθούμε αφού δεν ξέρω αραβικά κι εκείνη δεν ξέρει αγγλικά, κι εγώ επίσης γελώντας έλεγα στον διερμηνέα να της πει ότι θα συνεννοηθούμε, θα βρω έναν τρόπο.
 Την Η. την πρωτοείδαμε πριν ένα μήνα. Μια νέα γυναίκα στα όρια της συντριβής, ίσως και πέρα από αυτά. Δάκρυζε, έκλαιγε, η φωνή της φούσκωνε από απελπισία και έσβηνε. Σε εκείνη την κατάσταση που σε φέρνει ο πόλεμος, ο διωγμός, η φυγή, η παρατεταμένη ταλαιπωρία, η έλλειψη οποιασδήποτε λογικής που να εξηγεί γιατί συμβαίνουν όλα αυτά, η παραμονή σε άθλιες και απάνθρωπες συνθήκες, η ελπίδα όταν τρεμοσβήνει. Και πάνω σε όλα αυτά επικαθόταν η απελπισία. Θυμάμαι πολύ καθαρά, ότι δεν μπορούσε να βάλει την ιστορία του τελευταίου καιρού σε μια σειρά. Μια αφήγηση κατακερματισμένη, χωρίς αρχή μέση τέλος, με γεγονότα σκόρπια, που το ένα παρεμβαλλόταν στο άλλο σε χρόνο που δεν μπορούσε η ίδια να προσδιορίσει. Κι έτσι, δεν μπορούσε να βάλει και την ιστορία της ζωής της τον τελευταίο καιρό σε μια σειρά. Κάτι λίγα καταφέραμε την πρώτη φορά. Αλλά θυμάμαι ότι της είπα να μην κλαίει και ότι όλα θα πάνε καλά από δω και πέρα, ότι έχει ανθρώπους δίπλα της που θα δουν την περίπτωσή της, θα τα βάλουμε όλα σε μια σειρά και όλα θα πάνε καλά. Οι επισκέψεις της πύκνωσαν τις επόμενες μέρες, άλλοτε απελπισμένη, άλλοτε αγανακτισμένη. Αλλά η σύγχυση υποχωρούσε απέναντι στην υπομονή μας και σιγά σιγά συνθέσαμε την ιστορία. Είχε ταξιδέψει πολύ από τη στιγμή που βρέθηκε στην Ελλάδα με όλους τους τρόπους, με νόμιμες μεταφορές και μετακινήσεις και μη, με διακινητές. Προσπάθησε να περάσει και τα σύνορα αλλά δεν τα κατάφερε. Είχε πέσει θύμα ληστείας, είχε βρεθεί μπροστά σε βίαια επεισόδια, είχε ζήσει τόσα πολλά από τότε που ξεκίνησε αυτό το ταξίδι από τη Συρία μαζί με τα ανήλικα μικρά παιδιά της. Και τώρα εδώ. Το βασικό της αίτημα ήταν οικογενειακή επανένωση στη Γερμανία, με ένα τρόπο απλό, αλλά και με έναν τρόπο πιο σύνθετο και κάποια άλλα επιμέρους αλλά εξίσου σημαντικά θέματα. Της εξηγούσα αργά και υπομονετικά κάθε φορά -και όσες φορές χρειαζόταν για να το βάλει με έναν στέρεο τρόπο μέσα στη σκέψη της- τι πρόκειται να κάνουμε για την περίπτωσή της βήμα προς βήμα. Όχι όλα μαζί, ένα βήμα τη φορά. Ποτέ δεν είδα στο πρόσωπό της ένα θύμα, ποτέ δεν την αντιμετωπίσαμε ως άνθρωπο χωρίς αξιοπρέπεια παρά τα βάσανα ή την εικόνα της. Έβλεπα πάντα σε αυτήν μια αξιοθαύμαστη γυναίκα, με δύναμη, με σθένος, που αν με ρωτούσες θα σου έλεγα ότι εγώ δεν έχω, που χρειαζόταν λίγη βοήθεια για να σταθεί στα πόδια της, να πάρει ξανά τη ζωή της στα χέρια της σ΄ αυτό το μακρύ και δύσκολο ταξίδι. Χρειαζόταν να φωτίσουμε λίγο τη διαδρομή αυτού του ταξιδιού μέχρι να φανεί ο τελικός προορισμός και να το κάνουμε με ειλικρίνεια, αλήθεια, ευθύνη και δέσμευση, ώστε να αρχίσει να τον διακρίνει κι εκείνη ξανά και να μην μείνει κρυμμένος και αφανής από όλη αυτήν την απελπισία και την εξαθλίωση. Γρήγορα ξαναστάθηκε. Ερχόταν στο γραφείο πια τακτικά, τόσο που αν περνούσαν τρεις μέρες στη σειρά και δεν ερχόταν αναρωτιόμασταν που είναι. Την ενημερώναμε με υπομονή λέγοντάς της πάντα την αλήθεια για τις δυσκολίες της υπόθεσης σε κάθε στάδιο, αλλά και για τον τρόπο που σκοπεύουμε να κινηθούμε ώστε να τις ξεπεράσουμε, με σταθερότητα, αισιοδοξία και ανυποχώρητη πίστη ότι θα τα καταφέρουμε. Τη χτυπούσα φιλικά στο μπράτσο, αστειευόμουν, γελούσα λίγο δειλά τον πρώτο καιρό. Σύντομα άρχισε κι εκείνη να παίρνει ξανά ενεργό μέρος στη ζωή της κάνοντας μόνη της πράγματα για την υπόθεσή της. Κι έτσι κάθε φορά που ερχόταν μας έφερνε κι ένα νέο έγγραφο ή πληροφορία για την εξέλιξη της υπόθεσής της, ακλόνητη ένδειξη ότι είχε ενεργήσει με φορείς εδώ και σε συννενόηση με τον άνδρα της στη Γερμανία. Και είχε πια αρχίσει να γελάει μαζί μας και να ανταποδίδει τα αστεία.
Ο μήνας πέρασε μπήκε ο επόμενος και τίποτα στη Η. δεν θύμιζε τη γυναίκα που πρωτομπήκε στο γραφείο. Τα επιμέρους ζητήματα επιλύθηκαν και το κύριο αίτημά της προχωρούσε. Κυρίως όμως, είχε μια αληθή εικόνα και γνώση για την υπόθεσή της και δεν είχε καμιά ανάγκη τις φήμες και τις τυχαίες εκτιμήσεις από δεξιά κι αριστερά που την κατέβαλλαν. Ήξερε τι γινόταν με τη ζωή της, είχε ξανά τον έλεγχο της ζωής της, είχε ξανά ένα κομμάτι αξιοπρέπειας. Οι υλικές συνθήκες της δομής δεν άλλαξαν, εκείνη είχε ξαναβρεί τη δύναμή της.  
Έμαθα την Τετάρτη την πιθανότητα να φύγει την Παρασκευή. Ήρθε να με δει εκείνη τη μέρα. Ήταν χαρούμενη, το πρόσωπο της φωτεινό παρά τις κακουχίες. «Δεν πιστεύω να φύγεις και να μην μας το πεις, να μην περάσεις να μας χαιρετήσεις». «Όχι, όχι» απάντησε κι εκείνη γελώντας δυνατά και χειρονομώντας. Κι έτσι ήρθε, μαζί με την Ν. που έφευγε κι εκείνη με τα δικά της μικρά παιδιά, μία άλλη περίπτωση που βλέπαμε τον ίδιο περίπου καιρό, που σήμερα περιμένει το αεροπορικό της εισιτήριο για να φύγει με τα παιδιά της μάλλον τέλη Ιανουαρίου στη Γερμανία να βρει τον άνδρα της. Ανάμεσα στις φωνές των μικρών τους παιδιών που ήταν πολύ μικρά για να καταλαβαίνουν τι γινόταν αλλά λες και καταλάβαιναν και χαίρονταν με τη χαρά των μαμάδων τους, μας αγκάλιασαν και μας φίλησαν. Κι εμείς. Κι εγώ, για να κρύψω μία συγκίνηση για την οποία δεν ήμουν προετοιμασμένη –ποτέ δεν είμαι- της είπα για άλλη μια φορά να δώσει τα στοιχεία μας στον επόμενο νομικό της σύμβουλο για ότι χρειαστεί και ευτυχώς χτύπησε το τηλέφωνο κι έπρεπε να δώσω μια συνέντευξη κι έτσι πετάχτηκα έξω απ το γραφείο. Όταν τελείωσα το λεωφορείο ήταν ακόμη εκεί. Προσπάθησα να τις διακρίνω αλλά δεν γινόταν από το δυμέ τζάμι κι έτσι προτίμησα να μπω στο γραφείο. Λίγα λεπτά μετά κι αφού το λεωφορείο είχε φύγει, ένα μήνυμα ήρθε στο κινητό μου από τη Ν.  «Dear my lawyers….. thank you very much for your helping I wish to see you again”

Ώρα καλή αγαπημένες. Δεν ξέρω αν «Ο Θεός είναι μεγάλος», αλλά η ζωή είναι οπωσδήποτε.
Καλή συνέχεια. Καλή τύχη.


 
 

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

10η Δεκεμβρίου

Η 10η Δεκεμβρίου -Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου- ιδιαίτερα φέτος είναι μία μέρα αναστοχασμού πάνω στα μηνύματα για το μέλλον που οι εικόνες του παρόντος συνθέτουν για ολόκληρη την Ευρώπη. Στοχασμού για τις μορφές διακρίσεων πάνω στους πλέον αδύναμους, τους διωκώμενους, τους εξαναγκασμένους σε φυγή. Η καταπάτηση του δικαίου, οι θεμελιώδεις μετατοπίσεις στην ιδέα και την εφαρμογή του ασύλου, οι περιορισμοί στη διέλευση, η υπονόμευση των πληθυσμών σε κίνηση, το ζήτημα της περιστολής ελευθεριών και δικαιωμάτων, οι απελάσεις ως στρατηγικός στόχος, είναι μόνο μερικά από τα θεμελιώδη ζητήματα που πρέπει να υπερασπιστούμε ξανά.
Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι συνυφασμένα με την ανθρώπινη ζωή και την εξέλιξη των κοινωνιών. Κάθε πλήγμα σε αυτά είναι πλήγμα στο κοινωνικό σώμα και αφορά όλους μας.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Jacques Ranciere «Ο λαός δεν είναι μία βάναυση και αμαθής μάζα»


Ο Jacques Ranciere γράφει στη Libération για τον λαϊκισμό και την πολιτική κατάσταση στη Γαλλία τον Γενάρη του 2011. Ένα κείμενο που δεν μοιάζει καθόλου με άρθρο, αλλά περισσότερο με μία εξαιρετική συμπύκνωση του ακροδεξιού λαϊκισμού, κάτι σαν μάθημα των βασικών όρων και των μηχανισμών που βρίσκονται στο βάθος και τους φέρνει στην επιφάνεια, παραμένοντας εξαιρετικά σύντομος και ουσιώδης. Πέντε χρόνια μετά το κείμενο παραμένει απαράμιλλα επίκαιρο, ιδίως για την κατάσταση στη Γαλλία. Μόνο που τώρα μου φάνηκε πως παίρνει μια καινούρια ανάγνωση, μιας ζοφερής μελλοντικής εικόνας για το πως προ-οιωνίζεται η διαχείριση των προσφυγικών πληθυσμών που θα καταλήξουν στην Ευρώπη. Το μετέφρασα γρήγορα από τη Liberation λοιπόν, για να το ξανασκεφτώ.
 
«Ο λαός δεν είναι μία βάναυση και  αμαθής μάζα»
Ούτε μια μέρα δεν περνά χωρίς τον κίνδυνο  του λαϊκισμού να καταγγέλλεται από όλες τις πλευρές. Αλλά δεν είναι τόσο εύκολο να γίνει αντιληπτό το τι σημαίνει η λέξη. Τι είναι ένας λαϊκιστής; Παρά τις διάφορες διακυμάνσεις της έννοιας, ο κυρίαρχος λόγος φαίνεται να τη χαρακτηρίζει με τρία βασικά χαρακτηριστικά: ύφος ομιλίας το οποίο απευθύνεται απευθείας στον λαό  παρακάμπτοντας αξιωματούχους και εκπροσώπους,  ο ισχυρισμός ότι οι κυβερνήσεις και οι κυρίαρχες ελίτ φροντίζουν περισσότερο για το δικό τους συμφέρον από το δημόσιο, ρητορική της ταυτότητας που εκφράζει φόβο και απόρριψη των αλλοδαπών.
Είναι σαφές, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει αναγκαία σχέση μεταξύ αυτών των χαρακτηριστικών. Ρεπουμπλικάνοι και σοσιαλιστές εκπρόσωποι του προηγούμενου καιρού ήταν απόλυτα πεπεισμένοι ότι υπήρχε μια οντότητα γνωστή ως «λαός» που ήταν η εξέλιξη της εξουσίας και ο κύριος συνομιλητής του πολιτικού λόγου. Αυτό δεν συνεπάγεται κανενός είδους ρατσιστικό ή ξενοφοβικό συναίσθημα. Δεν χρειάζεται κανένας δημαγωγός για να ανακοινώσει ότι οι πολιτικοί μας σκέφτονται περισσότερο τη σταδιοδρομίας τους από το μέλλον των συμπολιτών τους, ή ότι αυτοί που μας κυβερνούν συμβιώνουν με τους εκπροσώπους των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Ο ίδιος Τύπος που καταγγέλλει τις «λαϊκίστικες» τάσεις μας δίνει μέρα με τη μέρα τα πιο λεπτομερή στοιχεία γι 'αυτές. Από την πλευρά τους, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων που ονομάζονται «λαϊκιστές», όπως ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ή ο Νικολά Σαρκοζί, κατευθύνουν την «λαϊκίστικη» ιδέα ότι οι ελίτ είναι διεφθαρμένες. Ο όρος δεν χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάποια σαφώς καθορισμένη πολιτική δύναμη. Δεν δηλώνει ούτε μια ιδεολογία, ούτε καν ένα συνεκτικό πολιτικό τρόπο. Χρησιμεύει απλώς για να επιστήσει την προσοχή στην εικόνα συγκεκριμένων ανθρώπων.
Γιατί «ο λαός» δεν υπάρχει. Αυτό που υπάρχει είναι ποικίλες και ακόμη ανταγωνιστικές εικόνες του λαού, στοιχεία που κατασκευάζονται από την ιδιαίτερα προνομιακή μεταχείριση ορισμένων λειτουργιών του συνέρχεσθαι, ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, ορισμένων ικανοτήτων ή ανικανοτήτων. Η έννοια του λαϊκισμού κατασκευάζει ένα λαό που χαρακτηρίζεται από τον τρομακτικό συνδυασμό μιας ορισμένης ικανότητας – την ακατέργαστη δύναμη του μεγάλου αριθμού - και μιας ορισμένης ανικανότητας - την άγνοια που αποδίδεται σε αυτόν τον μεγάλο αριθμό. Για το σκοπό αυτόν, ο ρατσισμός, το τρίτο χαρακτηριστικό, είναι απαραίτητος. Είναι ένα θέμα που δείχνει ότι για τους δημοκράτες είναι πάντα ύποπτος ο «ιδεαλισμός» που υπογραμμίζει ποιος είναι πραγματικά ο λαός: ένας όχλος εμπνευσμένος από το πρωταρχικό κίνητρο της απόρριψης, που στοχεύει ταυτόχρονα όσους βρίσκονται στην εξουσία, τους οποίους καταγγέλλει ως προδότες από την αποτυχία τους να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα των πολιτικών μηχανισμών, και τους ξένους τους οποίους φοβάται από μια αταβιστική προσκόλληση σε ένα πλαίσιο ζωής που απειλείται από τη δημογραφική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Η έννοια του λαϊκισμού παρουσιάζει μια εικόνα των ανθρώπων που εκπονήθηκε στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα από στοχαστές όπως ο Ιππόλυτος Taine και ο Gustave Le Bon, φοβισμένοι από την Παρισινή Κομμούνα και την άνοδο του εργατικού κινήματος: εκείνη (την εικόνα) του αδαούς πλήθους που εντυπωσιασμένου από τις ηχηρές λέξεις  «ταραξίες», οδηγήθηκε σε ακραία βία από την κυκλοφορία ανεξέλεγκτων φημών και τη μετάδοση φόβων.
Είναι αυτή η επιδημία εξαπόλυσης τυφλού πλήθους με επικεφαλής χαρισματικούς ηγέτες πραγματικά ένα σύγχρονο φαινόμενο σε χώρες όπως η δική μας; Όποια και αν είναι τα παράπονα που εκφράζονται καθημερινά για τους μετανάστες και ιδιαίτερα από τους «νέους οικογενειών», δεν βρίσκουν έκφραση σε μαζικές λαϊκές διαδηλώσεις. Αυτό που ονομάζεται σήμερα ρατσισμός στη χώρα μας είναι ουσιαστικά ο συνδυασμός δύο πραγμάτων. Από τη μία πλευρά, οι μορφές διακρίσεων στην απασχόληση και τη στέγαση που εφαρμόζονται στην εντέλεια μέσα σε αποστειρωμένα γραφεία. Από την άλλη, οι κυβερνητικές πολιτικές που δεν είναι σε καμία περίπτωση η συνέπεια ενός μαζικού κινήματος: περιορισμοί σχετικά με τη μετανάστευση, άρνηση παροχής εγγράφων διαμονής σε άτομα που έχουν εργαστεί και πληρώσει φόρους στη Γαλλία για χρόνια, υπονόμευση της ιθαγένειας που δίνεται με τη γέννηση, διπλή ποινή, νόμοι κατά της ισλαμικής μαντήλας και της μπούρκα, επίσημοι στόχοι για απελάσεις και διάλυση των καταυλισμών των μετακινούμενων πληθυσμών. Ο στόχος των μέτρων αυτών είναι ουσιαστικά να καταστήσει τα δικαιώματα ενός τμήματος του πληθυσμού επισφαλή τόσο από την άποψη της εργασίας όσο και της ιθαγένειας, να συγκροτήσει έναν πληθυσμό εργαζομένων που μπορούν ανά πάσα στιγμή να σταλούν πίσω από εκεί από όπου ήρθαν, και για τους Γάλλους υπηκόους να μην υπάρχει διαβεβαίωση για τη διατήρηση τους καθεστώτος τους.
Τα μέτρα αυτά υποστηρίζονται από μια ιδεολογική εκστρατεία που δικαιολογεί αυτόν τον περιορισμό των δικαιωμάτων από την αποτυχία να παρουσιαστούν ορισμένα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της εθνικής ταυτότητας. Αλλά δεν είναι οι «λαϊκιστές» του Εθνικού Μετώπου που πυροδότησαν αυτήν την εκστρατεία. Είναι μάλλον ορισμένοι από τους διανοούμενους, δήθεν αριστεράς, που έχουν βρει το αναπάντητο επιχείρημα ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι πραγματικά Γάλλοι επειδή (στη θεολογικοί τους βάση) δεν είναι κοσμικοί.
Το πρόσφατο ξέσπασμα της Marine Le Pen είναι διδακτικό στο θέμα αυτό. Το μόνο που κάνει στην πραγματικότητα, είναι να συμπυκνώνει  σε μια ενιαία εικόνα μια αλληλουχία του λόγου: Μουσουλμάνος = ισλαμιστής = ναζιστής, που κρύβεται σχεδόν παντού σε υποτιθέμενα ρεπουμπλικανικά κείμενα. Η «λαϊκιστική» άκρα δεξιά δεν εκφράζει κάποιο συγκεκριμένο ξενοφοβικό πάθος που προέρχεται από τα βάθη του λαϊκού σώματος, είναι ένας δορυφόρος που μετατρέπει σε κέρδος προς όφελός της τις στρατηγικές της κυβέρνησης και τις εκστρατείες των διακεκριμένων διανοούμενων. Το κράτος διατηρεί τη μόνιμη αίσθηση της ανασφάλειας ανακατεύοντας μαζί τους κινδύνους της κρίσης και της ανεργίας με εκείνες του πάγου στους δρόμους και του φορμαμίδιου, για να καταλήξει στην υπέρτατη απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η ακροδεξιά δίνει σάρκα και οστά στο πρότυπο που βρίσκεται σε υπουργικές αποφάσεις και στα κείμενα των ιδεολόγων.
Και έτσι ούτε το «λαϊκιστές» ούτε το «λαός», όπως παρουσιάστηκε από το τελετουργικό καταγγελίας του λαϊκισμού ταιριάζει πραγματικά τον ορισμό του. Αλλά αυτό δεν αποτελεί ανησυχία για όσους φτιάχνουν φαντάσματα. Το ουσιώδες για αυτούς είναι να συγχωνεύσουν την ίδια την ιδέα ενός δημοκρατικού λαού με την εικόνα του επικίνδυνου πλήθους. Και για να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι όλοι πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη σε αυτούς που μας κυβερνούν, οποιαδήποτε πρόκληση στη νομιμότητα και την ακεραιότητά τους ανοίγει την πόρτα στον ολοκληρωτισμό. «Καλύτερα μια Δημοκρατία της Μπανανίας από μια φασιστική Γαλλία» ήταν ένα από τα πιο απαίσια συνθήματα ενάντια στα συνθήματα της Λεπέν, τον Απρίλιο του 2002. Η παρούσα διαρκής επιμονή για τους θανάσιμους κινδύνους του λαϊκισμού έχει ως στόχο να δώσει μια θεωρητική βάση για την ιδέα ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή .