Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Ο θησαυρός απρόσμενος, ανεξάντλητος στη θέαση και στην εμπειρία

Σκόπευα να πάω με την πρώτη ευκαιρία. Ανηφόρα που περπατιέται μόνο με τα πόδια, εκτείνεται σε χιλιόμετρα και στο μεγαλύτερο μέρος της έχει σκαλιά, είναι τα τρία στοιχεία στην Ελλάδα που ξέρεις ότι θα σε αποζημιώσουν τουλάχιστον με μία εξαιρετική θέα. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση δεν ήταν μόνο η θέα. Ο θησαυρός είναι απρόσμενος. Ανεξάντλητος στη θέαση και στην εμπειρία.

Από την είσοδο, τη μεγάλη σιδερένια πόρτα, φτάνεις σχεδόν αμέσως στην εκκλησία της Παναγίας. Χαιρετώ τις γυναίκες που κάθονται στην αυλή και περνώ στην εκκλησία. Μία γυναίκα με ακολουθεί και αργότερα θα μάθω ότι τη λένε Ζαμπέτα. Αρχίζω να κοιτάω τις εικόνες και τις αγιογραφίες γύρω μου και τη ρωτώ αν μπορεί να μου πει κάτι παραπάνω, καθώς εμφανώς είναι μία γυναίκα της εκκλησίας. Αρχίζει να μου μιλάει με τη θέρμη και τον αυθόρμητο λόγο του ντόπιου ανθρώπου που μιλά για κάτι που αγαπάει και σέβεται, με τον τρόπο που αγαπάς και σέβεσαι το Θείο και τα μυστήριά του. 

Σύμφωνα με την παράδοση, μια εικόνα της Παναγίας εμφανίστηκε από τη θάλασσα στο νησί και εγκαταστάθηκε από θαύμα στο μπαρουτχανέ (πυριτιδαποθήκη) του κάστρου ανάμεσα σε δύο αναμμένες λαμπάδες, παρά τις προσπάθειες του Τούρκου αγά για την απομάκρυνσή της. Προς τιμή της οικοδομήθηκε ναός στον ίδιο τόπο, ο οποίος πολύ σύντομα έγινε το κύριο προσκύνημα του νησιού και των ναυτικών του. “Ήθελε να έρθει εδώ η Παναγία και ήρθε”, μου επαναλαμβάνει πολλές φορές η κυρία Ζαμπέτα. Η εικόνα είναι πάρα πολύ παλιά και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα πρόσωπα της Παναγίας και του μικρού Χριστού που κρατάει στην αγκαλιά της. “Είναι φτιαγμένη σε δέρμα κατσίκας”, μου λέει η κυρία Ζαμπέτα. “Τι εννοείται; είναι ζωγραφισμένη πάνω σε δέρμα κατσίκας;” “Ναι, έτσι λένε”, μου απαντά. Πολλές φορές στη συνέχεια της κουβέντας μας προσθέτει το “έτσι λένε”, όχι τόσο για να αποποιηθεί την ευθύνη των λόγων της, όσο γιατί μέσα σε αυτήν τη μικρή φράση χωράει όλο το δέος που την καταλαμβάνει για το μυστήριο και το ιερό μέρος. Πάω κοντά, κοιτάω την εικόνα, που είναι ολόκληρη καλυμμένη από ασήμι εκτός από τα αχνά και δυσδιάκριτα πρόσωπα, κοιτώ τα αναθήματα, τα μεγάλα και σπάνια πια πολύχρωμα κηροπήγια δεξιά κι αριστερά της μαζί με βάζα γεμάτα φρέσκα λουλούδια. Κοιτώ το καντήλι, “το καντήλι ΤΗΣ” όπως λέει η κυρία Ζαμπέτα -και αναφέρεται στην Παναγία με αυτόν τον ζωντανό, προσωπικό λόγο- από το οποίο κρέμεται ένα ασημένιο καράβι τάμα κάποιου καπετάνιου. Το πιο παράξενο αφιέρωμα είναι ένα ομοίωμα μωρού, σε μέγεθος μικρής κούκλας, φτιαγμένο από γνήσιο κερί με ένα φυτίλι στο κεφάλι του, μια περίεργη λαπάδα δηλαδή. Ρωτάω την κυρία Ζαμπέτα με περιέργεια. “Μία γυναίκα που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά”, μου λέει “και όταν τα κατάφερε έφερε αυτό. Είναι παράξενο δεν λέω, αλλά δεν μπορούσα και να μην το ακουμπήσω εδώ”. 
“Ποιος φροντίζει την εκκλησία”, ρωτάω εντυπωσιασμένη από τα φρέσκα λουλούδια. “Ο παπάς, ο παπάς, φέρνει τα λουλούδια και φροντίζει για όλα”. Κοιτάζω αυτή τη γυναίκα μεγάλης ηλικίας που η παρουσία μου της γεννά μεγάλη αμηχανία. Είμαι ξένη, δεν είμαι κατάλληλα ντυμένη, δείχνω μεγάλο ενδιαφέρον για όλα, κάτι που οι έλληνες δεν το συνηθίζουν, αλλά δεν έχει καμία αμφιβολία ότι είμαι ελληνίδα και το πράγμα περιπλέκεται στο μυαλό της. Έτσι η "ξενάγηση" είναι αμήχανη, γεμάτη ανησυχία, περιέργεια, ενοχή (γιατί ακόμη και κάποια ελάχιστη σκέψη της που πλήττει την αθωότητά μου την ενοχλεί και δεν ξέρει που να ισσοροπήσει), βιαστική κι έτσι χωρίς ειρμό ή συνέχεια.
Αρχίζω να περπατάω αργά μέσα στη μικρή εκκλησία, που στη σημερινή της θέση οικοδομήθηκε μετά το 1669. "Λειτουργεί η εκκλησία;" ρωτάω. "Ναι, αλλά μόνο για ιδιωτικούς λόγους, γάμους, βαφτίσια και φυσικά στις γιορτές ΤΗΣ". "Εννοείται σε όλες τις γιορτές της Παναγίας μέσα στο χρόνο;" "Ναι, έρχεται ο παπάς και τη λειτουργεί και τη Μ. Παρασκευή που βγάζουμε τον Επιτάφιο κι έρχεται ο κόσμος να προσκυνήσει την εικόνα."
Η κυρία Ζαμπέτα μου δείχνει τη μικρή, οικειακού μεγέθους εικόνα του Αγ. Λουκά ένας ρώσος άγιος που στο νησί πιστεύεται ότι κάνει πάρα πολλά θαύματα, τον πρώτο ξύλινο επιτάφειο του νησιού εντυπωσιακός με το πιο γηρασμένο ξύλο που έχω δει και απομεινάρια ενός γαλάζιου θαλασσινού χρώματος, που βγαίνει ακόμα στολισμένος την Μ. Παρασκευή και τη γιορτή της Παναγίας τον δεκαπενταύγουστο, και μία εικόνα που παρόμοιά της δεν έχω δει πουθενά. Επρόκειτο για ειδική παραγγελία από το Αγ. Όρος και είναι η “Παναγία θρηνούσα”. Πράγματι, στο πρόσωπο της Παναγίας στη θέση των δακρύων είναι ζωγραφισμένες μικρές χαρακιές (δάκρυα). Εξίσου εντυπωσιακό είναι και το φόντο της εικόνας. Μπλε βαθύ του νυχτερινού ουρανού με ζωγραφισμένους πάνω του ήλιους, φεγγάρια, πλανήτες. Δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο πουθενά. 
Η κυρία Ζαμπέτα, με τα πολλά χρόνια, τα γκρίζα μαλλιά και την ευγενική της φυσιογνωμία μου δείχνει συγκινημένη το μαρμάρινο μνήμα μίας μοναχής πολύ αγαπημένης στο νησί, που βρίσκεται κι αυτό μέσα στη μικρή εκκλησία. “Πως λέγεται η Παναγία της εκκλησίας” τη ρωτάω. “Είναι η Παναγία η Οδηγήτρια", μου απαντά πρόθυμα. Σε έναν χαμηλό τοίχο απεικονίζεται το γεγονός της ανεύρεσης της εικόνας. Μία εικόνα μέσα σε μία μικρή ξύλινη βάρκα με δύο αναμμένα κεριά (δεξιά και αριστερά της) μέσα στη θάλασσα, να κατευθύνεται προς την ξηρά όπου την περιμένουν οι ιερείς και ο κόσμος του νησιού. 
Η κυρία Ζαμπέτα με αφήνει μόνη και βγαίνει για λίγο έξω. Η εκκλησία είναι καλυμένη όλη από αγιογραφίες, έγιναν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, με επιρροές -δεν καταλαβαίνω τον λόγο είναι αλήθεια- από τη μακεδονική σχολή -κοσμική αντίληψη, πλούσια χρωματολογία, το πρόσωπο και τα ενδύματα πλατειά φωτισμένα- και όπως και η κυρία Ζαμπέτα μου υπέδειξε έχει επίσης πολλές φορητές εικόνες που παριστάνουν την Αποκάλυψη του Ιωάννη.
“Τα κοιτάζει όλα. Με προσοχή. Δεν ξέρω... τα κοιτάζει όλα και ρωτάει για όλα”, ακούω την κυρία Ζαμπέτα να λέει χαμηλόφωνα στις φίλες της έξω και ξαναμπαίνει μέσα βιαστικά. Με βρίσκει να κοιτάω το ξυλόγλυπτο τέμπλο. “Είναι του 1700”, μου λέει, “αλλά για να μην το πάρουν στον Πόλεμο το ασβεστώσαν”. “Οι ντόπιοι, το ασβεστώσαν οι ίδιοι οι ντόπιοι για να μη φαίνεται και τους το κλέψουν;” ξαναρωτάω προσπαθώντας να βεβαιωθώ. Ο λόγος της κυρίας Ζαμπέτας είναι πάντα ελλειπτικός, όπως των ανθρώπων που γνωρίζουν την ιστορία και δεν αντιλαμβάνονται τα κενά όταν την αφηγούνται σε κάποιον που την ακούει για πρώτη φορά. Χρησιμοποιεί και λέξεις από το τοπικό ιδίωμα αλλά βγάζω νόημα εύκολα. “Ναι, και μετά ήταν πάρα πολύ δύσκολο να αφαιρέσουν τον ασβέστη και να το ξανακάνουν έτσι. Μόνο ένα κομμάτι έκλεψαν, εκείνο εκεί πάνω”, μου δείχνει και η φωνή της έχει μια βαριά στεναχώρια και απογοήτευση την ώρα που το λέει. 
Με αφήνει ξανά και βγαίνει στην αυλή και καταλαβαίνω πως πρέπει να βγω κι εγώ. Θα μπορούσα να μείνω πολύ περισσότερη ώρα, αλλά έτσι κι αλλιώς θα ξανάρθω και δεν θέλω να κάνω αυτές τις γυναίκες να ανησυχήσουν περισσότερο από το επίμονο και παρατεταμένο ενδιαφέρον μου. Καταλαβαίνω ότι πρέπει να βγω και να "συστηθώ" κανονικά. Τις βρίσκω όπως τις είχα αφήσει να κάθονται στις καρέκλες έξω από την εκκλησία γύρω από ένα τραπέζι. Κάθομαι μαζί τους στο πεζούλι, καθώς άλλη καρέκλα δεν υπάρχει. Στο πεζούλι κάθεται και η κυρία Ζαμπέτα. Με ρωτούν ποια είμαι, τι είμαι και τι κάνω στο νησί. Απαντώ σε όλα. Αρχίζουμε να μιλάμε για τους πρόσφυγες, τη ζωή και τις δυσκολίες της προσφυγιάς και αυτών των ανθρώπων, για το πως είναι να γεννάς μέσα στη λάσπη και στο κρύο και με μικρά αποσπάσματα από τις δικές τους ζωές και τη ζωή στο νησί. 
Τις αφήνω κάποια στιγμή για να συνεχίσω και να δω το κάστρο, ενώ ο κόσμος πυκνώνει καθώς έχει πιάσει ήδη μεσημέρι. Συμφωνούμε να ξανάρθω ένα Σάββατο να πιούμε καφέ εκεί, στην αυλή της εκκλησίας, στην κορυφή του βουνού. Τους λέω ότι θα φέρω τα κουλουράκια αφού εκείνες θα βάλουν τον καφέ και μου υπενθυμίζουν ότι πρέπει να είναι νηστίσιμα γιατί ξεκινάει η Σαρακοστή. Φεύγω με ένα χαμόγελο και μια ζεστή καρδιά. Θα γίνουμε σύντομα μια εξαιρετική παρέα σαββατιάτικου πρωινού καφέ, μιλώντας για τις ιστορίες του χρόνου και της ζωής, εκεί, στην κορυφή του βουνού με την υπέροχη θέα. Είμαι σίγουρη. 

Δεν έβγαλα καμία φωτογραφία μέσα στην εκκλησία. Θα ξένιζε και θα θορυβούσε τόσο αυτές τις γυναίκες για λόγους δικής μου περιέργειας. Ίσως κάποια στιγμή αργότερα. Με τον καιρό... Εξάλλου το διαδύκτιο είναι γεμάτο.

To κάστρο που ονομάζεται και Κάστρο της Παναγιάς είναι βυζαντινό και κτίστηκε τον 11ο ή 10 αιώνα. Δεσπόζει στα βορειοανατολικά σε ύψος 600 περίπου μέτρων από τη θάλασσα. Είναι σχετικά μικρό σε έκταση, σε σχέση με άλλα κάστρα - φρούρια, αλλά έχει χαρακτηριστεί "οχυρότατον και απόρθητον".Στη δυτική πλευρά του φρουρίου οικοδομήθηκε ο ναός της Παναγίας. Η αρχική μικρή εκκλησία πρέπει να ανακαινίστηκε και να διευρύνθηκε ως το 1719. Ο μονόχωρος ναός δέχθηκε πολλές επεμβάσεις και προσθήκες τον 18ο και 19ο αιώνα. Δεν είναι ορατά  σε αυτόν λείψανα αρχαίας κατοίκησης. Συνδέθηκε από το 1087, σύμφωνα με χρυσόβουλλο διάταγμα του αυτοκράτορα Αλεξίου Α' του Κομνηνού που σώζεται στη Μονή Πάτμου, με τον ιδρυτή της Μονής Αγίου Θεολόγου Πάτμου, όσιο Χριστόδουλο. Απ’ ότι φαίνεται το κάστρο προϋπήρχε, αλλά ο Χριστόδουλος το παρέλαβε σε κακή κατάσταση. Περιελάμβανε τότε το περιτείχισμα, εκκλησία με κελλιά και λιγοστά κτίσματα σε ερειπιώδη κατάσταση. Τον 13ο αιώ. το νησί καταλήφθηκε από τους Γενουάτες και ύστερα από τους
Ενετούς. Το 1309 οι Ιωαννίτες Ιππότες κυρίευσαν και οχύρωσαν το νησί. Μαρτυρία της ιπποτικής κατοχής είναι τα τέσσερα οικόσημα σε διάφορες θέσεις των οχυρώσεων, τα οποία δείχνουν το ενδιαφέρον των ιπποτών για συμπληρώσεις και επισκευές. Σημαντικές εργασίες ενίσχυσης του κάστρου έγιναν επίσης και στα μέσα περίπου του 15ου αιώνα όταν κυβερνήτης του νησιού ήταν ο Fantino Querini, ο οποίος παρά το βενετσιάνικο όνομά του ήταν Ιωαννίτης ιππότης. Ο ίδιος ήταν κυβερνήτης και της Κω (1436-1453). Το 1505 ο Οθωμανός ναύαρχος Κεμάλ Ρέις με τρεις γαλέρες και δεκαεπτά θωρηκτά πολιόρκησε το κάστρο, αλλά δεν κατόρθωσε να το καταλάβει. Το εγχείρημα επαναλήφθηκε το 1508 με περισσότερα πλοία, αλλά με το ίδιο ανεπιτυχές αποτέλεσμα. Ο θρύλος λέει πως τότε το νησί σώθηκε από τον έναν και μοναδικό επιζώντα ιππότη. Ήταν μόλις 18 ετών. Έντυσε γυναίκες και παιδιά με τις πανοπλίες των νεκρών ιπποτών, ξεγελώντας έτσι τους Οθωμανούς πως η φρουρά του νησιού ήταν ακόμα δυνατή. Τελικά, στις 24 Δεκεμβρίου του 1522 μετά την πολιορκία της Ρόδου, υπογράφτηκε συνθήκη μεταξύ του Σουλτάνου Σουλεϊμάν και του Μεγάλου Άρχοντα των Ιπποτών Φίλιππου Βιλιέρου Ντε Λ'Ισλ-Αδάμ και το νησί μαζί με όλες τις κτήσεις του Τάγματος στο Αιγαίο πέρασε σε Οθωμανικά χέρια.