Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Τα καθαρά ρούχα...


Θέλουν να φορούν καθαρά ρούχα... Μέσα σε αυτήν την ατέλειωτη δυστυχία. Σε αυτήν την πορεία τη γεμάτη σκόνη. Ανάμεσα στα δάκρυα που δεν ξέρεις αν είναι της ζωής ή του θανάτου. Προχωρούν χωρίς σταματημό σε στεριά και θάλασσα. Κι όταν σταθούν κάπου πλένουν τα ρούχα τους. Θέλουν να φορούν καθαρά ρούχα. Γιατί άραγε? Αυτοί, που κουβαλούν πάνω τους τις ματωμένες κηλίδες των άλλων και το δικό τους αίμα, που άλλοτε παγώνει στα κρύα νερά του Αιγαίου και σταματάει κι άλλοτε κυλάει πιο ζεστό και γρήγορο μπροστά στους φράκτες που τους κλείνουν το δρόμο.

Δεν είναι σίγουρο ότι θα υπάρχει ένα πιάτο φαγητό εκεί που το κύμα θα τους πετάξει ζωντανούς. Δεν είναι σίγουρο ότι θα συνεχίσουν. Σε ένα σίγουρο σημείο όμως, εκεί που θα πάρουν μια ζεστή κουβέρτα και νερό, εκεί που θα μείνουν για λίγο, βγάζουν τα ρούχα τους και τα πλένουν. Και τα απλώνουν στους συρμάτινους φράκτες να στεγνώσουν στον ήλιο. 

Θέλουν να φορούν καθαρά ρούχα... Αυτά τα ρούχα που φορούν και που δεν είναι καν δικά τους. Άγνωστα ρούχα και ξένα που τους δώσαν στο δρόμο, να τα φορούν αντί για τα βρεγμένα που δεν στεγνώνουν έτσι κι αλλιώς ποτέ από τη νοτερή υγρασία του θανάτου που τα πότισε στα  κύματα του Αιγαίου.

Βλέπω τα απλωμένα τους ρούχα και τα κοιτώ καθηλωμένη.

Μια δύναμη ζωής ξεχύνεται μέσα από αυτά τα απλωμένα ρούχα που μοιάζουν με απλωμένα χέρια, με ανοικτά πόδια έτοιμα να συνεχίσουν το ταξίδι, που μοιάζουν να τα διαπερνούν τα φαντάσματα του πρόσφατου παρελθόντος, καθώς ο αέρας τα κουνάει, μέχρι να τα φορέσουν ξανά οι κάτοχοί τους. Παρόλα αυτά, τα φαντάσματα θα μείνουν και μετά δίπλα τους και θα συνεχίσουν την πορεία μαζί τους ακολουθώντας τους ως το τέλος της διαδρομής και μετά το τέλος...

Βλέπω τα απλωμένα τους ρούχα και αναρωτιέμαι τι τους κάνει τόσο δυνατούς...

Βλέπω τα απλωμένα τους ρούχα και προσπαθώ να καταλάβω... Εκείνους, εμένα, τι αισθάνομαι καθώς τα κοιτώ...