Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Ο Πύργος, ο καφές και η Ρωξάνη στη λήθη της

Υπάρχουν πάντα εκείνα τα μέρη που με γοητεύουν. Εκείνα στα οποία δεν ανήκεις και το να βρίσκεσαι εκεί είναι κάτι σαν σκανταλιά, σαν παράπτωμα, κάτι παραβατικού χαρακτήρα τέλος πάντων σε όποια σφαίρα κι αν το δει κανείς, που απλά δεν τιμωρείται.

Άνοιξα την πόρτα, μπήκα και ακούμπησα το σακίδιό μου στην καρέκλα σε ένα τραπέζι μπροστά στην τζαμαρία, το μόνο άδειο εξάλλου. Οι ήχοι από τα ζάρια στο τάβλι κόπασαν, ο θόρυβος από τα πούλια επίσης και νομίζω όλα τα κεφάλια γύρισαν να με κοιτάξουν. Μόλις είχα μπει σ΄ ένα "άβατο". Η παράβαση είχε καταγραφεί και κρίνοντας από την ησυχία, ήταν κακουργηματικού χαρακτήρα. Είχα μισή ώρα κενό, η μέρα ήταν φωτεινή, το μεσημέρι ζεστό, κι έτσι αποφάσισα να κάτσω έξω φωνάζοντας στην κοπέλα που ήρθε να με ρωτήσει αν θέλω κάτι, "έναν ελληνικό σκέτο".

Ο "Πύργος" με εντυπωσίαζε πάντα. Ένα καφενείο παλιό και παλαιού τύπου, καθόλου τουριστίκ, από τα λίγα που υπάρχουν στο κέντρο της πόλης, όπου άνδρες τρίτης ηλικίας και πάνω (τέταρτης κυρίως, πέμπτης) πίνουν τον καφέ τους και διαβάζουν την εφημερίδα τους. Ούτε λουκούμι με τον καφέ, ούτε κουλουράκι, ούτε γυναίκες. Ο "Πύργος" είναι αντρική υπόθεση, άβατο. Όχι cafe, κα-φε-νεί-ο. Όπως με πληροφόρησε ο Γιάννης αργότερα, η γυναικεία τουαλέτα είναι μονίμως κλειδωμένη -καθώς γυναίκες δεν πηγαίνουν στο μαγαζί- με την επιγραφή "ζητείστε το κλειδί". Δεν νομίζω να ζητήθηκε ποτέ αυτό το κλειδί.

Εγώ πάντως πήγα εκεί επίτηδες. Πήγα για να κλέψω κάτι που δεν υπάρχει πια. Για να κλέψω λέξεις, φράσεις που δεν λέγονται πια. Αφηγήσεις που δεν μπορείς να ακούσεις πουθενά αλλού. Αλλά και για να κοιτάξω βλέμματα και φυσιογνωμίες μιας άλλης εποχής, στάσεις, εικόνες.
Καθώς ο ήλιος ζέσταινε στα επόμενα λεπτά οι θαμώνες άρχισαν να βγαίνουν ένας -ένας στα τραπεζάκια έξω.
- Πώς είστε κύριοι? ρώτησε ένας γηραιός κύριος που μόλις έφτασε τους άλλους. Σκεφτόμουν τι ωραία φράση, πόσο κομψή, πόσο αλλοτινή, μία φράση που δεν χρησιμοποιεί κανένας πια. Οι προσφωνήσεις και οι ερωτήσεις συνεχίστηκαν.

Σε λίγο ήρθε ο Γιάννης Κ. Η παρουσία του -αν κρίνω από τα βλέμματα- μετέτρεψε το κακούργημα μου σε πλημμέλημα, αλλά για άφεση αμαρτιών ούτε λόγος.


"Σου αρέσουν τα παρακμιακά μέρη" μου είπε χαμογελώντας όταν με χαιρέτησε. "Ναι μου αρέσουν" του απάντησα.
"Έρχομαι εδώ για να κλέψω κάτι που δεν υπάρχει", του είπα και άρχισα να του εξηγώ. Σε λίγο βρεθήκαμε να σχολιάζουμε την παρέα της τέταρτης ηλικίας που καθόταν έξω. Κανονικό κουτσομπολιό. Ένας καλοντυμένος γιατρός -έτσι τον προσφώνησαν οι άλλοι όταν ήρθε- πολύ προχωρημένης ηλικίας, που εγώ έβρισκα κομψότατο το καφέ καπέλο του, ο Γιάννης έβρισκε "σωστή" και σύγχρονη τη γραβάτα του, ένα ωραίο σκούρο ραφ κοστούμι φορούσε, μία δήλωση κομψότητας η παρουσία του, με την προσοχή, το ενδιαφέρον και τη φροντίδα για την ανδρική εμφάνιση που δεν υπάρχει πια.
Η συζήτηση με τον Γιάννη γύρισε στη "Ρωξάνη" ένα παλιό ζαχαροπλαστείο με εξαιρετικές λέμον πάι όπως είπε, που ήταν εκεί, αλλά εγώ δεν νομίζω να το είχα "προλάβει" και οπωσδήποτε δεν το θυμόμουν. Ο Γιάννης δεν θυμόταν σε ποιο κτίριο ήταν. "Γιατί δεν πας να τους ρωτήσεις" του είπα κάποια στιγμή εννοώντας την παρέα, "νομίζω ότι εκείνοι θα θυμούνται". Και αφού το σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα, σηκώθηκε τους πλησίασε και ζητώντας ευγενικά συγνώμη για τη διακοπή -πάντα ευγενής- τους ρώτησε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά είπε και τη φοβερή ατάκα: "εσείς γιατρέ μου θα πρέπει να θυμάστε". Ο αθεόφοβος, ο θρασύς, ο δικηγόρος με τα όλα του!

Απάντηση δεν πήρε άμεσα. Αντί αυτού άρχισε μια μικρή ανάκριση.
- Εσύ ποιος είσαι? Πώς σε λένε? Ο Γιάννης απάντησε λέγοντας το ονοματεπώνυμό του.
- Κι εμένα που με ξέρεις? ρώτησε ο γιατρός "Από εδώ, από τη γειτονιά", ο Γιάννης απάντησε.
- Τι δουλειά κάνεις? Ο Γιάννης απάντησε "Είμαι δικηγόρος".
- Και τι δικηγόρος είσαι, με μπλοκάκι ή κρατιέσαι καλά? Ο Γιάννης απάντησε ότι "κρατιέται καλά" στο πιο σεμνό και μετριοπαθές.
- Τώρα απεργείς? Ερώτηση κεραυνός. Ποιος την περίμενε. Καλά, και τί περίμενε κανείς απ΄όλα αυτά. Ο Γιάννης απάντησε.
Όλη αυτήν την ώρα όλα αυτά τα βλέμματα τον μετρούσαν, τον ζύγιζαν, έπαιζαν και λίγο μαζί του. Δεν φορούσε και γραβάτα, ένα κασκόλ είχε τυλιγμένο στον λαιμό. Είχε γίνει εκείνος το κουτσομπολιό τους. Μετά από μια μικρή παύση για να ζυγίσουν συνολικά τις απαντήσεις και κάμποσα καταφατικά κουνήματα κεφαλιού, ο γιατρός του είπε το καταπληκτικό, ως μία μάλλον συνολική εκτίμηση - διάγνωση: "Ομορφόπαιδο είσαι, αλλά μην το πάρεις πάνω σου. Αλλά και η κοπέλα είναι πολύ όμορφη".

Και με αυτόν τον απίθανο τρόπο, "Η Ρωξάνη" επέστρεψε στη λήθη της πριν καλά καλά βγει απ΄ αυτήν.