Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Η ανεξάντλητη σταθερά της ανυπακοής


Στιγμιότυπα Δεκεμβρίου

Στιγμιότυπο 1- Κατάληψη ορφανοτροφείου Μέλισσα, Θεσσαλονίκη
Ομάδα καταλαμβάνει το ορφανοτροφείο Μέλισσα στη Θεσσαλονίκη με σκοπό να βρουν στέγη σε αυτό άστεγοι πρόσφυγες. Το κτίριο είναι ανενεργό, εγκαταλελλειμένο και η Εκκλησία στην οποία έχει παραχωρηθεί δεν έχει εκπληρώσει κανέναν από τους όρους (ανακαίνιση, λειτουργία, κτλ) της παραχωρησής του. Πρόσφυγες “εγκαθίστανται” σε αυτό και ομάδα αλληλέγγυων αναλαμβάνει να συγκεντρώνει και να παρέχει φαγητό και είδη. Το ιερατείο κάνει την εμφάνισή του και απαιτεί να αδειάσει ο χώρος. Δεν πετυχαίνει τίποτα. Επανέρχεται. Αυτή τη φορά μαζί και η αστυνομία. Είναι αργά το απόγευμα, βράδυ σε αυτό το σκοτεινό κτίριο. Οι κάτοικοι των γύρω πολυκατοικιών αντιλαμβάνονται τα περιπολικά και κατεβαίνουν στο χώρο. Υποστηρίζουν την κατάληψη και τους ανθρώπους που βρίσκονται εκεί. Πρόκειται για μία αυθόρμητη κίνηση, καθώς δεν ειδοποιήθηκαν από κανέναν, δεν οργανώθηκαν από κανένα. Η αστυνομία φεύγει. Η κατάληψη κρατάει και στηρίζεται έως σήμερα.

Στιγμιότυπο 2 - Μουσικοί στην Ερμού,  Αθήνα
Αστυνομία έχει έρθει να συλλάβει πλανόδιους μουσικούς που βρίσκονται στην Ερμού την εορταστική περίοδο και παίζουν μουσική. Ο κόσμος που περνάει από το σημείο αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει και αυθόρμητα, χωρίς κάποια προσυνενόηση κάνει έναν προστατευτικό κλειό γύρω τους και τραγουδάει μαζί τους. Οι αστυνομικοί αποχωρούν. Οι μουσικοί παραμένουν στο σημείο και συνεχίζουν με την υποστήριξη του κόσμου.

 Στιγμιότυπο 3 – Ανάρτηση σε social media
Ανακοινώνονται τα μέτρα ασφάλισης για τους ελεύθερους επαγγελματίες, που εξακοντίζουν τις εισφορές τους μαζί με τη φορολογία στο 60% των ετήσιων εσόδων τους. Πρόκειται για μέτρο δυσβάσταχτο. Κάποιοι από αυτούς δεν θα τα καταφέρουν να  επιβιώσουν επαγγελματικά με αυτές τις συνθήκες. Ανάρτηση ελεύθερου επαγγελματία στα social media εκφράζει την υπάρχουσα σε όλους αγανάκτηση με τη σκέψη της “συμμόρφωσης” της κυβέρνησης υπό την απειλή της κατάρρευσης αν για τρεις μήνες δεν πλήρωνε κανείς τίποτα.


Τι μπορεί να σημαίνουν αυτά τα μικρά, επαναλαμβανόμενα στιγμιότυπα μέσα στη “μικρή” κλίμακα της καθημερινότητας? Τι αποδίδει αυτή η συνάντηση υποκειμενικής θεώρησης και συλλογικής δράσης? Συνιστούν αυτές οι αυθόρμητες εκδηλώσεις με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και χαρακτήρα πράξεις πολιτικής ανυπακοής στη μικρή κλίμακα που εκφράζονται?


Ομολογώ ότι η πολιτική ανυπακοή είναι η πρώτη σύνδεση που μου έρχεται στο μυαλό για τα περιστατικά αυτά. (1) Αλλά προσπαθώ να μην ενδώσω. Όχι βέβαια με πρόθεση να αντισταθώ στον Thoreau, για ποιον λόγο άλλωστε? Αλλά για να δω μια πολιτική θεωρία στην ιδιαιτερότητα που παίρνει στο μικρό μέγεθος της καθημερινότητας, δηλ. εκφρασμένη ως “πάρα πολλά (πια) τέτοια περιστατικά”, ως “απλά γεγονότα που συμβαίνουν δίπλα μας”. Ακόμη παραπέρα, με την πρόθεση να διακρίνω αν μία πιο κοντινή και προσεκτική ματιά σε αυτό που συμβαίνει στην καθημερινότητα, μπορεί να συναντήσει μια “απαιτητική” πολιτική θεωρία και να μας δείξει κάτι. 

Οπωσδήποτε τα παραπάνω στιγμιότυπα μαρτυρούν μία θεμελιώδη διαφωνία που δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή ως “μικρής σημασίας”, επειδή συμβαίνουν στην κλίμακα της καθημερινότητας, της γειτονιάς, του εμπορικού δρόμου, ή του απρόσωπου χώρου των social media. Εκφράζουν - με πρόθεση και δράση - μία ευθεία διαφωνία και αντιπαράθεση με μία υποκειμενική - που τελικά γίνεται συλλογική - αντίληψη περί αδίκου, παραλόγου, ή ανήθικου, ακόμη και όταν αυτό έχει γίνει νόμιμο και οι κρατικές κατασταλτικές δυνάμεις επεμβαίνουν για να το επιβάλλουν.

Τα δύο πρώτα στιγμιότυπα έχουν πολλές ομοιότητες και διαφοροποιούνται από το τρίτο. Με τον αυθόρμητο και απροσχεδίαστο τρόπο που πραγματοποιήθηκαν, θα ήταν ίσως δύσκολο να ειπωθεί εάν οι άνθρωποι αυτοί (οι γείτονες που υποστήριξαν την κατάληψη στη μία περίπτωση και οι περαστικοί στην άλλη), είχαν συνείδηση του πολιτικού στόχου που ήθελε να υπηρετήσει η ανυπακοή και ταυτόχρονα ότι η πράξη και η δράση τους είχε δημόσιο χαρακτήρα. 
Είναι επίσης δύσκολο να διακριθεί με σαφήνεια μία περαιτέρω πρόθεση να προκύψει πολιτικός στόχος, ή να πεισθεί η κοινή γνώμη για το ορθό και δίκαιο της δράσης τους και να εξαναγκασθεί η πολιτική εξουσία να αποσύρει το άδικο μέτρο ή να αλλάξει την πολιτική της. Είναι δηλαδή δυσδιάκριτη, ή τουλάχιστον αδιευκρίνιστη η  άμεση σύνδεση της πολιτικής ανυπακοής στα δύο αυτά περιστατικά με την ύπαρξη πολιτικών ελατηρίων του πράττοντος, όπως ο J. Raz θα ήθελε να διακρίνονται. (2)

Αναμφίβολα όμως, διακρίνεται η υπακοή στη συνείδηση η οποία και ενεργοποιεί τη δράση, πρόκειται για μία ενσυνείδητη πράξη ανυπακοής, εκφράζει τη διάσταση ανάμεσα στη θεμελιωμένη ταύτιση ότι το νόμιμο είναι και εξ ορισμού δίκαιο και ηθικό και – στο σημείο αυτό σε συμφωνία με τον Raz - αποβλέπει στην έκφραση κάποιων αντιλήψεων και στην αποτελεσματική παρέμβαση στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η τρίτη περίπτωση έχει και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Καταρχήν γιατί συμβαίνει μέσα στον αχανή και πολυπληθή κόσμο των social media. Και δεύτερον, γιατί αναφέρεται στο θέμα της φορολόγησης που μας ξανασυνδέει με τον Thoreau και αποτελεί και ιστορικά ένα ευαίσθητο σημείο, καθώς πολλές επαναστάσεις ή πτώσεις καθεστώτων συνδέονται με την επιβολή βαριάς φορολογίας. 
Δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα εάν αποτελεί και πρόθεση του γράφοντος (την ανάρτηση), αλλά εκτός από όλα τα χαρακτηριστικά που διακρίνονται στα δύο παραπάνω περιστατικά, εδώ διακρίνεται και η συνείδηση του πολιτικού στόχου και η πρόθεση να τεθεί στην κοινή γνώμη. Νομίζω ότι διακρίνεται επίσης και η επιθυμία για δράση με στόχο τη μεταβολή του άδικου μέτρου και την αλλαγή πολιτικής στο συγκεκριμένο ζήτημα. 
Κατά τον Thoreau – που η φορολογία υπήρξε το κεντρικό μοτίβο γύρω από το οποίο πλέχτηκε η θεωρία του - πρέπει  να αρνηθείς να πληρώσεις το φόρο, όχι μόνο για να μην έρθεις σε σύγκρουση με τη συνείδησή σου, αλλά και για να εκφράσεις την αντίθεση και τη διαμαρτυρία σου στην πολιτική αυτή.


Επιστρέφοντας ξανά στη “μεγάλη κλίμακα” της πολιτικής θεωρίας, η θεωρία της πολιτικής ανυπακοής αντιδιαστέλλει την τυπική νομιμότητα μιας κυβέρνησης, που έχει εκλεγεί νόμιμα και έχει την πλειοψηφία του λαού, από την ηθική νομιμοποίησή της. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία επιθυμεί κάτι δε σημαίνει ότι το εν λόγω μέτρο είναι ορθό και δίκαιο. Αλλά και ακόμη παραπέρα, η απόφαση της πλειοψηφίας που μπορεί να είναι καθ' όλα νόμιμη, δεν είναι εξ ορισμού δίκαιη και ηθική.
Στην κλίμακα αυτή, είτε το πρόβλημα της πολιτικής ανυπακοής μελετηθεί ως πρόβλημα τύπου, είτε ως πρόβλημα ουσίας, είτε δηλ. κατά πόσον είναι δικαιολογημένο ή και υποχρεωτικό να εκδηλώνει κανείς πολιτική ανυπακοή, είτε κατά πόσο υφίσταται δικαίωμα πολιτικής ανυπακοής στο πλαίσιο των φιλελεύθερων κοινωνιών αφού εξασφαλίζουν ορισμένο βαθμό πολιτικής συμμετοχής, έχει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις. 

Στην μικρή όμως κλίμακα της καθημερινότητας μαζί με το πρόσφατο παράδειγμα του καστανά στη Θεσσαλονίκη και της άνεργης γυναίκας που πουλούσε τα υπάρχοντά της για να αντιμετωπίσει το κόστος των ιατρικών της εξετάσεων στην Αθήνα και η αντιμετώπισή τους από “τον νόμο”, παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον στον τρόπο που εκφράζουν την ανυπακοή της καθημερινότητας. 

Κυρίως γιατί κινούν άλλους προς την κατεύθυνση της συνειδησιακής αντιμετώπισης και στην επιλογή της ως ευρύτερης σταθεράς της ατομικής στάσης, συμπεριφοράς και δράσης και άλλους στην απαίτηση για μεγαλύτερη ανεκτικότητα της έννομης τάξης απέναντι στις φαινομενικές της παραβιάσεις. 
*Αξίζει να αναφερθεί ότι, στο θέμα της προσφυγικής κρίσης τον καθοριστικό ρόλο έπαιξε η ανάληψη δράσης από άτομα και συλλογικότητες στη βάση του συνειδησιακού προτάγματος και της ανυπακοής και όχι του έννομου, που πολλές φορές δυσκόλεψε αντί να διευκολύνει τα πράγματα. 

Επίσης γιατί οι πράξεις αυτές παρόλο που συμβαίνουν σε πολλές κλιμακώσεις συνειδητότητας, προτείνουν "σταθερές" σε πάρα πολλά πεδία (οικονομικό, κοινωνικό, κτλ), σε ένα συνεχώς και με τρόπο αναπάντεχα μεταβαλλόμενο ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό τοπίο. 

Και τέλος, γιατί συμβαίνουν σε αντίθεση με τις μεγάλες, κεντρικές, οργανωμένες, πολιτικές "αντιδρασεις και διαμαρτυρίες", σε μία εποχή που το πολιτικό σύστημα και οι οργανωμένες εκφράσεις του περνούν μία μεγάλη κρίση αξιοπιστίας.




1.Η πολιτική ανυπακοή (civil disobedience) είναι μια θεωρία της πολιτικής φιλοσοφίας που αναφέρεται στην άρνηση του πολίτη να υπακούσει ή να συμμορφωθεί με νόμο ή άλλη προσταγή της πολιτικής εξουσίας την οποία θεωρεί ανήθικη, άδικη ή παράλογη, με σκοπό η πολιτική εξουσία να πειστεί ή να εξαναγκαστεί να καταργήσει ή να τροποποιήσει αυτόν τον νόμο ή την προσταγή. Η θεωρία μορφοποιήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τον αμερικανό Henry David Thoreau στο δοκίμιό του “Πολιτική Ανυπακοή” (αρχικά με τον τίτλο “Αντίσταση στην Αστική Κυβέρνηση”). Το θεμελιώδες σκεπτικό του Thoreau αφορά την αυτονομία του πολίτη και την αντίστασή του κατά των μη ηθικών επιλογών της κυβέρνησης.

2. Joseph Raz, καθηγητής της φιλοσοφίας του δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης  οπαδός του νομικού θετικισμού, έχει υποστηρίξει την άποψη ότι δεν υφίσταται ούτε “εκ πρώτης όψεως υποχρέωση υπακοής στο νόμο”(prima facie obligation to obey the law). Βλ. J. Raz, Promises and Obligations, στο Law, Society and Morality, Essays in honour of Η.L.Α. Hart, Ρ.Μ.S. Hacker & J.Kaz, (εκδ.)Oxford, 1977 και J. Raz, The Authority of Law.