Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

ΣΥΡΙΖΑ: H ∆ιάψευση της Λαϊκιστικής Υπόσχεσης




Το νέο βιβλίο του Cas Mudde, ΣΥΡΙΖΑ: Η διάψευση της λαϊκιστικής υπόσχεσης, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο. Μία ενδιαφέρουσα ματιά από ένα πολιτικό επιστήμονα που μελετά τον λαϊκισμό στο "φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ" αν και με απαισιόδοξα σενάρια για την Ελλάδα στο τέλος. Αιχμηρό όσο χρειάζεται, δουλεμένος λόγος με προσωπικό τόνο και αμεσότητα στην έκφραση και βέβαια πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση για τον λαϊκισμό στα αριστερά.



* Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μέρος από την εισαγωγή.


"Η σοκαριστική επιτυχία της Χρυσής Αυγής αψήφησε την ακαδημαϊκή βιβλιογραφία σχετικά με τα ακροδεξιά κόμματα, η οποία παρουσίαζε διάσταση απόψεων σχεδόν για τα πάντα, αλλά παρουσίαζε σπάνια ομοφωνία στην άποψη ότι τα νεοναζιστικά κόμματα δεν μπορούν να έχουν εκλογική επιτυχία στη μεταπολεμική Ευρώπη. Συνεπώς, παρά την αύξηση των ποσοστών του στις εκλογές του Μαΐου του 2012, ήμουν βέβαιος ότι η Χρυσή Αυγή δεν θα κατάφερνε να μπει στη Βουλή. [...]

Επιπλέον, έχοντας ήδη πρόσφατα ξεκινήσει τη συγκριτική μελέτη στον λαϊκισμό, αριστερό και δεξιό, μου προκάλεσε την περιέργεια η ξαφνική άνοδος του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ). Τα υπερβολικά και απαίδευτα αισθήματα κατά της Χρυσής Αυγής και υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ στα ευρωπαϊκά αριστερά μέσα πυροδότησαν τα αντιδραστικά μου ένστικτα, τα οποία τα εκφράζω κυρίως μέσα από άρθρα μου, αλλά με έκαναν επίσης να σκεφτώ σε βάθος σχετικά με την ευρωπαϊκή πολιτική γενικά, και τον πολιτικό εξτρεμισμό ειδικά.

Το πρώτο ερώτημα στο οποίο έπρεπε να απαντήσω ήταν: 

Ποια είναι η σημασία της επιτυχίας της Χρυσής Αυγής τόσο για την Ευρώπη γενικά όσο και για την Ελλάδα ειδικά;


Όπως πάντα σε ό,τι αφορά την Άκρα Δεξιά στην Ευρώπη, δεν λείπουν οι ιστορικές συγκρίσεις με τη Γερμανία της Βαϊμάρης και με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Χωρίς, ωστόσο, να λαμβάνεται υπόψη η ιστορική ακρίβεια ή το εθνικό πλαίσιο. Όροι όπως «η Ελληνική Βαϊμάρη» έγιναν δημοφιλείς, και κάποιοι σχολιαστές έφτασαν στο σημείο να προβλέπουν απροκάλυπτα την «Ευρωπαϊκή Βαϊμάρη», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να καθορίσει το μέλλον ολόκληρης της Ευρώπης ή τουλάχιστον της νότιας Ευρώπης. 
Είναι περιττό να πούμε ότι τα επιχειρήματα για τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και τη Γερμανία της Βαϊμάρης παρουσιάζουν σοβαρές αδυναμίες, ενώ η Ελληνική Βαϊμάρη θα μπορούσε να ισχύει μόνο με σημαντικές εξειδικεύσεις. Το πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ η Γερμανία της Βαϊμάρης αφορούσε την άνοδο του εξτρεμισμού, δηλαδή της αντιδημοκρατίας, η «Ελληνική Βαϊμάρη» αφορά κυρίως την άνοδο του ριζοσπαστισμού, δηλαδή της αντίθεσης στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Όπως ελπίζω ότι θα γίνει σαφές στα κείμενα που ακολουθούν, δεν πρόκειται για ένα ακαδημαϊκό παιχνίδι με τις λέξεις.

Το δεύτερο ερώτημα στο οποίο έπρεπε να απαντήσω ήταν: 

Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στον λαϊκισμό και τη δημοκρατία; 

Μία από τις πιο θετικές συνέπειες της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ, και σε μικρότερο βαθμό των Podemos στην Ισπανία, είναι ότι μας υπενθύμισαν ότι ο λαϊκισμός δεν είναι απαραίτητα ένα δεξιό φαινόμενο. Μέχρι το 2012 σχεδόν όλα τα επιτυχημένα λαϊκιστικά κόμματα ήταν δεξιά, κυρίως ακροδεξιά, και αυτό είχε οδηγήσει πολλούς σχολιαστές να συγχωνεύουν ακροδεξιά χαρακτηριστικά όπως η ξενοφοβία με τον λαϊκισμό. 
Ο ΣΥΡΙΖΑ και περισσότερο οι Podemos, μας δείχνει ότι ο λαϊκισμός δεν είναι απαραίτητο να είναι εθνικιστικός και ξενοφοβικός. Όμως αυτό εγείρει το ερώτημα ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό του λαϊκισμού, δηλαδή, τι κοινό έχουν όλα τα λαϊκιστικά κόμματα και ποια είναι η σχέση λαϊκισμού και δημοκρατίας. 

Το τρίτο ερώτημα που προέκυψε ήταν: 

Είναι η μεγάλη οικονομική κρίση του 2008 η αιτία για την άνοδο του αριστερού λαϊκισμού στην Ευρώπη;


Εξάλλου, ο αριστερός λαϊκισμός αποτέλεσε επίσης επιτυχημένη αντίδραση στις συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού σε ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Βολιβία και η Βενεζουέλα, για χρόνια. Όπως συμβαίνει συχνά όταν δύο κατά κάποιον τρόπο παρόμοια φαινόμενα εμφανίζονται εντός μιας σχετικά σύντομης χρονικής περιόδου, τα μέσα ενημέρωσης επιδόθηκαν σε μια εικοτολογική φρενίτιδα, προβλέποντας την «άνοδο του αριστερού λαϊκισμού». Σε αυτήν παρασύρθηκαν και κάποιοι ακαδημαϊκοί, δημοσιεύοντας τους ευσεβείςπόθους τους σε κείμενα με μεγαλεπήβολους τίτλους όπως «Οι Καιροί Αλλάζουν: Ένας Νέος Αριστερός Λαϊκισμός.

 Πόσο διαφορετικά φαίνονται τα πράγματα σήμερα. 


Ελάχιστοι προοδευτικοί που σέβονται τον εαυτό τους εξακολουθούν να παρουσιάζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως μια αχτίδα ελπίδας για την Ελλάδα, πόσω μάλλον για την Ευρώπη, οι Podemos απογοήτευσαν τόσο στις δημοσκοπήσεις όσο και στις τοπικές εκλογές, και τα λίγα παλαιά αριστερά λαϊκιστικά κόμματα –όπως το Ολλανδικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (SP) και Η Αριστερά (DieLinke) στη Γερμανία– αύξησαν ελάχιστα τα ποσοστά τους. Κάποιοι επιχειρούν να διατηρήσουν ζωντανό τον μύθο της ανόδου της λαϊκιστικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτήν πολιτικούς από τον ευρύτερο χώρο, όπως τον νέο ηγέτη του βρετανικού Εργατικού Κόμματος Jeffrey Corbyn και τον Αμερικανό υποψήφιο των Δημοκρατικών για την προεδρία Bernie Sanders. Ωστόσο, δεν υπάρχει ίχνος λαϊκισμού, ή ακόμα περισσότερο ριζοσπαστισμού, στον Corbyn και στον Sanders, οι οποίοι προτείνουν αρκετά συνηθισμένες, παλαιού τύπου σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές. 


Στην πραγματικότητα, ο αριστερός λαϊκισμός παραμένει ένα αρκετά ασήμαντο πολιτικό φαινόμενο στην Ευρώπη, και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν βοήθησε στην άνοδο παρόμοιων κομμάτων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν καλύτερο να θεωρηθεί ένα παράδειγμα ελληνικού «εξαιρετισμού» παρά μια ευρωπαϊκή εμπροσθοφυλακή. Παρόλο που η εκλογική επιτυχία του οφείλεται στη μεγάλη οικονομική κρίση του 2008, ο αριστερός λαϊκισμός αποτελεί παγιωμένο ελληνικό φαινόμενο. Κατά πολλούς τρόπους, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια σύγχρονη εκδοχή, και ακόμα και αντικατάσταση, του ΠΑΣΟΚ.

Το τέταρτο, και τελευταίο, ερώτημα στο οποίο έπρεπε να απαντήσω, ήταν: 

Ποιο είναι το μέλλον της Ελλάδας; 


Παρόλο που μου είναι αρκετά εύκολο να κάνω βραχυπρόθεσμες προβλέψεις, σύμφωνα με τις οποίες ελάχιστα πράγμα τα αναμένεται να αλλάξουν, το μακρινό μέλλον είναι πολύ πιο δύσκολο να προβλεφθεί. Σε κομματικό επίπεδο, η μπάλα βρίσκεται στην πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ. Το πού θα αποφασίσει ο Αλέξης Τσίπρας να πάει το κόμμα του θα καθορίσει όχι μόνο τη μοίρα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και διαφόρων άλλων υπαρκτών και μελλοντικών κομμάτων. 

Πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν οι μακροπρόθεσμες κοινωνικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης και η αντιπαράθεση για αυτές. Το πιο σημαντικό είναι, τι συμβαίνει με την ελληνική νεολαία; Ενώ τα επίσημα δεδομένα πρέπει να εξετάζονται με προσοχή, η ανεργία των νέων στην Ελλάδα έχει σαφώς φτάσει σε ενδημικά επίπεδα. Έχοντας φτάσει περίπου στο 60% στο απόγειο της κρίσης, εξακολουθεί να βρίσκεται γύρω στο 50%. Ακόμα και αν η ελληνική οικονομία ανακάμψει σύντομα, δηλαδή, εντός των επόμενων πέντε ετών, πολλοί από αυτούς τους νέους δεν θα μπορέσουν να επωφεληθούν, επειδή οι θέσεις εργασίας που θα προκύψουν θα καλυφθούν από την επόμενη γενιά. Θα μπορούσαν να γίνουν μια «χαμένη γενιά», όπως και η νεολαία στην Ανατολική Γερμανία τη δεκαετία του 1990, αλλά χωρίς τη βοήθεια που εκείνοι είχαν, εξαιτίας της δεινής κατάστασης του ελληνικού κράτους πρόνοιας. Οι περισσότεροι, αργά αλλά σταθερά, θα γυρίσουν την πλάτη τους στην πολιτική, με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί ακόμα περισσότερο η φωνή τους στο πολιτικό σύστημα, καθώς και η νομιμότητα του δημοκρατικού συστήματος. Όμως κάποιοι μπορεί να γίνουν μέλη εξτρεμιστικών ομάδων, αριστερών και δεξιών, ενισχύοντας την ήδη υψηλή πολιτική πόλωση και βία στη χώρα.


Τελικά, όμως, φαίνεται ότι η Ελλάδα θα παραμείνει μια δυσλειτουργική φιλελεύθερη δημοκρατία, παρόμοια με τα νέα κράτη-μέλη της ΕΕ στα Βαλκάνια παρά με τα παλαιά κράτη-μέλη της ΕΕ στη Δυτική Ευρώπη.
Τα κόμματα θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν μια πύρινη ρητορεία, που υπερθεματίζει στις θεωρίες συνομωσίας και τον εθνικισμό, ενώ η χώρα θα κυβερνιέται με βάση το πελατειακό σύστημα και τη διαφθορά. Τα κόμματα και οι πολιτικοί που θέλουν να εκσυγχρονίσουν τη χώρα, και κυρίως να ενδυναμώσουν τα φιλελεύθερα δημοκρατικά της θεμέλια, είτε θα έχουν μόνο μια μέτρια εκλογική υποστήριξη είτε θα αποτρέπονται από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ. 
Η ΕΕ θα ασκεί τακτικά κριτική στις ελληνικές ελίτ, αλλά θα συνεχίζει επίσης να θέτει τα διεθνή οικονομικά συμφέροντα πάνω από τις εσωτερικές πολιτικές ανησυχίες. Τελικά, αν θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην οικονομική υγεία της Ευρωζώνης και τη δημοκρατική υγεία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, η δεύτερη πάντα θα μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. 


Όμως ανεξάρτητα από το πόσο εγωκεντρική και αναποτελεσματική είναι η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης γενικά, και της Ελλάδας ειδικά, από την ΕΕ, δεν είναι η ΕΕ η αιτία των ελληνικών προβλημάτων, αλλά απλώς ένας καταλύτης. Οι Έλληνες είναι αυτοί που δημιούργησαν το δυσλειτουργικό σύστημα και οι Έλληνες είναι αυτοί που θα πρέπει να βρουν μια λύση σε αυτό. 

Παρόλο που ο ρόλος των ελληνικών ελίτ είναι μεγάλος, το πελατειακό σύστημα και η διαφθορά δεν θα μπορούσαν να γίνουν ενδημικά και πανταχού παρόντα χαρακτηριστικά χωρίς την ανοχή μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Ομοίως, παρόλο που η αποτυχία των ελίτ δημιουργεί ευκαιρίες στους εθνικιστές και τους λαϊκιστές ώστε να κινητοποιηθούν, δεν υποχρεώνει τον λαό να τους ψηφίσει. 

Αν υπάρχει κάποιο γενικό μήνυμα σε αυτόν τον τόμο, αυτό είναι ότι οι λαϊκιστές μπορεί κάποιες φορές να θέτουν τα σωστά ερωτήματα, αλλά σχεδόν πάντα προσφέρουν τις λάθος απαντήσεις. Αυτό ισχύει για όλες τις χώρες, και η Ελλάδα σε αυτή την περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση."