Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Ο καιρός πριν το τέλος του έρωτα (Απόσπασμα)

"Μόνο σ' αυτό το μικρό μαγαζί ένιωθε καλά μαζί του τον τελευταίο καιρό. 
Σ΄αυτό το μικρό, παραμελημένο, αυτοσχέδιο μαγαζί που εμφανιζόταν τα καλοκαιρινά βράδια πάνω στο πεζοδρόμιο στο ίδιο σημείο, αλλά ήταν αδύνατον να φανταστείς την ύπαρξή του αν περνούσες μέρα. Με τα μεταλλικά στρογγυλά τραπέζια καφενείου και τις ανόμοιες καρέκλες μαζεμένες από 'δω κι από 'κει. 
Το κρασί ήταν ελαφρύ, δροσερό και εξαιρετικά μέτριο, πολύ μακριά από τις γεμάτες και ακριβές γεύσεις που της άρεσαν. Ότι σέρβιρε ήταν πέντε πιάτα όλα κι όλα με το φαλάφελ σε πρωτοκαθεδρία, μαζί με τηγανιτό συκώτι που άλλες φορές έφερναν κι άλλες όχι και μια χωριάτικη σαλάτα με πραγματικά νόστιμη ντομάτα, ένας Θεός ξέρει που την έβρισκαν. Φτιαγμένα εκείνη την ώρα αλλά σε πάρα πολλή ώρα, σε μια μικρή μάλλον αυτοσχέδια και παράνομη και αυτή κουζίνα και σερβιρισμένα σε λαδόκολλες με αλουμινόχαρτο στο εσωτερικό. 
Πήγαιναν πολύ συχνά εκεί τα καλοκαιρινά βράδια επειδή σε εκείνη άρεσε αυτό το μικρό, λαθραίο μαγαζί κι εκείνος ήθελε να την ευχαριστήσει. Κι αυτή, σωριαζόταν με ανακούφιση πάνω στις ψάθινες καρέκλες δίπλα στον ετοιμόρροπο τοίχο, ή λίγο πιο μακριά κάτω από το ταλαιπωρημένο και φαγωμένο από τη σκόνη δέντρο και τον άφηνε να παραγγείλει γρήγορα γρήγορα εκείνο το μέτριο κρασί, καθώς δεν υπήρχε άλλο. 
Σ΄αυτό το περίεργο σκηνικό, εκείνος εξαφανιζόταν. Λες και κάτι μαγικό τον σκέπαζε και δεν υπήρχε πια. Τον άκουγε να μιλάει χωρίς να ακούει τι της λέει κι άφηνε μόνο ένα μικρό μέρος του μυαλού της για να του απαντάει, να του μιλάει, να του λέει χίλια δυο κρατώντας το μυαλό του απασχολημένο με τρόπο ευχάριστο, γιατί αυτό ήθελε πάνω απ΄όλα από εκείνη, να του αδειάζει το μυαλό με ανάλαφρες ανοησίες. Συχνά, όπως τον κοιτούσε, σκεφτόταν πόσο πολύ θα θύμωνε αν ήξερε πως εκείνη κρατούσε το μεγαλύτερο μέρος του μυαλού της για να σκέφτεται άλλα ενώ ήταν μαζί. Αλλά δεν μπορούσε να το διακρίνει αυτό. Δεν ήταν τόσο έξυπνος, δεν μπορούσε να φτάσει ως εκεί. Κι έτσι ήσυχη και σίγουρη του απαντούσε σε όσα της έλεγε. Δεν ήθελε φασαρίες στο τέλος της μέρας, ούτε υπήρχε κανένας λόγος για νέες εκρήξεις και βιαιότητες. Γιατί γνώριζε τις βίαιες εκρήξεις της ανασφάλειά του όταν αντιλαμβανόταν ότι τον απέκλειε από τις σκέψεις της. Ήταν μία ματαίωση για αυτόν τόσο βαθιά που δεν μπορούσε να αντέξει. Και συνάμα του γεννούσε έναν τεράστιο φόβο πως αυτός δεν ήταν αρκετός για εκείνη. Δεν σκέπαζε την ύπαρξή της, δεν κυριαρχούσε, δεν ήταν πιο μεγάλος, πιο δυνατός από εκείνη. Αντίθετα, η σκέψη  της, το μυαλό της, τα συναισθήματά της, επέκτειναν την ύπαρξή της εκεί που εκείνος δεν μπορούσε να φτάσει, κι εκείνη δεν τον έπαιρνε μαζί, τον άφηνε πίσω. Πάντα εκείνη. Πάντα εκείνη. Αυτές οι διαπιστώσεις τον αποσταθεροποιούσαν ακόμη περισσότερο και έκαναν τις εκρήξεις του πολύ συχνές πλέον. 

Με τον καιρό εκείνη κατάλαβε ότι παρόλα όσα εκείνος έλεγε, δεν ήταν εκείνη η αιτία του θυμού του. Ο θυμός του ήταν βαθιά χωμένος μέσα του, ένα μ΄αυτόν, φτιαγμένος στην παιδική του ηλικία, όταν μια άλλη γυναίκα έφευγε και τον άφηνε, χωρίς να τον παίρνει μαζί της, μόνο του να την αναζητάει και να φοβάται. Έτσι φτιάχτηκε αυτός ο τεράστιος και ανθρωποφάγος θυμός, ζυμωμένος από αυτήν την εγκατάλειψη που επαναλαμβανόταν κάθε μέρα. Ο θυμός αυτός μαζί με τις εύθραυστες και αδύναμες σε περαιτέρω επεξεργασία εκλογικεύσεις της ενήλικης ζωής του και τις δικαιολογίες που συνόδευαν πάντα τις άτακτες φυγές του, μεγάλωσε μαζί του. Αλλά ήταν ανθρωποφάγος και τον καταέτρωγε. Όχι ότι ο ίδιος δεν είχε κατασπαράξει και άλλους ανθρώπους στο δρόμο της ζωής του. Ότι του είχε απομείνει στο πιο βαθύ κομμάτι του εαυτού του ήταν ο θυμός και οι φυγές. Γιατί πάντα έφευγε όταν ζόριζαν τα πράγματα. Όμως ο θυμός ήταν αυτό που εκείνος έβλεπε και όχι τα συντρίμμια γυναικών που κάθε φορά άφηνε πίσω του φεύγοντας. Καθώς οι συναισθηματικές του διαδρομές ήταν αδύναμες και έτσι μικρές, τον οδηγούσαν πάντα πίσω πιο απελπισμένο. Σε μια ματαιότητα της έλλειψης και της ανασφάλειας χωρίς τέλος, που όμως κι αυτή έμενε ακόρεστη και γινόταν ένα εξαντλητικό Ταντάλειο μαρτύριο χωρίς αξία. Γιατί ήξερε ότι η αποδοχή που έπαιρνε επιστρέφοντας δεν είχε καμιά αξία. Έπαιζε στα χαμηλά, στα σίγουρα, και αυτό μπορεί να του κάλυπτε για λίγο την ανάγκη μέσω της επιβεβαίωσης που του έδινε, αλλά του στερούσε για πάντα την αξία του αγώνα, της νίκης και κυρίως το συναίσθημα του νικητή που τόσο είχε ανάγκη. Κι αυτό βαθιά μέσα του το ένιωθε όποτε έμενε για λίγο μόνος και οι σκέψεις και τα συναισθήματά του χωρίς να τα κρατά απασχολημένα η ρουτίνα της καθημερινότητας ξέφευγαν και αναδυόταν. Έτσι δεν μπορούσε να μείνει πια μόνος με τον εαυτό του ούτε λεπτό. Υπέφερε. Γιατί χωρίς αμφιβολία υπέφερε. Κι ας μπορούσε να διακρίνει μόνο τον θυμό στη ζωή του και όχι τις φυγές. Προσπαθούσε με την ίδια πάντα και μόνιμη πια απελπισία, με χίλιους δυο τρόπους να τον καταλαγιάσει. Με πολλή δουλειά, με περισσότερο αλκοόλ και με παιχνίδια φλερτ με γυναίκες πολύ "δεύτερες" που ήταν σίγουρος ότι θα θα ανταποκριθούν κολακευμένες κι εκείνος θα ένιωθε "πολύς" και σπουδαίος. Αλλά αυτός ο ανθρωποφάγος θυμός, πιο ανδρωμένος και πιο μεγάλος πια από τον ίδιο, τον καταέτρωγε. Κι ήταν μόνο θέμα χρόνου η στιγμή που δεν θα είχε απομείνει τίποτα από αυτόν. Που ο θυμός θα τον είχε εξαφανίσει ολοκληρωτικά.

Εκείνη τα ήξερε όλα αυτά. Τα είχε καταλάβει μέσα σ΄αυτόν τον καιρό απ΄όσα εκείνος της είχε πει. Μερικές φορές χωρίς καν να καταλαβαίνει τι της λέει. Κι έτσι, εκείνα τα καλοκαιρινά βράδια, όλη η υπόλοιπη -εκτός από το μικρό κομματάκι του μυαλού της που ήταν σε εγρήγορση- έγερνε πίσω στην καρέκλα της, κοιτούσε τον ετοιμόρροπο τοίχο με τα πολύχρωμα φωτάκια πάνω του κι άφηνε το μυαλό της να φτιάχνει ιστορίες για αυτό το περίεργο μέρος χωρίς να μοιράζεται τίποτα μαζί του. Κι αυτό το μέρος γινόταν ο τόπος της ελευθερία της, αφού μόνο εκεί μπορούσε να σκέφτεται χωρίς εκείνος να γνωρίζει τι, χωρίς να το αντιλαμβάνεται καν. Χωρίς τα βίαια ξεσπάσματά του. Χωρίς τις ανασφάλειές του που σαν παλιρροϊκά κύματα γκρέμιζαν σχεδόν κάθε μέρα πια τη ζωή τους. Σε εκείνο το μέρος μπορούσε να στέλνει τις σκέψεις της μέσα στη νύχτα να διαλύσουν τους φόβους που εκείνος της προξενούσε τη μέρα. Δεν σκεφτόταν τίποτα συγκεκριμένο, τίποτα σοβαρό και κυρίως τίποτα εναντίον του. Απλά ταξίδευε χωρίς εκείνον. Και αυτό ήταν το πιο απειλητικό: να υπάρχει κάτι δικό της, κάτι που δεν του ανήκε και μάλιστα τόσο μεγάλο, ένας χώρος που ταξίδευε μόνη.

Όμως τα βράδια εκεί φαινόταν ικανοποιημένος. Ήρεμος θα έλεγες αν επρόκειτο για άλλον άνθρωπο γιατί αυτός δεν είχε υπάρξει ποτέ πραγματικά ήρεμος. Είχε την άνεση του γνώριμου χώρου και την αποφασιστικότητα του ανθρώπου που ξέρει τι θέλει. Μια σιγουριά υπερβολική και παράταιρη για το μέρος που ήταν όπως ήταν, για την ώρα που καλούσε σε λιγότερες βεβαιότητες, για τη ζωή την ίδια, ιδίως τη δική του που την παράδερνε ανάμεσα σε ψέματα και υποκρισίες καθώς δεν ήξερε που ήθελε να την πάει και τι να την κάνει, ή έχανε τα λογικά του από τον φόβο ότι κάτι θα έπρεπε να την κάνει ή κάπου αλλού να την πάει. Κι έτσι, αυτή η εξωτερική βεβαιότητα που επιδείκνυε, που δεν συμβάδιζε με το ολοκληρωτικά αβέβαιο μέσα του, έδινε κάτι τόσο υπερβολικό και παράταιρο σε όλα του, κάτι που γινόταν γκροτέσκο και μόνο αυτό το λαθραίο μέρος και η νύχτα μπορούσαν να χωρέσουν. 
Αυτό το λάθρα μέρος που τα παράνομα ηλεκτρικά του βραχυκύκλωναν κάθε τόσο και το βύθιζαν στο σκοτάδι, όπου δεν υπήρχε τίποτα που να της ταιριάζει, που της ήταν ένας κόντρα ρόλος που όμως για κάποιον λόγο του έβαζε κάτι χωρίς αμφιβολία αληθινά δικό της, γινόταν ένα σκηνικό που ανέδυε με τρόπο θαυμαστό τη μοναδικότητά της στα μάτια του. Σε εκείνο το μέρος, τα βράδια, ξεχύλιζε όλη του η επιθυμία να τη φροντίσει. Ακόμη και το βλέμμα του την κοιτούσε με φροντίδα, γιατί με έρωτα την κοιτούσε έτσι κι αλλιώς πάντα, κάθε στιγμή. Όμως εκείνη δεν τη συγκινούσε πια αυτή του η επιθυμία. Είχε μεσολαβήσει πολλή αλήθεια ανάμεσά τους. Είχε τελειώσει ο καιρός που νόμιζε ότι η φροντίδα του σήμαινε αγάπη και τίποτα δεν μπορούσε να τον φέρει πίσω. Ούτε αυτό το μέρος. Είχε τελειώσει. Κι έτσι εκείνη ζούσε φεύγοντας μακριά του κι εκείνος τη συνέτριβε  κάθε φορά με κάθε τρόπο όταν την έβρισκε στο δρόμο του φευγιού ή της επιστροφής. Γιατί όλες τις φορές, είτε από τη δικιά του αχαλίνωτη επιθυμία που γινόταν μανιασμένο ξέφρενο κυνηγητό, είτε από τη δικιά της, επέστρεφε. Μέχρι να ερχόταν εκείνη η μία φορά που δεν θα επέστρεφε ξανά. Δεν τη σχεδίαζε αυτή τη φορά. Δεν χρειαζόταν, ήξερε πως θα έρθει πολύ σύντομα κι έτσι απλά την περίμενε. Πήγαινε λοιπόν σε αυτό το μέρος, ανέπνεε με ανακούφιση και ελευθερία και περίμενε. Σε αυτό το μέρος μέσα στη νύχτα εκείνη άφηνε ένα κομμάτι της να κάνει αυτό που εκείνος ήθελε, κι εκείνος ικανοποιημένος από αυτήν την ανταπόκριση, τυφλός σε όλα τ΄άλλα, χαλάρωνε με ανακούφιση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, καθώς ένα ακόμη κυνηγητό είχε διακοπεί για λίγο. Γιατί εκείνος διαισθανόταν αυτό που εκείνη ήξερε. Διαισθανόταν αυτήν τη μία φορά και φοβόταν. Αλλά δεν μπορούσε να διαισθανθεί τίποτα για αυτό το μέρος. Δεν μπορούσε να φτάσει ως εκεί. Δεν ήταν τόσο καλός. Κι εκείνη ήταν ασφαλής εκεί.
Ανάμεσα στα λίγα τραπέζια και τις μουσικές που ακούγονταν, κάποιες φορές από πλανόδιους μουσικούς, ή τα βαριά άγνωστα σε εκείνην ρεμπέτικα από το βάθος του μαγαζιού, ανάμεσα σε μεθυσμένους πελάτες και σε μπουκάλια που έσπαγαν, στα συχνά βραχυκυκλώματα που βύθιζαν το μέρος σ΄ένα συνένοχο σκοτάδι, εκείνος επέστρεφε και ξαναζούσε τον πρώτο καιρό που πήγαιναν εκεί, χωρίς ο έρωτάς του να έχει μειωθεί ποτέ στο ελάχιστο. Αντίθετα, εκείνη επέστρεφε μόνο για να δραπετεύσει από αυτόν. Για εκείνην δεν ήταν ο πρώτος καιρός. Ήταν ο τελευταίος."

Ο καιρός πριν το τέλος του έρωτα
(Απόσπασμα)