Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Πωλ Ελυάρ - "Τα όνειρά της μέσα στο φως Σβήνουν τον ήλιο"

Αγαπημένος Ελυάρ, ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας

Η αγαπημένη

Στέκεται ορθή στα βλέφαρά μου

Και τα μαλλιά της μπλέκονται μες στα δικά μου

Έχει το σχήμα των χεριών μου

Έχει το χρώμα των ματιών μου

Βυθίζεται μες στη σκιά μου

Σα μια πέτρα στον ουρανό

Έχει τα μάτια της πάντ' ανοιχτά

Και δε μ' αφήνει σ' ύπνο να γείρω

Τα όνειρά της μέσα στο φως

Σβήνουν τον ήλιο

Με κάνουν να γελώ, να κλαίω και να γελώ

Και να μιλώ χωρίς να έχω τίποτα να πω.


Σαν σήμερα γεννιέται στο Σαιν Ντενί (1895) ο Πωλ Ελυάρ, Πωλ-Εζέν Γκρεντέλ μάλλον όπως ήταν το πραγματικό του όνομα. Συνδεδεμένος άρρηκτα με το κίνημα του υπερρεαλισμού του οποίου υπήρξε ένας από τους βασικούς ιδρυτές του και της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών Litterature και της μεταγενέστερης έκδοσης La Revolution Surrealiste. Παρέμεινε στις τάξεις της υπερρεαλιστικής ομάδας του Παρισιού μέχρι το 1938. Στον Β΄ Παγκοσμίο Πόλεμο πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση ως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Κατά τη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου επισκέφθηκε ως μέλος διεθνούς αντιπροσωπείας τον Γράμμο (Ιούνιος 1949), με στόχο την ενίσχυση του κύρους του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και τη διεθνή υποστήριξή του. Πέθανε το 1952 από καρδιακή προσβολή.


Η γωνιά του έρωτα και του μίσους και της δόξας

Απαντούσαμε και τα μάτια μας αντανακλούσαν

Την αλήθεια που μας χρησίμευε για άσυλο.

Δεν αρχίσαμε ποτέ

Αγαπιόμασταν από πάντα

Και επειδή αγαπιόμαστε

Θέλουμε να λευτερώσουμε τους άλλους

Από την παγωμένη μοναξιά τους.

Λέω θες και θέλουμε Το φως να συνεχιστεί

Ζευγάρια που λάμπουν από αρετή

Ζευγάρια θωρακισμένα με θάρρος

Γιατί τα μάτια τους αντικρίζονται

Και γιατί ο σκοπός τους βρίσκεται μες στη ζωή

των άλλων.


Ίλιγγο, σαγήνη, θάμπωμα και συγκίνηση προκαλεί στον Ελύτη η συνάντησή του με το έργο του Ελυάρ. Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας, θα πει ο Οδυσσέας Ελύτης.
Η ποίηση του Ελυάρ είναι αισθησιακή, όχι εννοιολογική. Ο Ελύτης έλκεται από αυτήν την ποιητική όπως και από τη θεματολογία του Ελυαρ: αίσθηση της νεότητας, γυναίκα, έρωτας, ανοιχτός ορίζοντας, χρώματα της φύσης. 


Σ΄ αγαπώ για όλες τις γυναίκες που δε γνώρισα

 Σ αγαπώ για όλες τις εποχές που δεν έζησα

Για τη μυρωδιά της μεγάλης άπλας καί τη

μυρωδιά του ζεστού ψωμιού,

 Για το χιόνι που λιώνει για τα πρώτα

λουλούδια,

 Για τα αθώα ζώα που ο άνθρωπος δεν τα

φοβίζει

Σ΄ αγαπώ  για ν’ αγαπώ

Σ΄ αγαπώ για όλες τις γυναίκες που δεν αγαπώ.


Την πολυτέλεια παραμέρισαν αμέσως ο ανάλαφρος ίλιγγος και η πρωτοδοκίμαστη σαγήνη που αναπηδούσαν από κάθε διάβασμα μερικών στίχων που με συνέπερναν, όχι πια χάρη στο ρυθμικό ισόμακρό τους λίκνισμα, αλλά -κι αυτό ήτανε το σπουδαίο- χάρη στη μαγική κατακύρωση ενός άλλου κόσμου διαφορετικού, που ζούσε γύρω μου ή μέσα μου και δε ζητούσε παρά με ποιό τρόπο να εκδηλώσει καλύτερα την πραγματικότητα του. Κι αυτός ο τρόπος είχε βρεθεί. - γράφει ο νεαρός Ελύτης που αναγνωρίζει ότι τα πρώτα του ποιήματα είχαν για κύριο βοήθημα το μόνο μοντέρνο ποιητή που ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του, τον Ελυάρ (η πληροφορία αυτή υπάρχει σε ιδιόχειρη σημείωση στο περιθώριο αντιτύπου ποιημάτων που κατέχει ο Βίττι).

Ο Ελύτης βρίσκει στον Ελυάρ το στοιχείο της τόλμης και τη διάθεση της ανατροπής που αισθάνεται έντονα μέσα του και ο ίδιος. Στη δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα (Νοέμβριος 1935, τεύχος 11ο), ο νεαρός Οδυσσέας Αλεπουδέλης επιλέγει το όνομα με το οποίο θα δημιουργήσει, γίνεται ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης. Οι δύο πρώτες συλλαβές του ψευδωνύμου του -που παραπέμπουν στην ελληνική μεταφορά των αντίστοιχων συλλαβών του Ελυάρ- εγγράφονται εμφανώς εν είδει γενεαλογίας και αντιδώρου.

Να κοιμάσαι

με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο

μ' έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ' στα μαλλιά

στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα

στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι

μέσ' απ' τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου

πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου

γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.




Σαν κοιταζόμαστ’ εμείς
Σεντόνια σπιθοβολούν χιονιού
Κάτω από τον ήλιο που όλο και ζυγώνει

Παράθυρα ανοίγουν τις αγκάλες τους
Σ’ όλο το μέγα μάκρος της οδού της καλοσύνης
Ανοίγονται χέρια και πουλιά
Ανοίγονται μέρες ανοίγονται νύχτες
Και των παιδικών χρόνων τ’ αστέρια
Στις τέσσερεις γωνιές του απέραντου ουρανού
Από μεγάλη ανάγκη τραγουδάνε σιγανά

Σαν κοιταζόμαστ’ εμείς
Ο φόβος αφανίζει το φαρμάκι δια παντός
Σβήνει στο δροσερό χορτάρι απάνω

Οι βάτοι μέσα στους νεκρούς ναούς
Τραβάν έξω απ’ τον ριζοβολημένον ίσκιο
Τους ζέοντες άλικους και μελανούς καρπούς τους
Το κρασί της αφρισμένης γης
Πνίγει στο απόγειο της πτήσης τους τις μέλισσες
Και οι χωρικοί αναθυμούνται τότε
Χρόνια που ’χαν τις σοδειές τις πιο γεμάτες

Σαν κοιταζόμαστ’ εμείς
Τις φλέβες της πιάνει και χαράζει η απόσταση
Και των νερών το φούσκωμα όλους τους γιαλούς αγγίζει

Οι λέαινες οι περιστέρες οι ελαφίνες
Στον καθαρόν αγέρα τρέμοντας κοιτάζουν που γεννιέται
Τ’ όμοιό τους σαν την άνοιξη
Και η άφθονη γυναίκα και μητέρα
Τη ζωή στην ασωτεία συντονίζει
Αλλάζει ο κόσμος χρώμα
Η γέννηση με την απουσία εναλλάσσεται

Σαν κοιταζόμαστ’ εμείς
Οι τοίχοι φλέγονται όλοι από παλιά ζωή
Οι τοίχοι φλέγονται όλοι από ζωή καινούργια

Η κλίνη της φύσεως έξω
Έχει στρωθεί καλά με αθωότητα
Λυκόφωτος ο ουρανός και λούζει
Τη λυγμική και μειδιώσα
Μορφή της μουσηγέτιδος
Πάντοτε γυμνότερη εκείνη σκλάβα και άνασσα
Φυλλώματος διηνεκούς και εσαεί

Όποτε κοιταζόμαστ’ εμείς
Εσή η λυμφατική ο ζοφερός εγώ
Η όραση είν’ ολούθε αύρας πνοή και πόθου

Που ζωογονεί το πρώτο και το ύστατο όνειρο.