Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα Pulitzer είναι πάντα ένα Pulitzer

Ξεκίνησα να διαβάζω το περσινό Πούλιτζερ (Η Καρδερίνα της Donna Tartt) χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για να πω την αλήθεια, καθώς έχω σταματήσει εδώ και χρόνια να διαβάζω το ετήσιο Πούλιτζερ, Γκονκούρ, Μπούκερ και πάει λέγοντας. Ομολογώ σε τόνο εξομολογητικό, ότι ναι, υπήρξαν χρόνια που μου φάνταζε απίθανο να μην έχω διαβάσει οπωσδήποτε αυτά τα ετήσια. Να δω που κινείται αυτός ο κόσμος που κινεί τα νήματα της λογοτεχνίας, που τη μεταφράζει, την εκδίδει, την προβάλει, τη διαφημίζει, τη βραβεύει, τη βάζει στα ευπώλητα, την “επιβάλλει” με κάθε τρόπο στο αναγνωστικό κοινό. Κάπως έτσι και με την Tartt. Ανόρεχτα, σχεδόν βαριεστημένα, καθώς βρισκόταν στη βιβλιοθήκη, με επιδεικτική αδιαφορία στις διθυραμβικές κριτικές και σημειώματα του τύπου “ως μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης λογοτεχνίας”.  Αλλά παρόλα αυτά με μια κάποια προσμονή, όπως πάντα άλλωστε συμβαίνει όταν ξεκινάς να διαβάσεις κάτι. Αλλιώς γιατί να ξεκινήσεις? Ένα εθελούσιο θύμα της γοητείας της ανάγνωσης έχω συλλάβει τον εαυτό μου ξανά και ξανά να είναι, χρόνια τώρα.

Για την Καρδερίνα της Donna Tartt ένα έχω να πω σε δυο λέξεις: παραείναι “τέλειο”. Τόσο “τέλειο” που γίνεται αδιάφορο.
Όλα είναι τόσο τεχνικά καλοδουλεμένα, τόσο άψογα. Σαν μία άψογα εκτελεσμένη συνταγή ενός απαιτητικού γκουρμέ πιάτου. Οι ανατροπές στη σωστή θέση, οι αποκαλύψεις στη σωστή στιγμή, η εξέλιξη με τον σωστό ρυθμό, με τον σωστό τρόπο. Όλα τόσο σωστά, τόσο αποτροπαια ολόσωστα! Τίτλοι από ταινίες του κινηματογράφου, στίχοι του Ρεμπό, φράσεις του Κάπτεν Μάρβελ, αποφθέγματα του Μιρό και του Πικάσο, αναφορές από την κοιλάδα του Μπαμιγιάν στο Αφγανιστάν έως τον Ουίλιαμ Χόγκαρθ, τον Δρ. Νο και τον Μίσκιν, ριγμένα ανάμεσα σε ευαγγελικές παραβολές και έξοχα γερμανικά, όλα ανάκατα στο κύριο σώμα και τις παραπομπές. Και μικρές αναφορές - επιδεικτικά κλεισίματα του ματιού - για τους “μυημένους” της λογοτεχνίας. Και πληροφορίες τέχνης και μυστικά από τον γοητευτικό, κρυφό κόσμο της συντήρησης, όλα πάντα στη σωστή δόση.
Τίποτα “δεύτερο”, τίποτα πλημμελώς ψαγμένο, τίποτα λιγότερο, ή πιο κάτω απ΄ όσο το “επίπεδο”, αλλά κυρίως η στόχευση του έργου - ένα μεγάλο βραβείο - απαιτεί. Όλα τόσο προσεκτικά υπολογισμένα, τόσο μεθοδικά και εργατικά ψαγμένα. Τόσο “κατάλληλα”!

Και όλες αυτές οι “σωστές δόσεις”, στις “σωστές στιγμές”, όλες αυτές οι “καταλληλότητες”, κάνουν το βιβλίο απίστευτα... βαρετό! Βεβαίως και έχει και την κατάλληλη βία, σε όλες τις εκδοχές, υφέρπουσα, ωμή, λεκτική, ενδοοικογενειακή, συμμοριών, του δρόμου. Η βία είναι συνεχώς παρούσα σε ένα τρίπτυχο σεξ, βία και ναρκωτικά σε μεγάλες πόλεις (ακόμα κι αυτές είναι τόσο προσεκτικά επιλεγμένες για να εξυπηρετηθεί το μάρκετινγκ του βιβλίου), ενώ η ιστορία αγάπης που δεν θα μπορούσε να λείπει, παραμένει αδύναμη παρά τη φιλότιμη προσπάθεια της Tartt.

Το τέλος του πολυσέλιδου βιβλίου βρίσκει τη συγγραφέα μάλλον κουρασμένη, απ΄όλη την προσπάθεια να μας εντυπωσιάσει και προφανώς πέρα από τους αναγνώστες και κάποιους παραγωγούς, στοχεύοντας στη μεταφορά του μυθιστορήματος στον κινηματογράφο. Οι κρίσεις για τον αιώνιο δυισμό καλού – κακού, απέχουν πάρα πολύ από το να μας αφήσουν κάτι να θυμόμαστε, πόσο μάλλον να μας εντυπωσιάσουν, παρά το γεγονός ότι οι τεχνικές της γραφής που χρησιμοποιεί το επιδιώκουν. Ο μονόλογος – σκέψεις του ήρωα, δεν φτάνουν σε κανένα κρεσέντο παρά την προσπάθεια της Tartt. Αντιθέτως, η εμφανής αδυναμία να προκαλέσει κάποια συγκίνηση, καταλήγει σε εμφατικές κοινοτυπίες. Δεν αμφιβάλλω για της έντιμες προθέσεις της Tartt, την προσπάθεια, την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα, την προσήλωση και την τεχνική, που αναδύονται από το αποτέλεσμα. Και δεν θα στερήσω την "αλήθεια" που μπορεί να υπάρχει στο έργο. Απλά εγώ δεν συναντήθηκα με την αλήθεια αυτήν.

Πρέπει ωστόσο να ομολογήσω ότι οι κεντρικοί ήρωες είναι ολοκληρωμένοι, ολοζώντανοι, πολυδιάστατοι, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα θυμάσαι το όνομά τους μετά το τέλος του βιβλίου.

Η Καρδερίνα της Tartt είναι ακριβώς όπως πρέπει να είναι για ένα πάρει ένα βραβείο Πούλιτζερ και ακριβώς όπως ΔΕΝ πρέπει να είναι για έναν απαιτητικό αναγνώστη, που αναζητεί να χαθεί στο βάθος και την προοπτική και να μαγευτεί από το ατελές. 
Νομίζω έτσι ακριβώς: σαν ένα γκουρμέ πιάτο, που εκτελέστηκε με μεγάλη επιστυχία από έναν ικανότατο σεφ και το τρως με μεγάλη ευχαρίστηση καθώς μιλάς με τους φίλους σου στη διάρκεια του δείπνου σε αυτό το έξοχο εστιατόριο, αλλά δεν το αναφέρεις ξανά γιατί δεν σου άφησε κάποια ιδιαίτερη γεύση για να το θυμάσαι. 


Υ.Γ. Παρόλα αυτά, ήταν ομολογουμένως καλύτερο από τις πολιτικές συζητήσεις των ημερών!