Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Σύριοι πρόσφυγες - Ειδομένη


Φτάσαμε στα σύνορα στην Ειδομένη το πρωί. Αρκετά δέντρα, πολύ χώμα, μια σιδηροδρομική γραμμή που δεν αποσπούσε την προσοχή παρά μόνο από τα αγωνιώδη βλέμματα που συγκέντρωνε κάποιες στιγμές μέσα στην ώρα και μία ατμόσφαιρα ησυχίας. Εκείνης της ησυχίας που ακολουθεί την ένταση της αγωνιώδους εγκατάλειψης. 


Το τοπίο έμοιαζε με έναν τρόπο με άλλα πεδία  καταστροφής, ή υποδοχής της καταστροφής. Έφταιγε νομίζω αυτό το πολύ ξεθωρισμένο σχεδόν κίτρινο χώμα, αυτά τα γνωστά συρματοπλέγματα – όχι αγκαθωτά παρά μόνο στη γραμμή των συνόρων και οπωσδήποτε όχι πολλά σε σχέση με άλλα μέρη μάλλον τα απολύτως απαραίτητα θα έλεγα - τα πεταμένα και ποδοπατημένα ρούχα, τα σκονισμένα προσωπικά μικροαντικείμενα, τόσο σκονισμένα που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τι ήταν παρά μόνο αν πλησίαζες κοντά και τα σκουπίδια πεταγμένα ή στοιβαγμένα εδώ κι εκεί. Οι γεμάτοι κάδοι των σκουπιδιών έμοιαζαν με απίστευτη παράφωνη απαίτηση, μαζί με την καντίνα και το φορτηγό με το παγωτό απέναντι από τις γραμμές του τρένου. Ένα τρίπτυχο παραλογισμού, τόσο απαραίτητου όμως για να παραμένει αυτό το “πέρασμα” ένα κομμάτι της αληθινής ζωής, καθώς ποια ζωή θα μπορούσε να παραμένει αληθινή έχοντας στερηθεί τον παραλογισμό της? Ένα λεπτό σημείο ήταν αυτό το μέρος, σκέφτηκα. Ένα λεπτό σημείο έκφρασης μίας ανυπέρβλητης αντίφασης της ζωής, όπου ο παραλογισμός και η αλήθεια συναντιούνται. Ποιος θα κερδίσει, αναρωτήθηκα μόνο για μια στιγμή και έσπευσα να απαντήσω γρήγορα αλλά με κάποια ανεξήγητη ενοχή, με ένα περίεργο αίσθημα ανημποριάς, η ζωή φυσικά. 

Άφησα γρήγορα στην άκρη αυτές τις αντιφατικές εσωτερικές μου συνομιλίες που δήλωναν πάντα σθεναρά και απρεπώς ως προς τις συνθήκες παρούσες, και απομακρύνθηκα αφήνοντας και τους υπόλοιπους να στήσουν έναν υπαίθριο “σταθμό” που θα μπορούσε να προσφέρει πρώτες βοήθειες, κάποια πρωτοβάθμια φροντίδα, πολύτιμες ιατρικές συμβουλές και φάρμακα. 

Οι Σύριοι πρόσφυγες ήταν καθισμένοι κάτω από τα δέντρα, σε μια μέρα στο τέλος του καλοκαιριού που προμηνυόταν πολύ ζεστή. Στο βάθος του ορίζοντα όλα ήταν πράσινα και αυτό το γνώριμο σκούρο πράσινο των δέντρων έκανε το μέρος να φαντάζει σχεδόν ασφαλές. Για μας μόνο. Γιατί σε τίποτα δεν μοιάζει με το πράσινο της Συρίας. Προχωρούσα με σταθερό, ήρεμο βήμα προς τη γραμμή των συνόρων. Το πέρασμα της Ειδομένης δεν είναι ένας “καινούριος” δρόμος. Είναι εκεί από το 2009, γνωστό σε όλους. Πως μια ολόκληρη χώρα το έμαθε μόλις από τα πρόσφατα επεισόδια είναι να απορείς. Δεν μας χώριζαν νομίζω πάνω από 100 μέτρα. Μία ευθεία από αγκαθωτό συρματόπλεγμα, ένα μικρό άνοιγμα στο κέντρο της, κάποιοι στρατιώτες και 3-4 στρατιωτικά αυτοκίνητα από την άλλη πλευρά, κάποιοι δικοί μας συνοριοφύλακες και μια ομάδα 50 προσφύγων περίμενε το σήμα από την άλλη πλευρά. 

Έφταναν με τα πόδια και με λεωφορεία και περίμεναν κάτω από τα δέντρα δίπλα στις γραμμές του τρένου. Και περίμεναν. Εκεί τους χώριζαν σε ομάδες των 50. Και περίμεναν. Κανείς δεν ήξερε και κανείς δεν μπορούσε να τους πει για πόση ώρα θα έπρεπε να περιμένουν. Κι έτσι περίμεναν. Αχώριστα συνοδευόμενοι από μια βάναυση φυγή, τραυματισμένοι με κάθε τρόπο, κατάκοποι, μιλώντας λίγο. Έτσι περίμεναν. 
Το πέρασμα ξεκινούσε γύρω στις 6 το πρωί, έκλεινε το απόγευμα και η συμφωνία ήταν ότι θα περνούσε μία ομάδα κάθε 15΄, αλλά σε όλη τη διάρκεια της ημέρας αυτό το “ανά 15'” δεν τηρήθηκε ποτέ. Κι έτσι περίμεναν, με μοναδική ελπίδα ότι θα περνούσαν μέσα στη μέρα. Κάθε ομάδα όταν έφτανε η σειρά της προχωρούσε αυτά τα 300 περίπου μέτρα που τη χώριζαν από το αγκαθωτό συρματόπλεγμα και περίμενε ξανά εκεί στο νέο σημείο. Άγνωστο για πόσο, αλλά αυτή τη φορά τους χώριζαν ελάχιστα μέτρα από το πέρασμα. 

Καλημέρα, τους είπα. Πέντε, έξι μέτρα μπροστά μας ήταν το “πέρασμα” που άνοιγε άγνωστο κάθε πότε. Κι όταν θα άνοιγε αυτοί οι 50 άνθρωποι θα έκαναν μία γραμμή ανά δύο και θα περνούσαν αυτά τα λίγα μέτρα που τους χώριζαν από την επόμενη χώρα. Κάποιος που να μιλάει αγγλικά, γαλλικά, τους ρώτησα?
Με κοίταξαν παραξενεμένα, αλλά όχι εχθρικά. Χρειάστηκε να το επαναλάβω 1-2 φορές με μία ήρεμη και σταθερή φωνή, σε έναν χαμηλό και ευγενικό τόνο. Με κοιτούσαν καταπρόσωπο, ήξερα ότι με ζύγιζαν με έναν τρόπο κι εγώ τους άφηνα να με κοιτούν και ανταπέδιδα το βλέμμα τους με ηρεμία, εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια. Νομίζω. Δεν ήξερα πως ήταν το βλέμμα μου. Ήξερα ότι λυπόμουν. Όχι για κάποιον προσωπικά ή ξεχωριστά, αλλά για ότι συνέβαινε. Ήξερα ότι είχα δει ξανά και ξανά όλες αυτές τις σκηνές. Ήξερα ότι ήμουν εκεί γιατί εκείνοι πιστεύαν ότι θα τα καταφέρουν κι εγώ είχα έρθει να ενώσω την πίστη μου με τη δική τους, να βοηθήσω να συνεχίσουν αυτό το ταξίδι ελπίδας και πίστης. Δεν είχα τίποτα να κρύψω και δεν είχα τίποτα να ζητήσω. Καμία μεσσιανική ευφορία. Μόνο μία σταθερή απόφαση που παραμέριζε τη λύπη: πρέπει να τα καταφέρουν.
Κάποιοι κινήθηκαν, κάτι είπαν μεταξύ τους και πολύ γρήγορα που υπέδειξαν κάποιον. Καλημέρα, του είπα, του εξήγησα ποιοι είμαστε, τι κάνουμε εδώ και του ζήτησα τη βοήθειά του μεταφράζοντας. Λίγο αμήχανος, με μια εσωτερική ένταση να ξεχειλίζει από παντού, δέχτηκε ευγενικά. Σε ευχαριστώ πολύ του είπα, Αλεξάνδρα. Παρακαλώ, Σαμίρ, μου απάντησε. Του ζήτησα να ρωτήσει εάν κάποιος έχει ή αισθάνεται ότι έχει ανάγκη ιατρικής βοήθειας. Κι έτσι γρήγορα – αλλά όχι απλά – άρχισε να μεταφράζει και με πολύ λιγότερη αμηχανία απ΄όση θα περίμενε κανείς και με πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη απ΄όση θα ευχόταν κανείς, άρχισαν σιγά σιγά να σηκώνονται κάποια άτομα...

Οι Σύριοι πρόσφυγες του πολέμου ταξιδεύουν στην Ευρώπη του 21ου αιώνα με τραύματα από το ταξίδι των δουλεμπόρων που γίνεται μία μεγάλη προσπάθεια να λέγονται "διακινητές", καθώς αυτή η γηραιά ήπειρος που διεκδικεί αλλαζονικά με τρόπο αδιαμφισβήτητης αυθεντίας τα πρωτεία σχεδόν σε όλα, δεν μπορεί να τους παρέχει άλλο τρόπο εισόδου, παρά μόνο αυτόν των δουλεμπόρων. 
Τα περιστατικά ήταν στην πλειοψηφία τους τραύματα ταλαιπωρίας και απόρροια του “ταξιδιού”. Τραύματα τριβής στα χέρια, καθώς κουβαλούσαν μεγάλες σακούλες με απαραίτητα είδη για το ταξίδι και μεγάλες φουσκάλες με πύον στα πόδια από το πολύωρο περπάτημα με ακατάλληλα παπούτσια, που όλα έπρεπε να ανοιχτούν, να καθαριστούν, να επιδεθούν κατάλληλα, μέχρι το επόμενο νοσοκομείο. Η συντριπτική πλειοψηφία όσων ήθελαν να εξεταστούν ζητούσαν κάτι για το βήχα, οδυνηρό ενθύμιο μαζί με κάποια βρογχίτιδα από το ταξίδι με τις δουλεμπορικές βάρκες, ή τα καθόλου αεριζόμενα φορτηγά. Τα τσιμπήματα από κουνούπια είχαν μολυνθεί και είχαν πρηστεί ή μετατραπεί σε πληγές. Και φυσικά δεν έλειπαν τα τραύματα από τον πόλεμο. Μεγάλες, φρέσκιες ακόμα ουλές από ραψίματα σε τραύματα και μεταλλικά ελάσματα για σπασμένα οστά, που όμως είχαν σπάσει στη διάρκεια του ταξιδιού. Τα παυσίπονα σε πρώτη ζήτηση. Κι ύστερα, οι έγκυες γυναίκες, συνοδευόμενες με πολλή αγάπη και τρυφερότητα από τους άνδρες τους, λιγομίλητες, αποκαμωμένες, με βλέμμα ταλαιπωρημένο αλλά σταθερό.


Οι Σύριοι πρόσφυγες του πολέμου που φτάνουν στα σύνορα της Ειδομένης με κάθε τρόπο, είναι ταλαιπωρημένοι, αλλά όχι καταβεβλημένοι. Έχουν τη δύναμη και την αποφασιστικότητα της ελπίδας και τίποτα άλλο. Και αυτό το τίποτα άλλο, κάνει το μοναδικό υπάρχον, την ελπίδα, τα πάντα. Κυριολεκτικά τίποτα άλλο. Σχεδόν δεν μπορείς να το πιστέψεις, γιατί έχεις ξεχάσει πως είναι, τι είναι αυτό. Το βλέπεις μπροστά σου και σχεδόν πάντα δυσκολεύεσαι να το αναγνωρίσεις. Εσύ προέρχεσαι από μία κοινωνία, μία χώρα όπου η συμπόρευση με τον “ρεαλισμό” δεν αφήνει περιθώρια για τέτοιους “παραλογισμούς”. Τι είναι παραλογισμός? Η ανάγκη να γλιτώσεις από έναν πόλεμο? Η απόφαση για αυτό το ταξίδι? Η υλοποίησή του με κίνδυνο ακόμα και τη ζωή σου? Η υποδοχή σου από την Ευρώπη της Επαγγελίας? Τι είναι το ρεαλιστικό εδώ?

Συζητώντας μαζί τους καταλαβαίνεις ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για τη Γερμανία όπου και θέλουν να πάνε. Μια αόριστη ιδέα σωτηρίας, ευδαιμονίας, ζωής. Αλλά όχι, στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν τίποτα πρακτικό, δεν γωρίζουν τι θα βρουν εκεί, ή τι πρέπει να κάνουν. Θέλουν μόνο να φτάσουν εκεί, που θα σημάνει το τέλος του πολέμου. Κάποιοι μας ρωτούν εάν θα είναι καλύτερα να πάνε στη Γερμανία ή στην Ολλανδία. Λέω σε όλους στην Ολλανδία, χωρίς να ξέρω καν εάν και πόσους Σύριους πρόσφυγες θα δεχτεί. Αλλά δεν μπορώ να τους το πω αυτό. Με ρωτάνε γιατί Ολλανδία. Τους λέω ότι τη βρίσκω πιο όμορφη. Δεν έχω τίποτα άλλο να τους πω. Ρωτάνε για τη διαδρομή. Ποια χώρα είναι μετά? Φύρομ απαντάμε. Μετά? Μετά? Μετά? Ο κατάλογος με τις χώρες που διαδέχονται η μία την άλλη μοιάζει ατέλειωτος, αλλά δεν μοιάζει να τους απογοητεύει ούτε στο ελάχιστο.

Το γκρουπ του διερμηνέα μου φεύγει και φεύγει κι εκείνος τρέχοντας. Με λένε Σαμίρ και είμαι από τη Συρία, μου φωνάζει γυρνώντας το κεφάλι προς τα πίσω και σηκώνοντας το χέρι σε έναν ύστατο χαιρετισμό, ενώ έτρεχε να ενωθεί με τους υπόλοιπους για τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν από το μικρό άνοιγμα στη γραμμή των συνόρων. Λες και κάτι ήθελε να αφήσει πίσω του να θυμάμαι, αλλά δεν είχε τίποτα άλλο παρά το όνομά του. Στη θέση του βρίσκω έναν Τούρκο. Αργότερα μέσα στη μέρα θα έρθει η “Μετάδραση” που με τους μεταφραστές της προσφέρει σπουδαίο έργο, όχι μόνο για τους Σύριους, αλλά και για τους Πακιστανούς και τους Αφγανούς που είναι εκεί. Αλλά είναι νωρίς ακόμα. Η σειρά αυτών που θέλουν να εξεταστούν συνεχίζεται: τραύματα, βήχας, καθαρισμοί, παυσίπονα, έγκυες γυναίκες. Σημάδια πολέμου παντού. Το επέκεινα ενός πολέμου οι εικόνες αυτές. 

Από ώρα σε ώρα έρχεται μία μηχανή τρένου. Αφού περάσουν τα σύνορα στη Φύρομ οι Σύριοι πρόσφυγες θα απογραφούν σε ένα γραφειάκι, θα μπούνε ύστερα στο τρένο και επόμενος σταθμός η επόμενη χώρα. 
Μιλάμε με τον πατέρα της μικρής Γεν. Είναι ένα παραδοσιακό αραβικό όνομα μας λέει, που σημαίνει μπλε της θάλασσας. Έχει γενέθλια σήμερα, γίνεται ενός έτους. Καθώς μιλάει μοιάζει να ανοίγεται λίγο περισσότερο, απολογείται για τα βρώμικα ρούχα της Γεν. Η γυναίκα του, μια νεαρή αδύνατη γυναίκα εμφανώς ταλαιπωρημένη, έχει κλάψει ανάμεσα στους παρήγορους λόγους μας λίγο πριν και μέσα στη ζεστή αγκαλιά της Μαίρης. Δακρύζει συνέχεια και τώρα. Βουβά, σιωπηλά, σκουπίζει συνέχεια τα μάτια της που δεν στερεύουν. Της χαμογελώ και μου χαμογελάει κι εκείνη. Εκείνος κρατάει τη μικρή Γεν αγκαλιά, που βγάζει δόντια, που έχει πυρετό, που κλαίει, που είναι όμορφη αλλά δεν το ξέρει ακόμα, που περνάει τα πρώτα της γενέθλια ως πρόσφυγας εδώ στα σύνορα της Ειδομένης. 

Η μέρα περνάει μέσα στη ζέστη, τη σκόνη και τις ανθρώπινες ανάγκες. Για λίγο δροσερό νερό, για φαγητό, για σκιά. Οι χημικές τουαλέτες δίνουν μια σχετική επάρκεια και το ντους που έχει στηθεί είναι τουλάχιστον από κατασκευαστικής άποψης χρήσιμο. 
Κι άλλες οργανώσεις έρχονται. Η Γερμανία είναι επίσης εδώ και παρακολουθεί με ενδιαφέρον. Γερμανικές οργανώσεις κυβερνητικές, μη κυβερνητικές, τηλεοπτικά κανάλια. Η σειρά συνεχίζεται. Καθαρισμοί, παυσίπονα, και πάει λέγοντας.

Δώσαμε και πήραμε, είπε ο Βασίλης στο τέλος της μέρας. 
Μια αλήθεια σε τρεις λέξεις.  
Κανείς δεν θέλησε να προσθέσει κάτι. Χαιρετιστήκαμε και το διαλύσαμε γρήγορα.





*Πρόκειται για τη 2η δράση ανθρωπιστικής βοήθειας στους Σύριους πρόσφυγες που πραγματοποίησε το Ανοιχτό Πολυιατρείο Θεσ/νίκης στην Ειδομένη, στις 29.08.2015.