Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Εκλογές - Μέρος Β΄

Δεν “τράβηξε” το ντιμπέιτ, δεν “τραβάνε” και τα προεκλογικά τηλεοπτικά σποτ και είναι ίσως μία από τις λίγες προεκλογικές αναμετρήσεις που η τηλεοπτική επικοινωνιακή καμπάνια των κομμάτων μοιάζει το αναγκαίο κακό αυτής της προεκλογικής εκστρατείας.

Τα τηλεοπτικά σποτ των κομμάτων μοιάζουν σε αυτήν την προεκλογική περίοδο μία σύνθεση πολυχρησιμοποιημένων υλικών. Πολύ μακριά από τις ευφάνταστες, σπιρτόζικες, ατακαδόρικες συλλήψεις των χρηστών των social media, φαντάζουν μπροστά τους μάλλον σα να ακολουθούν παρά σα να μπορούν να υπάρξουν σε πρώτο χρόνο. Και ίσως αυτή η αλλαγή που επιβλήθηκε από την έξαρση των social media και κάνει το τηλεοπτικό προϊόν να φαντάζει χωρίς έμπνευση και κίνηση, είναι και θα είναι μία από τις μεγάλες δυσκολίες που οι σχεδιαστές των επικοινωνιακών εκστρατειών θα καλούνται να αντιμετωπίσουν κάθε φορά.

Αλλά δεν “τραβάει” και γενικότερα η επικοινωνιακή καμπάνια των κομμάτων. Δεν αποδίδει τα αναμενόμενα, δεν φαίνεται να συγκινεί κανέναν, δεν φαίνεται να διαδραματίζει κάποιο ρόλο, πέρα από τον αναγκαίο.

Ο ΣΥΡ.ΙΖ.Α τα πήγε πιο άσχημα απ΄ότι θα περίμενε κανείς στις στρατηγικές προεκλογικές επικοινωνιακές του επιλογές. Η επιλογή να παίξει με το δίπολο “νέο – παλιό”, ήταν κάτι παραπάνω από αναμενόμενη. Μία διττή προσπάθεια να εξαργυρωθεί η υψηλή δημοφιλία του Αλέξη Τσίπρα, το “νέο” που προσωποποιείται στο πλέον δημοφιλές και νεανικό πρόσωπο του αρχηγού – ποια καλύτερη επιλογή?- και να κεφαλοποιηθεί το “πρώτη φορά Αριστερά”, η πολιτική διάσταση του “νέου”. Αλλά αυτό μπορεί να φαίνεται πολύ ξεκάθαρο εάν το δει κανείς μόνο του. Εάν ενταχθεί στην πολιτική προεκλογική αρένα μαζί με τα άλλα κόμματα, τότε το νόημα θολώνει πολύ.
Καθώς η κεντρική πολιτική κατάληξη – επιλογή του ΣΥΡ.ΙΖ.Α υπήρξε ίδια με όσες προηγήθηκαν, τις “παλιές”, δηλαδή την υπογραφή μνημονίου, μοιραία έθεσε το θέμα αυτό ως το κεντρικό ζήτημα της προεκλογικής επικοινωνίας του ΣΥΡ.ΙΖ.Α με στόχο τη διακριτή διαφοροποίησή του. Η ανάγνωση υπήρξε επιτυχής, αλλά όχι και η απάντηση.

Η αδυναμία να νοηματοδοτηθεί με σαφήνεια τι είναι “νέο” και τι “παλιό” μετατρέπεται σε μία σχεδόν εγγενή αδυναμία στην πολιτική, δύσκολα διαχειρίσιμη, όταν αφαιρείται το ιστορικό πλαίσιο. Επιπρόσθετα, σε ένα κόμμα με υπουργούς πρώην βουλευτές του “παλιού ΠΑΣΟΚ”, με υψηλό μέσο όρο ηλικίας, που δεν χαρακτηρίστηκε από ριζοσπασμό στο κυβερνητικό του έργο, είναι δύσκολο να νοηματοδοτηθεί με τρόπο επαρκή και οριστικό το “νέο”. Το δίπολο “νέο- παλιό” στερούμενο σαφήνεια, στηριζόμενο σε πολυχρησιμοποιημένα κλισέ δεκαετιών της ελληνικής πολιτικής ζωής (διαπλοκή, διαφθορά,κτλ), δεν απέκτησε την αναμενόμενη δυναμική για να τραβήξει με διακριτό και επωφελή προς τον ΣΥΡ.ΙΖ.Α τρόπο, τις διαχωριστικές γραμμές.

Η ΝΔ ξεκίνησε σε πρώτη φάση με μία επικοινωνιακή καμπάνια που έμοιαζε φτιαγμένη γρήγορα και έδειχνε πρόχειρη. Χωρίς έμπνευση, χωρίς ιδιαίτερο σχεδιασμό, άνευρη και πάνω στην πεπατημένη. Η ΝΔ μ΄ ένα ρόλο μάλλον πιο ξεκάθαρο και εύκολο από του ΣΥΡ.ΙΖ.Α, να πείσει οτι η μεγάλη αγκαλιά της είναι ανοικτή και φιλόξενη για όσους πίκρανε και απογοήτευσε το μέχρι πρότινος κυβερνών κόμμα. Είσπραξη από την απογοήτευση, επιστροφή στον χαρακτήρα της ως κόμμα εξουσίας και με αρχηγό μετά από πολύ καιρό, εδώ τα πράγματα υπήρξαν πιο εύκολα στις επιλογές.
Επιπρόσθετα, ο αρχηγός της είναι ένα πρόσωπο με χαρακτηριστικά που κουμπώνουν στα ΜΜΕ. Μέγας ατακαδόρος από πρόθεση και αυθορμήτως, λόγος λαϊκός διανθισμένος με τσιτάτα της “δικηγορικής” και όχι μόνο αργκό, ξέρει τι θα πει για να φτιαχνούν τα κατάλληλα “σουπεράκια”. Παρόλα αυτά μετεωρίζεται, μη μπορώντας να βρει κάποιο μέτρο ανάμεσα στη φυσική λαϊκή του παρουσία και έκφραση που πολλές φορές αγγίζει τα όρια της γραφικότητας και το διαφορετικό προφίλ που απαιτείται να έχει ως πιθανός αυριανός Πρωθυπουργός. Ένα συνεχές εκκρεμές που χρειάζεται πειθαρχία για να μείνε σ΄ενα σημείο.

Η ΛΑ.Ε. μοιάζει να έχει μεγάλα επικοινωνιακά προβλήματα, εκεί που θα περίμενε κανείς να έχει μικρότερα. Οι “λαμπερές” και δημοφιλείς της παρουσίες που θα περίμενε κανείς να δει στην πρώτη γραμμής της επικοινωνιακής της καμπάνιας, έμειναν παροπλισμένοι. Αντίθετα, ο αρχηγός της ΛΑ.Ε που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, μοιάζει να προβάρει έναν καινούριο ρόλο για αυτόν, χωρίς όμως να μπορεί να τον παίξει με ιδιαίτερες ικανότητες. Το προσπαθεί, αλλά δεν τα καταφέρνει και η χαμηλή προσωπική του δημοφηλία δεν βοηθάει καθόλου. Ο παροπλισμός των δημοφιλών του νέου κόμματος και η επικέντρωση της επικοινωνιακής στρατηγικής στο πρόσωπο του Προέδρου του, δυσκολεύει επιρπόσθετα την καταγραφή του στη συνείδηση του ψηφοφόρου ως “μετώπου” και το κάνει να φαντάζει ως ένα σκληρό, προσωποπαγές κόμα. Ένα στρατηγικό λάθος που από ότι φαίνεται, στοιχίζει ήδη πολύ.

Το ΠΟΤΑΜΙ δεν μας εντυπωσίασε, δεν μας εξέπληξε και δεν μας είπε και τίποτα με την αντίστροφη μέτρησή του. Λόγος απλός, καταγγελτικός, μας δείχνει πόσο “κακοί” είναι οι άλλοι για να καταλάβουμε πόσο “καλοί” είναι αυτοί. Είναι όμως? Στοχεύοντας σε μία μεγάλη δεξαμενή όπου στοχεύουν και πάρα πολλοί άλλοι, δείχνει ότι θα είναι μάλλον ευχαριστημένο με ότι ποσοστό πιάσει, αρκεί να το βάλει στη Βουλή.


Και έπεται συνέχεια...