Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΛΑΕ: Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ερμηνείας


Η έκφραση της κοινωνικής και πολιτικής αναγκαιότητας δεν είναι ποτέ υπόθεση των εύκολων απαντήσεων.


Η ΛΑ.Ε σχηματίστηκε για να εκφράσει το μεγάλο ποσοστό του ΟΧΙ του δημοψηφίσματος. 
Για τον λόγο αυτόν και οι προσδοκίες ήταν εξαρχής και  με μία νομοτελειακή ερμηνευτική για ένα μεγάλο διψήφιο εκλογικό ποσοστό. Τις τρεις προεκλογικές εβδομάδες που μεσολάβησαν το ποσοστό της ΛΑ.Ε. έπεφτε συνεχώς σε κρυφές και φανερές δημοσκοπήσεις με ταχύτητα ελεύθερης πτώσης, οι τηλεοπτικές μάχες χάνονταν η μία μετά την άλλη και οι συγκεντρώσεις ακόμη και στις μεγάλες πόλεις δεν έστελναν αισιόδοξα μηνύματα. Παρόλα αυτά, η συνάρτηση πραγματικότητας – εκλογικού προσδοκώμενου δεν άλλαζε μέσα στη ΛΑ.Ε. Τελικά η ΛΑ.Ε. δεν έπιασε το οριακό 3% και δεν μπήκε στη Βουλή.

Η ΛΑ.Ε χάθηκε στη μετάφραση και το μήνυμά της δεν έφτασε ποτέ όπως χρειαζόταν να φτάσει. Χάθηκε ανάμεσα σε οπισθοχωρήσεις, μισόλογα και ανολοκλήρωτα νοήματα.


Οργανωτικά η ΛΑ.Ε δεν φάνηκε να πάσχει. 
Ίσα ίσα θα μπορούσε να εκτιμήσει κανείς ότι εάν σε αυτόν τον λιγοστό χρόνο έγιναν τόσα, μάλλον είναι το δυνατό της σημείο. Ομιλίες οργανώθηκαν άμεσα, προγράμματα περιοδειών των στελεχών της σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν, η παρουσία της στα ΜΜΕ, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε λίστες με προσωπικά μέιλ έγινε σε ικανοποιητικό βαθμό για τον προεκλογικό χρόνο. Πολλές μπορούν να είναι οι αντιρρήσεις για το αν το μήνυμα και ο τρόπος και η αισθητική ήταν τα καταλληλότερα και τα αποτελεσματικότερα, αλλά υπήρξαν. Ένας υψηλός βαθμός οργανωτικής συσπείρωσης και κινητοποίησης φάνηκε ότι υπάρχει.  


Το θέμα της γραμμής ήταν αναμφίβολα ένα από τα πολύ αδύνατα σημεία της ΛΑ.Ε. 
Αρχικά ένα ριζοσπαστικό οικονομικό πρόγραμμα με έμφαση στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής στη βάση της αλλαγής του νομίσματος, στήριξε το πολιτικό περιεχόμενο της νεοσύστατης ΛΑ.Ε. Στη συνέχεια όμως άρχισε να φαίνεται μια συνολική υποχώρηση. Ο λόγος θόλωσε και έγινε αβέβαιος. Η ΛΑ.Ε προσπάθησε να αποτραβηχτεί από το θέμα ερμηνεύοντάς το μάλλον ως λόγο της συνεχούς δημοσκοπικής της πτώσης. Στη συνέχεια υιοθέτησε μία σειρά γενικόλογων θέσεων αντί ενός συνεκτικού προγράμματος. Οι μετατοπίσεις αυτές μέσα στο σύντομο διάστημα των τριών εβδομάδων έφεραν μόνο  δυσπιστία και απομάκρυνση ψηφοφόρων. Κάποιοι απομακρύνθηκαν γιατί απογοητεύθηκαν, κάποιοι γιατί δεν κατάλαβαν ποια είναι η τελική γραμμή με την οποία κατεβαίνουν στις εκλογές και κάποιοι γιατί βαρέθηκαν να περιμένουν να δουν τη συνέχεια. Υπήρχαν εξάλλου στο πολιτικό σκηνικό άλλες έτοιμες πολιτικές επιλογές. 


Χάραξη στρατηγικής επικοινωνιακής πολιτικής δεν φάνηκε να υπήρξε. 
Ασυντόνιστη και αποσπασματική στο επιμέρους και με τρόπο εμπειρικό, η ΛΑ.Ε δεν φάνηκε να έχει και κάποια ενιαία, κεντρική στρατηγική στην πολιτική της επικοινωνία. Έπεσε στην παγίδα να συζητήση τον πυρήνα του σχεδίου της στα ΜΜΕ. Να προσπαθήσει να απλώσει δηλαδή, δύσκολα, σύνθετα, εξαιρετικής κρισιμότητας τεχνικά και πολιτικά ζητήματα που εμπεριέχονται στο εγχείρημα της μετάβασης στο εθνικό νομίσματος και οδηγούν στην άμεση ενεργοποίηση των πιο φοβικών αντανακλαστικών, στην προεκλογική τηλεοπτική αρένα που πάντα διψάει για αίμα. Και ενώ οι αντίπαλοί της είχαν την εύκολη δουλειά, να μιλούν δηλαδή υποδεικνύοντας απλώς πόσο κακός, ανίκανος, διεφθαρμένος είναι ο αντίπαλος και να κατακεραυνώνουν τη ΛΑ.Ε με γενικούς αφορισμούς, η ΛΑ.Ε βρισκόταν παγιδευμένη σε ένα ανελέητο σφυροκόπημα απ΄όλες τις πλευρές, χωρίς στο τέλος να έχει κερδίσει ούτε μία τηλεοπτική μάχη.


Τα πρόσωπα έπαιξαν τον ρόλο τους, καθώς η ΛΑ.Ε στηρίχθηκε σε αυτά μην έχοντας δρομολογήσει στο μικρό προεκλογικό διάστημα όργανα και διαδικασίες.
Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης έκανε ότι μπορούσε. Και όλοι ήξεραν ότι ως εκεί μπορούσε. Ο λόγος του δεν είναι σύγχρονος και ελκυστικός και δεν μπόρεσε να τραβήξει τα νεαρά ακροατήρια ή να εμπνεύσει τα μεγαλύτερα. Η πολιτική του γλώσσα ήταν εξαρχής γνωστό ότι δεν είναι η χαρισματική γλώσσα του ηγέτη. Προφανώς παραμένει σεβαστό στον κόσμο της αριστεράς ότι την έμαθε κοντά στον Χαρίλαο Φλωράκη, αλλά ως εκεί. Το γεγονός ότι επικεντρώθηκε σε εκείνον όλη η προβολή του νέου μετώπου και το μέτωπο ταυτίστηκε με το πρόσωπό του, όχι μόνο δεν βοήθησε, αλλά ενεργοποίησε και όλες τις ανησυχίες για ένα ακόμα προσωποπαγές κόμμα.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ήρθε την τελευταία στιγμή ως η σταρ και ως σταρ θα συνεχίσει σε ότι προχωρήσει τον επόμενο καιρό. Γιατί θα προχωρήσει όπως και να έχει, είτε πρόκειται για την αρχηγία της ΛΑ.Ε, είτε για δημιουργία δικού της πολιτικού φορέα. Είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλο, η Ζωή Κωνσταντοπούλου θα προχωρήσει σε σόλο καριέρα. 


Είναι μάλλον προφανές ότι τον επόμενο καιρό η ΛΑ.Ε θα αντιμετωπίσει δυσκολίες κι ευκολίες. Και κανείς δεν φαίνεται να επικεντρώνεται στις ευκολίες, στις οποίες συγκαταλέγεται η δημιουργία οργάνων και διαδικασιών. Αλλά το θέμα είναι και η ΛΑ.Ε  να μη βλέπει και έτοιμες ευκολίες εκεί που δεν υπάρχουν, όπως έκανε προεκλογικά. Ο μακροχρόνιος πολιτικός βίος των στελεχών της δεν εγγυάται απαραίτητα και την μακροβιότητά της ως νέο πολιτικό μέτωπο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν εγγυήθηκε και την είσοδό της στη Βουλή. Ίσα – ίσα, στο εκλογικό τρυκ – δίλλημα που κυριάρχησε, “παλιό – νέο” η ΛΑ.Ε δεν έλαβε μέρος και όχι επειδή το θεώρησε κενό περιεχομένου.

Η υποχώρηση από την αρχική γραμμή είναι ένα ζήτημα που η ΛΑ.Ε θα βρει μπροστά της στη συνέχεια. Θα χρειαστεί μία ολοκληρωμένη, συνεκτική και ξεκάθαρη γραμμή, ειδικά τώρα που δεν θα εκφράζεται κοινοβουλευτικά σε αυτόν τον τόσο κρίσιμο καιρό. Πρέπει να καταλήξει στο τι θέλει και τι δεν θέλει να κάνει, τι μπορεί να σηκώσει και τι όχι, με μεγαλύτερη ειλικρίνεια και σοβαρή αυτοκριτική.

Η χάραξη μιας στρατηγικής επικοινωνιακής πολιτικής πρέπει να αντιληφθεί ότι της είναι απαραίτητη. Πρέπει να αποφασίσει τι θα συζητάει κάθε φορά, ποιος είναι ο κατάλληλος τρόπος και χρόνος για αυτό.

Κομβικό σημείο και τα πρόσωπα της ΛΑ.Ε. και κυρίως, πως τόσοι εν δυνάμει αρχηγοί θα χωρέσουν σε ένα μέτωπο, πως θα μοιραστούν οι πρωτοκλασσάτοι γύρω τους και τι θα γίνει με τους πλέον γραφικούς και επιζήμιους όπως η Ραχήλ Μακρή, που αν συνεχίσει στην ίδια γραμμή δηλώσεων, θα είναι μία μόνιμη πηγή πολιτικής ζημίας και ουδείς γνωρίζει που θα καταλήξει.


Υστερόγραφο: Και βέβαια όλοι γνώριζαν ότι το υψηλό ποσοστό του δημοψηφίσματος ήταν ένα μείγμα διαφορετικών πολιτικών στάσεων και απόψεων. Και δεν ήταν μία παράλογη ερμηνεία αυτή που ήθελε την έκφραση μίας ξεκάθαρης αντιμνημονιακής στάσης. Ούτε και παράλογη εκείνη που προσέβλεπε στην άντληση ενός σεβαστού εκλογικού ποσοστού από τη μεγάλη δεξαμενή του δημοψηφίσματος. 

Όμως αυτά αποτελούσαν μόνο το ένα μέρος της εξίσωσης και έτσι η όποια ερμηνεία γινόταν ήταν ελλειπής. Είναι δηλαδή πολύ σημαντικό να συνεκτιμάται η κάθε απάντηση όχι μόνη της και αποκομένη, αλλά σε συνδυασμό με μία σειρά παραμέτρων και μία από αυτές είναι και αυτός που θέτει την ερώτηση. Στο δημοψήφισμα ο Αλέξης Τσίπρα έθεσε το “μνημονιακό – αντιμνημονιακό δίλλημα” και πήρε μία απάντηση. Στην εκλογική αναμέτρηση η ΛΑ.Ε έθεσε το ίδιο δίλλημα και πήρε μία εντελώς διαφορετική απάντηση. Με αυτήν την οπτική, με μια συνολικότερη δηλαδή εκτίμηση για το τι έγινε, τηρουμένων των όποιων αναλογιών,  η ΛΑ.Ε καλείται να απαντήσει σε πιο δύσκολες ερωτήσεις. Και αυτό γιατί, η έκφραση της κοινωνικής και πολιτικής αναγκαιότητας δεν είναι ποτέ υπόθεση των εύκολων απαντήσεων (ως γνωστόν).

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η ζωή στη συνοριακή γραμμή της Ειδομένης συνεχίζεται...

[...] Η ζωή στη συνοριακή γραμμή της  Ειδομένης συνεχίζεται, καθώς οι πρώτες βροχές δεν μπορούν να τη σταματήσουν. 

Το πέρασμα των συνόρων μοιάζει τώρα να υπακούει περισσότερο στο συμφωνημένο από την Ελλάδα και τη Fyrom δεκαπεντάλεπτο. 

Ο χώρος έχει αποκτήσει μεγάλες σκηνές που μπορούν να προφυλάξουν από τη βροχή και το κρύο αυτές τις χιλιάδες κόσμου που συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να φτάνουν με κάθε τρόπο.

Κάποια μεταλλικά χωρίσματα  δείχνουν τη διαδρομή που είναι ταυτόχρονα και η διαδικασία που ακολουθείται. Όταν φτάνει ένα λεωφορείο  οι Σύριοι πρόσφυγες οδηγούνται μέσα σε αυτές τις μεγάλες σκηνές, τους δίνουν νερό ένα σάντουιτς, τους χωρίζουν σε ομάδες των 50 ατόμων και τους ρωτούν εάν έχουν ανάγκη από γιατρό. Τα παιδιά της Ύπατης Αρμοστείας φαίνεται να τα καταφέρνουν καλά.

Ομάδες και μεμονωμένα άτομα συνεχίζουν να φέρνουν τα κατάλληλα είδη, τα οποία αποθηκεύονται άμεσα και  στη συνέχεια οργανώνεται η διανομή τους.

Η διαμόρφωση του χώρου, η ύπαρξη μιας διαδικασίας και η παρουσία των μεγάλων μεγάλων διεθνών οργανώσεων δίνει στους πρόσφυγες ένα αίσθημα ασφάλειας και οι εντάσεις έχουν υποχωρήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αλλά και οι ίδιοι δείχνουν πολύ καλύτερα. Το ταξίδι με τα πλοία από τα νησιά στον Πειραιά και ύστερα στην Ειδομένη - αντί με όποιον άλλον τρόπο - τους προφυλάσσει από ακόμη περισσότερες κακουχίες. Δείχνουν ανακουφισμένοι, πιο αισιόδοξοι και έχουν λιγότερα τραύματα. Αναμφίβολα όλα όσα έζησαν μαζί με αυτό το ταξίδι, θα μείνουν χαραγμένα μέσα τους και πάνω τους, αλλά αυτό το ταξίδι στη σωτηρία πρέπει να ολοκληρωθεί. Και ύστερα θα έρθει ο καιρός που όλα αυτά θα πάρουν τη θέση τους στη ζωή τους και στις ζωές μας.

Υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν ακόμα, αλλά για να συνεχίσουμε, είναι ανάγκη να αναγνωρίζουμε και όλα αυτά που έχουν ήδη γίνει.

Η ζωή στη συνοριακή γραμμή της Ειδομένης συνεχίζεται περιμένοντας τον χειμώνα. Με λίγο φόβο, αλλά με την ίδια δυνατή ελπίδα. Και αυτό είναι που μετράει. 






Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Εκλογές - Μέρος Γ΄ Οι εκλογές δεν θα προσφέρουν σταθερή λύση, η αστάθεια θα συνεχιστεί.


Το υπάρχον πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητά του.



        Και επιστρέψαμε στην πόλωση. Πιο γρήγορα και εύκολα απ΄ότι θα περίμενε κανείς μετά τα όσα έχουν συμβεί. Και ο νεοέλληνας που συνεχώς φαντασιώνεται ότι είναι κάποιος που δεν είναι, ακούει από τα ΜΜΕ ότι η πόλωση δεν πρέπει να υπάρχει, υπονοώντας ότι θα μπορούσε να πάει και σε αυτές τις εκλογές ως “πολιτισμένος ευρωπαίος”, Βέλγος ας πούμε, αντί ως εμπαθής, “ημιπολιτισμένος Βαλκάνιος”.  
Η πόλωση λοιπόν επέστρεψε με τον γνωστό τρόπο, χωρίς καμία εξειδανίκευση για το “δίπλα”, με πλήθος δαιμονοποιήσεων για το “απέναντι”. Αλλά αυτό το θόλωμα του πολιτικού αναστέλλει τη δράση των κινημάτων, αυξάνει την εκλογική αποχή και φέρνει τη Χρυσή Αυγή σταθερά τρίτο κόμμα και σε αυτήν την εκλογική αναμέτρηση τοποθετώντας την μόνιμα πια αλλά και  συνεχώς ανοδικά στο πολιτικό σκηνικό. Και για αυτά τα κρίσιμα πολιτικά – εκλογικά ζητήματα τα πολιτικά κόμματα (μέτωπα, συνασπισμοί, κτλ) κοιτούν με αμηχανία και σιωπούν.

      Η ρητορική που  ακούγεται τον τελευταίο καιρό και εξηγεί τι συνέβη στη βάση του προτάγματος περί “πολιτικής κρίσης” και όχι “ηθικής ανωτερότητας”, δεν βοηθάει επίσης. Δικαιολογεί στάσεις και αποφάσεις στο επιμέρους “εσωτερικό”, αλλά θεωρώ αδύνατον αυτοί που τη φέρουν να μην καταλαβαίνουν ότι αφαιρεί από το γενικό και αφηρημένο που είναι και αυτό αναγκαίο και απαραίτητο στην πολιτική. Όχι ότι επιζητούνται διαχωρισμοί με βάση την “ηθική ανωτερότητα” ή “κατωτερότητα”, αλλά δεν μπορεί και η πολιτική να στερείται ηθικής, δεν μπορεί η Αριστερά να στερείται ηθικής. Και πως μπορεί άραγε μία ανάλυση του τι συνέβη να δομείται ερήμην αυτής της διάστασης και να ερμηνεύεται μόνο ως “πολιτική κρίση”? Και βέβαια υπάρχει ηθική διάσταση στις πολιτικές επιλογές και στάσεις. Άλλοτε ως ειδοποιός διαφορά, άλλοτε ως ασφαλιστική δικλείδα, άλλοτε ως τελευταίο προπύργιο, άλλοτε ως στοιχείο του αφηρημένου. Πως θα ήταν η πολιτική πρακτική χωρίς αυτήν? 

        Από την άλλη πλευρά, η συναίνεση δεν συγκινεί. Δεν μπορεί να δώσει εκείνο το ηθικό έρισμα στο οποίο στοιχεύει και δεν διαδραματίζει τον συσπειρωτικό ρόλο που πολλοί επιθυμούν να της προσδώσουν. Άλλα στοιχεία οδηγούν στη συσπείρωση και όχι η συναίνεση. Και πως θα  μπορούσε να γίνει αυτό με τόσα κόμματα “μπαλαντέρ” στο πολιτικό σκηνικό? Πως θα μπορούσε να γίνει αυτό όταν ζητούμενο είναι η προεκλογική πόλωση? Η αυτοδυναμία προτάσσεται και βέβαια μοιάζει ως μία επιστροφή στον παλιό και γνώριμο τρόπο διακυβέρνησης που τίποτα καινούριο δεν κομίζει. Αλλά και η έως τώρα εμπειρία της συναίνεσης μοιάζει να κοροϊδεύει τον εαυτό της και τους ψηφοφόρους, καθώς ικανοποιεί μόνο την αναγκη για κατάκτηση ή διατήρηση της εξουσίας, χωρίς πολιτικό λόγο, κάτι που παραμένει εξίσου παλιό και απευκταίο.

      Από την κορυφή και κάτω τα μικρότερα κόμματα έχουν και αυτά αντιληφθεί ότι το παιχνίδι παίζεται στην πόλωση. Ο χαρακτήρας ορίζεται πάνω στην ευρωπαϊκή αντίληψη και η γραμμή μνημονιακός – αντιμνημονιακός έχει ξεπεραστεί από το μέγεθος των γεγονότων και δεν μπορεί να προσφέρει στον προεκλογικό τζόγο. Η πίτα μίκραινε επικίνδυνα, οι δεξαμενές ψήφων εξαντλούνται γρήγορα. Ποιος παίρνει από που δεν είναι σαφές και υπάρχουν κόμματα που προσπαθείς να καταλάβεις σε ποιες ψήφους προσβλέπουν και δεν μπορείς. Παρόλα αυτά η συνθηματολογία είναι η γνώριμη και αναμενόμενη. Ο προεκλογικός λόγος περί “ευκαιρίας”,  απαίτηση για συγκεκριμένα ποσοστά, υποσχέσεις που στερούνται κάθε αλήθειας από κάποιους και λόγος βγαλμένος από χρονοντούλαπα από άλλους, με λέξεις που δύσκολα αναγνωρίζονται πια από τους “παλαιότερους” και δεν συγκροτούν σχεδόν κανένα νόημα για τους νεότερους. Πράγματα γνωστά αλλά και για αυτό ακριβώς δύσπεπτα πια.

Η επομένη των εκλογών θα δώσει σταθερή κυβέρνηση διαβεβαιώνουν τα κόμματα, αλλά κανένα δεν εξηγεί με ποιους όρους θα επιτευχθεί αυτό, πέρα από τη συγκρότηση ενός κυβερνητικού σχηματισμού. Αλλά η συγκρότηση κυβερνητικού σχηματισμού δεν σημαίνει αυτόματα και κυβερνησιμότητα με διάρκεια και σταθερότητα. Οι εκλογές αυτές δεν θα προσφέρουν σταθερή και μακροχρόνια κυβερνητική λύση, γιατί το υπάρχον πολιτικό σύστημα δεν μπορεί πια να εξασφαλίσει το ίδιο τη βιωσιμότητά του. 



Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Εκλογές - Μέρος Β΄

Δεν “τράβηξε” το ντιμπέιτ, δεν “τραβάνε” και τα προεκλογικά τηλεοπτικά σποτ και είναι ίσως μία από τις λίγες προεκλογικές αναμετρήσεις που η τηλεοπτική επικοινωνιακή καμπάνια των κομμάτων μοιάζει το αναγκαίο κακό αυτής της προεκλογικής εκστρατείας.

Τα τηλεοπτικά σποτ των κομμάτων μοιάζουν σε αυτήν την προεκλογική περίοδο μία σύνθεση πολυχρησιμοποιημένων υλικών. Πολύ μακριά από τις ευφάνταστες, σπιρτόζικες, ατακαδόρικες συλλήψεις των χρηστών των social media, φαντάζουν μπροστά τους μάλλον σα να ακολουθούν παρά σα να μπορούν να υπάρξουν σε πρώτο χρόνο. Και ίσως αυτή η αλλαγή που επιβλήθηκε από την έξαρση των social media και κάνει το τηλεοπτικό προϊόν να φαντάζει χωρίς έμπνευση και κίνηση, είναι και θα είναι μία από τις μεγάλες δυσκολίες που οι σχεδιαστές των επικοινωνιακών εκστρατειών θα καλούνται να αντιμετωπίσουν κάθε φορά.

Αλλά δεν “τραβάει” και γενικότερα η επικοινωνιακή καμπάνια των κομμάτων. Δεν αποδίδει τα αναμενόμενα, δεν φαίνεται να συγκινεί κανέναν, δεν φαίνεται να διαδραματίζει κάποιο ρόλο, πέρα από τον αναγκαίο.

Ο ΣΥΡ.ΙΖ.Α τα πήγε πιο άσχημα απ΄ότι θα περίμενε κανείς στις στρατηγικές προεκλογικές επικοινωνιακές του επιλογές. Η επιλογή να παίξει με το δίπολο “νέο – παλιό”, ήταν κάτι παραπάνω από αναμενόμενη. Μία διττή προσπάθεια να εξαργυρωθεί η υψηλή δημοφιλία του Αλέξη Τσίπρα, το “νέο” που προσωποποιείται στο πλέον δημοφιλές και νεανικό πρόσωπο του αρχηγού – ποια καλύτερη επιλογή?- και να κεφαλοποιηθεί το “πρώτη φορά Αριστερά”, η πολιτική διάσταση του “νέου”. Αλλά αυτό μπορεί να φαίνεται πολύ ξεκάθαρο εάν το δει κανείς μόνο του. Εάν ενταχθεί στην πολιτική προεκλογική αρένα μαζί με τα άλλα κόμματα, τότε το νόημα θολώνει πολύ.
Καθώς η κεντρική πολιτική κατάληξη – επιλογή του ΣΥΡ.ΙΖ.Α υπήρξε ίδια με όσες προηγήθηκαν, τις “παλιές”, δηλαδή την υπογραφή μνημονίου, μοιραία έθεσε το θέμα αυτό ως το κεντρικό ζήτημα της προεκλογικής επικοινωνίας του ΣΥΡ.ΙΖ.Α με στόχο τη διακριτή διαφοροποίησή του. Η ανάγνωση υπήρξε επιτυχής, αλλά όχι και η απάντηση.

Η αδυναμία να νοηματοδοτηθεί με σαφήνεια τι είναι “νέο” και τι “παλιό” μετατρέπεται σε μία σχεδόν εγγενή αδυναμία στην πολιτική, δύσκολα διαχειρίσιμη, όταν αφαιρείται το ιστορικό πλαίσιο. Επιπρόσθετα, σε ένα κόμμα με υπουργούς πρώην βουλευτές του “παλιού ΠΑΣΟΚ”, με υψηλό μέσο όρο ηλικίας, που δεν χαρακτηρίστηκε από ριζοσπασμό στο κυβερνητικό του έργο, είναι δύσκολο να νοηματοδοτηθεί με τρόπο επαρκή και οριστικό το “νέο”. Το δίπολο “νέο- παλιό” στερούμενο σαφήνεια, στηριζόμενο σε πολυχρησιμοποιημένα κλισέ δεκαετιών της ελληνικής πολιτικής ζωής (διαπλοκή, διαφθορά,κτλ), δεν απέκτησε την αναμενόμενη δυναμική για να τραβήξει με διακριτό και επωφελή προς τον ΣΥΡ.ΙΖ.Α τρόπο, τις διαχωριστικές γραμμές.

Η ΝΔ ξεκίνησε σε πρώτη φάση με μία επικοινωνιακή καμπάνια που έμοιαζε φτιαγμένη γρήγορα και έδειχνε πρόχειρη. Χωρίς έμπνευση, χωρίς ιδιαίτερο σχεδιασμό, άνευρη και πάνω στην πεπατημένη. Η ΝΔ μ΄ ένα ρόλο μάλλον πιο ξεκάθαρο και εύκολο από του ΣΥΡ.ΙΖ.Α, να πείσει οτι η μεγάλη αγκαλιά της είναι ανοικτή και φιλόξενη για όσους πίκρανε και απογοήτευσε το μέχρι πρότινος κυβερνών κόμμα. Είσπραξη από την απογοήτευση, επιστροφή στον χαρακτήρα της ως κόμμα εξουσίας και με αρχηγό μετά από πολύ καιρό, εδώ τα πράγματα υπήρξαν πιο εύκολα στις επιλογές.
Επιπρόσθετα, ο αρχηγός της είναι ένα πρόσωπο με χαρακτηριστικά που κουμπώνουν στα ΜΜΕ. Μέγας ατακαδόρος από πρόθεση και αυθορμήτως, λόγος λαϊκός διανθισμένος με τσιτάτα της “δικηγορικής” και όχι μόνο αργκό, ξέρει τι θα πει για να φτιαχνούν τα κατάλληλα “σουπεράκια”. Παρόλα αυτά μετεωρίζεται, μη μπορώντας να βρει κάποιο μέτρο ανάμεσα στη φυσική λαϊκή του παρουσία και έκφραση που πολλές φορές αγγίζει τα όρια της γραφικότητας και το διαφορετικό προφίλ που απαιτείται να έχει ως πιθανός αυριανός Πρωθυπουργός. Ένα συνεχές εκκρεμές που χρειάζεται πειθαρχία για να μείνε σ΄ενα σημείο.

Η ΛΑ.Ε. μοιάζει να έχει μεγάλα επικοινωνιακά προβλήματα, εκεί που θα περίμενε κανείς να έχει μικρότερα. Οι “λαμπερές” και δημοφιλείς της παρουσίες που θα περίμενε κανείς να δει στην πρώτη γραμμής της επικοινωνιακής της καμπάνιας, έμειναν παροπλισμένοι. Αντίθετα, ο αρχηγός της ΛΑ.Ε που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, μοιάζει να προβάρει έναν καινούριο ρόλο για αυτόν, χωρίς όμως να μπορεί να τον παίξει με ιδιαίτερες ικανότητες. Το προσπαθεί, αλλά δεν τα καταφέρνει και η χαμηλή προσωπική του δημοφηλία δεν βοηθάει καθόλου. Ο παροπλισμός των δημοφιλών του νέου κόμματος και η επικέντρωση της επικοινωνιακής στρατηγικής στο πρόσωπο του Προέδρου του, δυσκολεύει επιρπόσθετα την καταγραφή του στη συνείδηση του ψηφοφόρου ως “μετώπου” και το κάνει να φαντάζει ως ένα σκληρό, προσωποπαγές κόμα. Ένα στρατηγικό λάθος που από ότι φαίνεται, στοιχίζει ήδη πολύ.

Το ΠΟΤΑΜΙ δεν μας εντυπωσίασε, δεν μας εξέπληξε και δεν μας είπε και τίποτα με την αντίστροφη μέτρησή του. Λόγος απλός, καταγγελτικός, μας δείχνει πόσο “κακοί” είναι οι άλλοι για να καταλάβουμε πόσο “καλοί” είναι αυτοί. Είναι όμως? Στοχεύοντας σε μία μεγάλη δεξαμενή όπου στοχεύουν και πάρα πολλοί άλλοι, δείχνει ότι θα είναι μάλλον ευχαριστημένο με ότι ποσοστό πιάσει, αρκεί να το βάλει στη Βουλή.


Και έπεται συνέχεια...



Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα Pulitzer είναι πάντα ένα Pulitzer

Ξεκίνησα να διαβάζω το περσινό Πούλιτζερ (Η Καρδερίνα της Donna Tartt) χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για να πω την αλήθεια, καθώς έχω σταματήσει εδώ και χρόνια να διαβάζω το ετήσιο Πούλιτζερ, Γκονκούρ, Μπούκερ και πάει λέγοντας. Ομολογώ σε τόνο εξομολογητικό, ότι ναι, υπήρξαν χρόνια που μου φάνταζε απίθανο να μην έχω διαβάσει οπωσδήποτε αυτά τα ετήσια. Να δω που κινείται αυτός ο κόσμος που κινεί τα νήματα της λογοτεχνίας, που τη μεταφράζει, την εκδίδει, την προβάλει, τη διαφημίζει, τη βραβεύει, τη βάζει στα ευπώλητα, την “επιβάλλει” με κάθε τρόπο στο αναγνωστικό κοινό. Κάπως έτσι και με την Tartt. Ανόρεχτα, σχεδόν βαριεστημένα, καθώς βρισκόταν στη βιβλιοθήκη, με επιδεικτική αδιαφορία στις διθυραμβικές κριτικές και σημειώματα του τύπου “ως μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης λογοτεχνίας”.  Αλλά παρόλα αυτά με μια κάποια προσμονή, όπως πάντα άλλωστε συμβαίνει όταν ξεκινάς να διαβάσεις κάτι. Αλλιώς γιατί να ξεκινήσεις? Ένα εθελούσιο θύμα της γοητείας της ανάγνωσης έχω συλλάβει τον εαυτό μου ξανά και ξανά να είναι, χρόνια τώρα.

Για την Καρδερίνα της Donna Tartt ένα έχω να πω σε δυο λέξεις: παραείναι “τέλειο”. Τόσο “τέλειο” που γίνεται αδιάφορο.
Όλα είναι τόσο τεχνικά καλοδουλεμένα, τόσο άψογα. Σαν μία άψογα εκτελεσμένη συνταγή ενός απαιτητικού γκουρμέ πιάτου. Οι ανατροπές στη σωστή θέση, οι αποκαλύψεις στη σωστή στιγμή, η εξέλιξη με τον σωστό ρυθμό, με τον σωστό τρόπο. Όλα τόσο σωστά, τόσο αποτροπαια ολόσωστα! Τίτλοι από ταινίες του κινηματογράφου, στίχοι του Ρεμπό, φράσεις του Κάπτεν Μάρβελ, αποφθέγματα του Μιρό και του Πικάσο, αναφορές από την κοιλάδα του Μπαμιγιάν στο Αφγανιστάν έως τον Ουίλιαμ Χόγκαρθ, τον Δρ. Νο και τον Μίσκιν, ριγμένα ανάμεσα σε ευαγγελικές παραβολές και έξοχα γερμανικά, όλα ανάκατα στο κύριο σώμα και τις παραπομπές. Και μικρές αναφορές - επιδεικτικά κλεισίματα του ματιού - για τους “μυημένους” της λογοτεχνίας. Και πληροφορίες τέχνης και μυστικά από τον γοητευτικό, κρυφό κόσμο της συντήρησης, όλα πάντα στη σωστή δόση.
Τίποτα “δεύτερο”, τίποτα πλημμελώς ψαγμένο, τίποτα λιγότερο, ή πιο κάτω απ΄ όσο το “επίπεδο”, αλλά κυρίως η στόχευση του έργου - ένα μεγάλο βραβείο - απαιτεί. Όλα τόσο προσεκτικά υπολογισμένα, τόσο μεθοδικά και εργατικά ψαγμένα. Τόσο “κατάλληλα”!

Και όλες αυτές οι “σωστές δόσεις”, στις “σωστές στιγμές”, όλες αυτές οι “καταλληλότητες”, κάνουν το βιβλίο απίστευτα... βαρετό! Βεβαίως και έχει και την κατάλληλη βία, σε όλες τις εκδοχές, υφέρπουσα, ωμή, λεκτική, ενδοοικογενειακή, συμμοριών, του δρόμου. Η βία είναι συνεχώς παρούσα σε ένα τρίπτυχο σεξ, βία και ναρκωτικά σε μεγάλες πόλεις (ακόμα κι αυτές είναι τόσο προσεκτικά επιλεγμένες για να εξυπηρετηθεί το μάρκετινγκ του βιβλίου), ενώ η ιστορία αγάπης που δεν θα μπορούσε να λείπει, παραμένει αδύναμη παρά τη φιλότιμη προσπάθεια της Tartt.

Το τέλος του πολυσέλιδου βιβλίου βρίσκει τη συγγραφέα μάλλον κουρασμένη, απ΄όλη την προσπάθεια να μας εντυπωσιάσει και προφανώς πέρα από τους αναγνώστες και κάποιους παραγωγούς, στοχεύοντας στη μεταφορά του μυθιστορήματος στον κινηματογράφο. Οι κρίσεις για τον αιώνιο δυισμό καλού – κακού, απέχουν πάρα πολύ από το να μας αφήσουν κάτι να θυμόμαστε, πόσο μάλλον να μας εντυπωσιάσουν, παρά το γεγονός ότι οι τεχνικές της γραφής που χρησιμοποιεί το επιδιώκουν. Ο μονόλογος – σκέψεις του ήρωα, δεν φτάνουν σε κανένα κρεσέντο παρά την προσπάθεια της Tartt. Αντιθέτως, η εμφανής αδυναμία να προκαλέσει κάποια συγκίνηση, καταλήγει σε εμφατικές κοινοτυπίες. Δεν αμφιβάλλω για της έντιμες προθέσεις της Tartt, την προσπάθεια, την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα, την προσήλωση και την τεχνική, που αναδύονται από το αποτέλεσμα. Και δεν θα στερήσω την "αλήθεια" που μπορεί να υπάρχει στο έργο. Απλά εγώ δεν συναντήθηκα με την αλήθεια αυτήν.

Πρέπει ωστόσο να ομολογήσω ότι οι κεντρικοί ήρωες είναι ολοκληρωμένοι, ολοζώντανοι, πολυδιάστατοι, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα θυμάσαι το όνομά τους μετά το τέλος του βιβλίου.

Η Καρδερίνα της Tartt είναι ακριβώς όπως πρέπει να είναι για ένα πάρει ένα βραβείο Πούλιτζερ και ακριβώς όπως ΔΕΝ πρέπει να είναι για έναν απαιτητικό αναγνώστη, που αναζητεί να χαθεί στο βάθος και την προοπτική και να μαγευτεί από το ατελές. 
Νομίζω έτσι ακριβώς: σαν ένα γκουρμέ πιάτο, που εκτελέστηκε με μεγάλη επιστυχία από έναν ικανότατο σεφ και το τρως με μεγάλη ευχαρίστηση καθώς μιλάς με τους φίλους σου στη διάρκεια του δείπνου σε αυτό το έξοχο εστιατόριο, αλλά δεν το αναφέρεις ξανά γιατί δεν σου άφησε κάποια ιδιαίτερη γεύση για να το θυμάσαι. 


Υ.Γ. Παρόλα αυτά, ήταν ομολογουμένως καλύτερο από τις πολιτικές συζητήσεις των ημερών!


Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Σύριοι πρόσφυγες - Ειδομένη


Φτάσαμε στα σύνορα στην Ειδομένη το πρωί. Αρκετά δέντρα, πολύ χώμα, μια σιδηροδρομική γραμμή που δεν αποσπούσε την προσοχή παρά μόνο από τα αγωνιώδη βλέμματα που συγκέντρωνε κάποιες στιγμές μέσα στην ώρα και μία ατμόσφαιρα ησυχίας. Εκείνης της ησυχίας που ακολουθεί την ένταση της αγωνιώδους εγκατάλειψης. 


Το τοπίο έμοιαζε με έναν τρόπο με άλλα πεδία  καταστροφής, ή υποδοχής της καταστροφής. Έφταιγε νομίζω αυτό το πολύ ξεθωρισμένο σχεδόν κίτρινο χώμα, αυτά τα γνωστά συρματοπλέγματα – όχι αγκαθωτά παρά μόνο στη γραμμή των συνόρων και οπωσδήποτε όχι πολλά σε σχέση με άλλα μέρη μάλλον τα απολύτως απαραίτητα θα έλεγα - τα πεταμένα και ποδοπατημένα ρούχα, τα σκονισμένα προσωπικά μικροαντικείμενα, τόσο σκονισμένα που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τι ήταν παρά μόνο αν πλησίαζες κοντά και τα σκουπίδια πεταγμένα ή στοιβαγμένα εδώ κι εκεί. Οι γεμάτοι κάδοι των σκουπιδιών έμοιαζαν με απίστευτη παράφωνη απαίτηση, μαζί με την καντίνα και το φορτηγό με το παγωτό απέναντι από τις γραμμές του τρένου. Ένα τρίπτυχο παραλογισμού, τόσο απαραίτητου όμως για να παραμένει αυτό το “πέρασμα” ένα κομμάτι της αληθινής ζωής, καθώς ποια ζωή θα μπορούσε να παραμένει αληθινή έχοντας στερηθεί τον παραλογισμό της? Ένα λεπτό σημείο ήταν αυτό το μέρος, σκέφτηκα. Ένα λεπτό σημείο έκφρασης μίας ανυπέρβλητης αντίφασης της ζωής, όπου ο παραλογισμός και η αλήθεια συναντιούνται. Ποιος θα κερδίσει, αναρωτήθηκα μόνο για μια στιγμή και έσπευσα να απαντήσω γρήγορα αλλά με κάποια ανεξήγητη ενοχή, με ένα περίεργο αίσθημα ανημποριάς, η ζωή φυσικά. 

Άφησα γρήγορα στην άκρη αυτές τις αντιφατικές εσωτερικές μου συνομιλίες που δήλωναν πάντα σθεναρά και απρεπώς ως προς τις συνθήκες παρούσες, και απομακρύνθηκα αφήνοντας και τους υπόλοιπους να στήσουν έναν υπαίθριο “σταθμό” που θα μπορούσε να προσφέρει πρώτες βοήθειες, κάποια πρωτοβάθμια φροντίδα, πολύτιμες ιατρικές συμβουλές και φάρμακα. 

Οι Σύριοι πρόσφυγες ήταν καθισμένοι κάτω από τα δέντρα, σε μια μέρα στο τέλος του καλοκαιριού που προμηνυόταν πολύ ζεστή. Στο βάθος του ορίζοντα όλα ήταν πράσινα και αυτό το γνώριμο σκούρο πράσινο των δέντρων έκανε το μέρος να φαντάζει σχεδόν ασφαλές. Για μας μόνο. Γιατί σε τίποτα δεν μοιάζει με το πράσινο της Συρίας. Προχωρούσα με σταθερό, ήρεμο βήμα προς τη γραμμή των συνόρων. Το πέρασμα της Ειδομένης δεν είναι ένας “καινούριος” δρόμος. Είναι εκεί από το 2009, γνωστό σε όλους. Πως μια ολόκληρη χώρα το έμαθε μόλις από τα πρόσφατα επεισόδια είναι να απορείς. Δεν μας χώριζαν νομίζω πάνω από 100 μέτρα. Μία ευθεία από αγκαθωτό συρματόπλεγμα, ένα μικρό άνοιγμα στο κέντρο της, κάποιοι στρατιώτες και 3-4 στρατιωτικά αυτοκίνητα από την άλλη πλευρά, κάποιοι δικοί μας συνοριοφύλακες και μια ομάδα 50 προσφύγων περίμενε το σήμα από την άλλη πλευρά. 

Έφταναν με τα πόδια και με λεωφορεία και περίμεναν κάτω από τα δέντρα δίπλα στις γραμμές του τρένου. Και περίμεναν. Εκεί τους χώριζαν σε ομάδες των 50. Και περίμεναν. Κανείς δεν ήξερε και κανείς δεν μπορούσε να τους πει για πόση ώρα θα έπρεπε να περιμένουν. Κι έτσι περίμεναν. Αχώριστα συνοδευόμενοι από μια βάναυση φυγή, τραυματισμένοι με κάθε τρόπο, κατάκοποι, μιλώντας λίγο. Έτσι περίμεναν. 
Το πέρασμα ξεκινούσε γύρω στις 6 το πρωί, έκλεινε το απόγευμα και η συμφωνία ήταν ότι θα περνούσε μία ομάδα κάθε 15΄, αλλά σε όλη τη διάρκεια της ημέρας αυτό το “ανά 15'” δεν τηρήθηκε ποτέ. Κι έτσι περίμεναν, με μοναδική ελπίδα ότι θα περνούσαν μέσα στη μέρα. Κάθε ομάδα όταν έφτανε η σειρά της προχωρούσε αυτά τα 300 περίπου μέτρα που τη χώριζαν από το αγκαθωτό συρματόπλεγμα και περίμενε ξανά εκεί στο νέο σημείο. Άγνωστο για πόσο, αλλά αυτή τη φορά τους χώριζαν ελάχιστα μέτρα από το πέρασμα. 

Καλημέρα, τους είπα. Πέντε, έξι μέτρα μπροστά μας ήταν το “πέρασμα” που άνοιγε άγνωστο κάθε πότε. Κι όταν θα άνοιγε αυτοί οι 50 άνθρωποι θα έκαναν μία γραμμή ανά δύο και θα περνούσαν αυτά τα λίγα μέτρα που τους χώριζαν από την επόμενη χώρα. Κάποιος που να μιλάει αγγλικά, γαλλικά, τους ρώτησα?
Με κοίταξαν παραξενεμένα, αλλά όχι εχθρικά. Χρειάστηκε να το επαναλάβω 1-2 φορές με μία ήρεμη και σταθερή φωνή, σε έναν χαμηλό και ευγενικό τόνο. Με κοιτούσαν καταπρόσωπο, ήξερα ότι με ζύγιζαν με έναν τρόπο κι εγώ τους άφηνα να με κοιτούν και ανταπέδιδα το βλέμμα τους με ηρεμία, εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια. Νομίζω. Δεν ήξερα πως ήταν το βλέμμα μου. Ήξερα ότι λυπόμουν. Όχι για κάποιον προσωπικά ή ξεχωριστά, αλλά για ότι συνέβαινε. Ήξερα ότι είχα δει ξανά και ξανά όλες αυτές τις σκηνές. Ήξερα ότι ήμουν εκεί γιατί εκείνοι πιστεύαν ότι θα τα καταφέρουν κι εγώ είχα έρθει να ενώσω την πίστη μου με τη δική τους, να βοηθήσω να συνεχίσουν αυτό το ταξίδι ελπίδας και πίστης. Δεν είχα τίποτα να κρύψω και δεν είχα τίποτα να ζητήσω. Καμία μεσσιανική ευφορία. Μόνο μία σταθερή απόφαση που παραμέριζε τη λύπη: πρέπει να τα καταφέρουν.
Κάποιοι κινήθηκαν, κάτι είπαν μεταξύ τους και πολύ γρήγορα που υπέδειξαν κάποιον. Καλημέρα, του είπα, του εξήγησα ποιοι είμαστε, τι κάνουμε εδώ και του ζήτησα τη βοήθειά του μεταφράζοντας. Λίγο αμήχανος, με μια εσωτερική ένταση να ξεχειλίζει από παντού, δέχτηκε ευγενικά. Σε ευχαριστώ πολύ του είπα, Αλεξάνδρα. Παρακαλώ, Σαμίρ, μου απάντησε. Του ζήτησα να ρωτήσει εάν κάποιος έχει ή αισθάνεται ότι έχει ανάγκη ιατρικής βοήθειας. Κι έτσι γρήγορα – αλλά όχι απλά – άρχισε να μεταφράζει και με πολύ λιγότερη αμηχανία απ΄όση θα περίμενε κανείς και με πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη απ΄όση θα ευχόταν κανείς, άρχισαν σιγά σιγά να σηκώνονται κάποια άτομα...

Οι Σύριοι πρόσφυγες του πολέμου ταξιδεύουν στην Ευρώπη του 21ου αιώνα με τραύματα από το ταξίδι των δουλεμπόρων που γίνεται μία μεγάλη προσπάθεια να λέγονται "διακινητές", καθώς αυτή η γηραιά ήπειρος που διεκδικεί αλλαζονικά με τρόπο αδιαμφισβήτητης αυθεντίας τα πρωτεία σχεδόν σε όλα, δεν μπορεί να τους παρέχει άλλο τρόπο εισόδου, παρά μόνο αυτόν των δουλεμπόρων. 
Τα περιστατικά ήταν στην πλειοψηφία τους τραύματα ταλαιπωρίας και απόρροια του “ταξιδιού”. Τραύματα τριβής στα χέρια, καθώς κουβαλούσαν μεγάλες σακούλες με απαραίτητα είδη για το ταξίδι και μεγάλες φουσκάλες με πύον στα πόδια από το πολύωρο περπάτημα με ακατάλληλα παπούτσια, που όλα έπρεπε να ανοιχτούν, να καθαριστούν, να επιδεθούν κατάλληλα, μέχρι το επόμενο νοσοκομείο. Η συντριπτική πλειοψηφία όσων ήθελαν να εξεταστούν ζητούσαν κάτι για το βήχα, οδυνηρό ενθύμιο μαζί με κάποια βρογχίτιδα από το ταξίδι με τις δουλεμπορικές βάρκες, ή τα καθόλου αεριζόμενα φορτηγά. Τα τσιμπήματα από κουνούπια είχαν μολυνθεί και είχαν πρηστεί ή μετατραπεί σε πληγές. Και φυσικά δεν έλειπαν τα τραύματα από τον πόλεμο. Μεγάλες, φρέσκιες ακόμα ουλές από ραψίματα σε τραύματα και μεταλλικά ελάσματα για σπασμένα οστά, που όμως είχαν σπάσει στη διάρκεια του ταξιδιού. Τα παυσίπονα σε πρώτη ζήτηση. Κι ύστερα, οι έγκυες γυναίκες, συνοδευόμενες με πολλή αγάπη και τρυφερότητα από τους άνδρες τους, λιγομίλητες, αποκαμωμένες, με βλέμμα ταλαιπωρημένο αλλά σταθερό.


Οι Σύριοι πρόσφυγες του πολέμου που φτάνουν στα σύνορα της Ειδομένης με κάθε τρόπο, είναι ταλαιπωρημένοι, αλλά όχι καταβεβλημένοι. Έχουν τη δύναμη και την αποφασιστικότητα της ελπίδας και τίποτα άλλο. Και αυτό το τίποτα άλλο, κάνει το μοναδικό υπάρχον, την ελπίδα, τα πάντα. Κυριολεκτικά τίποτα άλλο. Σχεδόν δεν μπορείς να το πιστέψεις, γιατί έχεις ξεχάσει πως είναι, τι είναι αυτό. Το βλέπεις μπροστά σου και σχεδόν πάντα δυσκολεύεσαι να το αναγνωρίσεις. Εσύ προέρχεσαι από μία κοινωνία, μία χώρα όπου η συμπόρευση με τον “ρεαλισμό” δεν αφήνει περιθώρια για τέτοιους “παραλογισμούς”. Τι είναι παραλογισμός? Η ανάγκη να γλιτώσεις από έναν πόλεμο? Η απόφαση για αυτό το ταξίδι? Η υλοποίησή του με κίνδυνο ακόμα και τη ζωή σου? Η υποδοχή σου από την Ευρώπη της Επαγγελίας? Τι είναι το ρεαλιστικό εδώ?

Συζητώντας μαζί τους καταλαβαίνεις ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για τη Γερμανία όπου και θέλουν να πάνε. Μια αόριστη ιδέα σωτηρίας, ευδαιμονίας, ζωής. Αλλά όχι, στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν τίποτα πρακτικό, δεν γωρίζουν τι θα βρουν εκεί, ή τι πρέπει να κάνουν. Θέλουν μόνο να φτάσουν εκεί, που θα σημάνει το τέλος του πολέμου. Κάποιοι μας ρωτούν εάν θα είναι καλύτερα να πάνε στη Γερμανία ή στην Ολλανδία. Λέω σε όλους στην Ολλανδία, χωρίς να ξέρω καν εάν και πόσους Σύριους πρόσφυγες θα δεχτεί. Αλλά δεν μπορώ να τους το πω αυτό. Με ρωτάνε γιατί Ολλανδία. Τους λέω ότι τη βρίσκω πιο όμορφη. Δεν έχω τίποτα άλλο να τους πω. Ρωτάνε για τη διαδρομή. Ποια χώρα είναι μετά? Φύρομ απαντάμε. Μετά? Μετά? Μετά? Ο κατάλογος με τις χώρες που διαδέχονται η μία την άλλη μοιάζει ατέλειωτος, αλλά δεν μοιάζει να τους απογοητεύει ούτε στο ελάχιστο.

Το γκρουπ του διερμηνέα μου φεύγει και φεύγει κι εκείνος τρέχοντας. Με λένε Σαμίρ και είμαι από τη Συρία, μου φωνάζει γυρνώντας το κεφάλι προς τα πίσω και σηκώνοντας το χέρι σε έναν ύστατο χαιρετισμό, ενώ έτρεχε να ενωθεί με τους υπόλοιπους για τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν από το μικρό άνοιγμα στη γραμμή των συνόρων. Λες και κάτι ήθελε να αφήσει πίσω του να θυμάμαι, αλλά δεν είχε τίποτα άλλο παρά το όνομά του. Στη θέση του βρίσκω έναν Τούρκο. Αργότερα μέσα στη μέρα θα έρθει η “Μετάδραση” που με τους μεταφραστές της προσφέρει σπουδαίο έργο, όχι μόνο για τους Σύριους, αλλά και για τους Πακιστανούς και τους Αφγανούς που είναι εκεί. Αλλά είναι νωρίς ακόμα. Η σειρά αυτών που θέλουν να εξεταστούν συνεχίζεται: τραύματα, βήχας, καθαρισμοί, παυσίπονα, έγκυες γυναίκες. Σημάδια πολέμου παντού. Το επέκεινα ενός πολέμου οι εικόνες αυτές. 

Από ώρα σε ώρα έρχεται μία μηχανή τρένου. Αφού περάσουν τα σύνορα στη Φύρομ οι Σύριοι πρόσφυγες θα απογραφούν σε ένα γραφειάκι, θα μπούνε ύστερα στο τρένο και επόμενος σταθμός η επόμενη χώρα. 
Μιλάμε με τον πατέρα της μικρής Γεν. Είναι ένα παραδοσιακό αραβικό όνομα μας λέει, που σημαίνει μπλε της θάλασσας. Έχει γενέθλια σήμερα, γίνεται ενός έτους. Καθώς μιλάει μοιάζει να ανοίγεται λίγο περισσότερο, απολογείται για τα βρώμικα ρούχα της Γεν. Η γυναίκα του, μια νεαρή αδύνατη γυναίκα εμφανώς ταλαιπωρημένη, έχει κλάψει ανάμεσα στους παρήγορους λόγους μας λίγο πριν και μέσα στη ζεστή αγκαλιά της Μαίρης. Δακρύζει συνέχεια και τώρα. Βουβά, σιωπηλά, σκουπίζει συνέχεια τα μάτια της που δεν στερεύουν. Της χαμογελώ και μου χαμογελάει κι εκείνη. Εκείνος κρατάει τη μικρή Γεν αγκαλιά, που βγάζει δόντια, που έχει πυρετό, που κλαίει, που είναι όμορφη αλλά δεν το ξέρει ακόμα, που περνάει τα πρώτα της γενέθλια ως πρόσφυγας εδώ στα σύνορα της Ειδομένης. 

Η μέρα περνάει μέσα στη ζέστη, τη σκόνη και τις ανθρώπινες ανάγκες. Για λίγο δροσερό νερό, για φαγητό, για σκιά. Οι χημικές τουαλέτες δίνουν μια σχετική επάρκεια και το ντους που έχει στηθεί είναι τουλάχιστον από κατασκευαστικής άποψης χρήσιμο. 
Κι άλλες οργανώσεις έρχονται. Η Γερμανία είναι επίσης εδώ και παρακολουθεί με ενδιαφέρον. Γερμανικές οργανώσεις κυβερνητικές, μη κυβερνητικές, τηλεοπτικά κανάλια. Η σειρά συνεχίζεται. Καθαρισμοί, παυσίπονα, και πάει λέγοντας.

Δώσαμε και πήραμε, είπε ο Βασίλης στο τέλος της μέρας. 
Μια αλήθεια σε τρεις λέξεις.  
Κανείς δεν θέλησε να προσθέσει κάτι. Χαιρετιστήκαμε και το διαλύσαμε γρήγορα.





*Πρόκειται για τη 2η δράση ανθρωπιστικής βοήθειας στους Σύριους πρόσφυγες που πραγματοποίησε το Ανοιχτό Πολυιατρείο Θεσ/νίκης στην Ειδομένη, στις 29.08.2015.