Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Κι έτσι εγώ – δύσκολη στο να δέχομαι, να ζητώ και να παίρνω


Ξυπνάω το πρωί σε ένα μεγάλο φωτεινό διαμέρισμα με ψηλά παράθυρα.

Οι δύο πολύ γνωστοί αρχιτέκτονές του τότε στην Αθήνα είμαι σίγουρη ότι θα ήταν περήφανοι ακόμη και σήμερα - πάνω από μισό αιώνα μετά - για αυτό το στολίδι τους στο κέντρο της Αθήνας.


Έχει ένα απαλό ευγενικό γκρι στους τοίχους που κανείς δεν το διαλέγει πια, οι ψηλές μπαλκονόπορτες είναι οι ίδιες με τότε και η εσωτερική διαρύθμιση έχει μείνει ανέπαφη.


Όλη του η περιουσία είναι ένα καινούριο μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι που αγόρασα σχετικά άμεσα και τρία δανεισμένα – χαρισμένα βιβλία του Νίτσε με δυο σελιδοδείκτες, ένας του Yves Klein από το Pompidou κι ένας του Ρέμπραντ από το Άμστερνταμ, που τους χρησιμοποιούσα όσο καιρό δούλευα με αυτά. Ίσως να πιάνεται και το μπουκέτο με τα κλεμμένα από έναν κοντινό κήπο κόκκινα τριαντάφυλλα, βαλμένα σε ένα ποτήρι νερού που αγοράστηκε ειδικά για αυτόν τον λόγο και όχι για την κανονική του χρήση.
Παρόλα αυτά δεν αισθάνομαι το σπίτι άδειο. Κι αυτά τα βιβλία δίπλα στο κρεβάτι πάνω στα δυο χάρτινα κουτιά δίνουν ένα “μποέμ” χαρακτήρα σε αυτό το άδειο. Σε λίγες μέρες, που τα πράγματα θα αρχίσουν να μπαίνουν στη θέση τους, κάτι από αυτό το άδειο και ελεύθερο θα χαθεί. Πράγματα που θα ταιριάζουν ή δεν θα ταιριάζουν μεταξύ τους θα αρχίσουν να λένε τη δική τους ιστορία για την καινούρια κυρία του σπιτιού. Τι θα είναι αλήθεια και τι ψέματα σε αυτή την αφήγηση? Ούτε εγώ ξέρω, αλλά ούτε και με νοιάζει, καθώς όλοι πορευόμαστε με μία σχετική εώς απίστευτη άνεση ανάμεσα από αλήθειες και ψέματα που έχουμε ανάγκη, τόσο ώστε να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι δεν γινόταν αλλιώς...

Σε ευχαριστώ πολύ για τα δανεισμένα βιβλία που τελικά έγιναν χαρισμένα και με συγκίνησαν πολύ οι δυο γραμμές που τα συνόδευαν και εξηγούσαν τον λόγο. Πάνω σε αυτά – εγώ που τα βιβλία μου είναι πάντα σαν να μην τα άγγιξε ανθρώπου χέρι – αποτυπώθηκαν οι απροσδόκητες τροπές της ζωής μου τους τελευταίους 8 μήνες κι ακούμπησε ένα σπουδαίο όνειρο των τελευταίων δύο περίπου χρόνων. Άλλαξαν πόλεις, τόπους και προορισμούς, μπήκαν σε βαλίτσες, σε σάκους, σε τσάντες, ταξίδεψαν με κάθε μέσο, ακούμπησαν σε βιβλιοθήκες, ράφια, γραφεία και τελικά, σήμερα, πάνω σε δύο άδεια κουτιά – γιατί η αγάπη μου και η “ευλάβειά” μου δεν μου επιτρέπει να τα ακουμπήσω κατάχαμα - στο πάτωμα αυτού του υπέροχου σπιτιού. Και καθώς δεν είχα προλάβει να σκεφτώ πιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα ήθελα να βάλω σε αυτό το σπίτι, με τον απροσδόκητο τρόπο που έγιναν δικά μου, πήραν τη θέση του πρώτου. Τα ταλαιπωρημένα τους εξώφυλλα μαρτυρούν για μένα κάτι βαθιά αληθές. Και οι πολυγυρισμένες σελίδες τους είναι το πιο οικείο μου πράγμα σε αυτό το σπίτι. Κι έτσι εγώ – δύσκολη στο να δέχομαι, να ζητώ και να παίρνω – τα κοιτώ σίγουρη ότι θα μου απαντήσουν και σε άλλα μυστήριά μου εν καιρώ.


Σε λίγο το σπίτι θα γεμίσει πράγματα. Θα χαθεί κάτι από αυτό το άδειο. Θα χαθεί η αίσθηση ότι το γεμίζω μόνο εγώ και τα τρία βιβλία, το τρεχούμενο ζεστό νερό, ένα ζευγάρι σεντόνια και δύο πετσέτες. Και καμιά φορά οι υπέροχες συνθέσεις για φλάουτο από κάποιον που μελετάει δίπλα. Σε λίγο θα χάσουν τη μοναδικότητα και την αξία τους, καθώς και άλλα πράγματα θα έρθουν να προστεθούν.
Κι έτσι... καθυστερώ συνεχώς τη μέρα.