Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Τσουνάμι, δέκα χρόνια μετά...


Ήταν ένα ζεστό και φωτεινό πρωινό. Από εκείνα τα πρωινά με πολύ ήλιο και φως που νομίζω ότι από πάντα αγαπούσα. Περπατούσα με γρήγορο βήμα και γρήγορες σκέψεις ανάμεσα στις σκηνές που ήταν στημένες στο χώμα. Η μέρα είχε κάτι που θα το έλεγες "καθημερινότητα", μέσα σε κάτι που ήταν πέρα από κάθε καθημερινότητα. Ήταν μάλλον σωστότερα "η δική μου καθημερινότητα". Ο ήλιος ήταν τόσο δυνατός που σημάδευε ανεξίτηλα το πρόσωπό μου. Αλλά δεν ήταν αυτό που με απασχολούσε. Άλλες σκέψεις είχα στο μυαλό μου και εκείνο το πρωινό. Σταμάτησα μπροστά σε μία σκηνή, όπου ήδη κάποιοι άνθρωποι ήταν μαζεμένοι απ΄έξω και με περίμεναν. Μέχρι να γίνει το τσάι - είναι αδύνατον να σου προσφέρουν τσάι και να αρνηθείς - στεκόμασταν όρθιοι και συζητούσαμε. Ήμουν πια πολύ καιρό εκεί. Με είχαν συνηθίσει, με είχαν μάθει, ήμουν ένας δικός τους άνθρωπους, όχι ίδιος αλλά δικός τους, που θα μου πρόσφεραν τσάι πολλές φορές μέσα στη μέρα, μέχρι να φύγω λίγο πριν το σούρουπο. [...]

Θυμάμαι ότι είχα τα κλειδιά μου περασμένα στη ζώνη μου μαζί με μια αρμαθιά από μικρά κουκλάκια που μου είχαν χαρίσει φίλοι μου. Ένα γκρίζο γατί με ροζ μπλουζάκι που έγραφε το όνομά μου, δώρο της φίλης μου της Ειρήνης, ένα μικρό καφέ αρκουδάκι, μια μικρή πριγκίπισσα, και 3-4 άλλα, μια περίεργη, ανόμοια αρμαθιά τέλος πάντων. Και καθώς μιλάμε, κάποια στιγμή, αντιλαμβάνομαι μικρά, πνιχτά χαχανητά πίσω μου, και γυρίζοντας το κεφάλι μου βλέπω μία παρέα παιδιών να "επεξεργάζεται" με περιέργεια τα κλειδιά μου. Δεν ξέρω πως έγινε και συννενοηθήκαμε με τα μάτια, και τότε τα πιο μικρά άρχισαν να τρέχουν ανάμεσα στις σκηνές, να γελάνε, να φωνάζουν και να βγάζουν μικρές στριγγλιές χαράς. Κι εγώ άρχισα να τα κυνηγάω, τόσο όσο χρειαζόταν για να μην τα πιάνω. [...]
Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτό το κυνηγητό, αλλά μάλλον όχι πολύ. Τα μαλακά σουέτ αθλητικά μου παπούτσια με έβγαζαν πάντα ασπροπρόσωπη, αλλά η περίφημη φυσική μου κατάσταση, παρά τη φήμη της, υπέκυψε στον ήλιο. Λαχανισμένη συνέχισα ακόμη να γελάω, τα μικρά γελούσαν κι αυτά πολύ και τότε ξαφνικά αλλά αναπόφευκτα "ξαναγύρισα" εκεί που πραγματικά ήμουν. Ένα camp γεμάτο σκηνές πάνω στην άμμο. Κοίταξα τους ανθρώπους που με κοιτούσαν σιωπηλοί και παραξενεμένοι. Προσπαθούσα να τους μιλήσω, αλλά η ανάσα μου έβγαινε ακόμα λαχανισμένη κι έτσι απλώς συνέχιζα να γελάω. Στα επόμενα δευτερόλεπτα, η σιωπή διαλύθυκε μεμιάς. Άρχισαν κι εκείνοι να γελούν. Ένα δυνατό, υπέροχο, λυτρωτικό γέλιο κάτω από τον δυνατό ήλιο, πάνω σε μία άμμο που έκαιγε σχεδόν όλη μέρα. [...]

Δέκα χρόνια πριν ένα σφοδρό τσουνάμι έπληξε κάποιες νησιωτικές χώρες και συντάραξε τον κόσμο. Χωριά ολόκληρα ισοπεδώθηκαν κυριολεκτικά και οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές ήταν τεράστιες. Αλλά και ο τρόπος που σημαδεύτηκε η ζωή αυτών που επέζησαν, τριγυρισμένοι πάντα από το γεγονός και από την απώλεια, παραμένει ανεξήτηλος. Για εμάς που βρεθήκαμε εκεί, βρέθηκα εκεί στα πλαίσια της διεθνούς παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας... Δεν ξέρω ακόμη να πω τι εμπειρία ήταν...

"Τα πτώματα που έβγαζε η θάλασσα δεν ήταν πια πολλά όπως τον πρώτο καιρό, αλλά οι ντόπιοι δεν έτρωγαν ψάρια - και για πολύ καιρό μετά - γιατί τα ψάρια όπως έλεγαν, έφαγαν τους δικούς τους ανθρώπους. Στη φάση εκείνη έπρεπε να γίνει ο σχεδιασμός και ο συντονισμός για τη διανομή της ανθρωπιστικής βοήθειας. Αυτό σήμαινε ολοήμερες μετακινήσεις και συζητήσεις με τους ανθρώπους εκεί, από το ένα camp στο άλλο για να καταγραφούν οι ανάγκες, να βρεθούν οι τρόποι, να μεταφερθούν τα είδη, να βρεθεί ο τρόπος της διανομή τους. 
Ο κόσμος έμενε σε σκηνές που γρήγορα όμως θα έπρεπε να αντικατασταθούν από κάτι άλλο, καθώς θα ερχόταν η εποχή των βροχών και οι σκηνές δεν είχαν καμία τύχη. Σύντομα άρχισε ο επανασχεδιασμός ολόκληρων των χωριών που καταστράφηκαν. Τίποτα δεν ήταν εύκολο. Όλα είχαν τη μεγάλη γοητεία της μεγάλης πρόκλησης και της μεγάλης σύγκρουσης. Το "λογικά ορθό", σκόνταφτε στο "ηθικά ορθό". Όχι, οι άνθρωποι δεν θα έπρεπε να πλησιάζουν τα λιγοστά ερείπια των σπιτιών, ήταν πολύ επικίνδυνο. Όχι, δεν γινόταν να μην τα πλησιάζουν, αυτά τα "ερείπια" ήταν μέχρι χτες το σπίτι τους. Πήγαιναν ακόμη και έκλαιγαν βουβά πάνω σε αυτά τους χαμένους ανθρώπους τους και τις κατεστραμένες ζωές τους. Όχι, το "νέο χωριό" δεν μπορούσε να χτιστεί στο ίδιο μέρος με το παλιό δίπλα στο κύμα, έπρεπε να κρατηθεί μία απόσταση ασφαλείας για ένα ενδεχόμενο ίδιο φαινόμενο στο μέλλον. Όχι, το χωριό - δεν χρησιμοποιούσαν τον όρο "νέο" - έπρεπε να ξαναχτιστεί εκεί ακριβώς που οι πρόγονοί τους το είχαν χτίσει. Μα, το "νέο χωριό" θα είχε τα πάντα. Όχι "τα πάντα" δεν ήταν το σημαντικό. Η σχέση με τον τόπο και τους προγόνους και τη ζωή που αναποδογύρισε ήταν το σημαντικό".  [...]

Έχω πολλές φωτογραφίες από τις ισοπεδωμένες περιοχές της Σρι Λάνκα. Κάποιες έχουν και λιγοστά ερείπια. Σε κάποιες άλλες δεν μπορείς να φανταστείς ότι εκεί μόλις πριν λίγο καιρό υπήρχε ένα χωριό. Έχω πολλές εικόνες καταστροφής μέσα σε φωτογραφικούς φακέλους...
Με τους ανθρώπους της Σρι Λάνκα μοιράστηκα πολλά. Πράγματα της καρδιάς. Και τους ευχαριστώ για όλα. Για την ευγένειά τους, για το τσάι που μου πρόσφεραν απλόχερα πάντα μέσα στη δύσκολη μέρα, για το υπέροχο, εξωτικό Kandy που μου έδειξαν και θα μπορούσα να ξεχαστώ και να ζήσω για πολύ εκεί. Για τους κρυμένους ναούς ψηλά στα βουνά, που δεν υπάρχουν στους τουριστικούς οδηγούς, αλλά σου κόβουν την ανάσα από την ομορφιά και σε γεμίζουν δέος. Για τις κούπες με ρύζι που μου πρόσφεραν οι μοναχοί εκεί, πολλές φορές βουβά μιλώντας μόνο με τη σιωπή, όταν δεν υπήρχε κάποιος να μεταφράζει, για τις πολύχρωμες κλωστές που έδεναν στον καρπό μου πριν φύγω "διαβασμένες με ευχές". Κι ας μην πίστευα. Τα χρόνια που θα ερχόντουσαν θα σκεφτόμουν πολλές φορές ότι κάποιες από αυτές πρέπει να έπιασαν (δεν εξηγείται αλλιώς)... 
Έτσι σήμερα, δέκα χρόνια μετά, σε αυτήν την ημέρα μνήμης διάλεξα μια εικόνα της καρδιάς.

 Ακόμη κι όταν αρχίσαμε να πίνουμε τις πρώτες γουλιές από το τσάι γελούσαμε όλοι. Ένα γέλιο υπέροχο, λυτρωτικό κάτω από τον ζεστό ήλιο, πάνω στην άμμο που έκαιγε σχεδόν όλη μέρα. Έβγαλα τα κλειδιά από τη ζώνη κι άρχισα να μοιράζω τα κουκλάκια ξεκινώντας από τις πιο μικρές. Κι ύστερα, λίγο πριν εκείνα τα γέλια σωπάσουν, με άφησαν να τους βγάλω αυτή τη φωτογραφία...