Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Οι εικόνες που δεν αλλάζουν γίνονται απαρατήρητες


Επιτέλους τώρα βρέχει και τη μέρα. Και είναι και αυτό το περίεργο πράγμα με τη βροχή. Όταν είναι σιγανή δε σ' αφήνει να δεις μακριά, όταν είναι δυνατή δε σε αφήνει να δεις μπροστά σου. Όμως μετά τη βροχή είναι πάντα το ίδιο. Μπορείς να δεις πιο καθαρά. Πάντα κάτι έχει καθαρίσει. Μια άλλη εικόνα αναδύεται. Με άλλα χρώματα, με άλλη φωτεινότητα, με άλλη διαύγεια. Λες και πριν δεν έβλεπες την ίδια εικόνα. Όχι πριν δεν έβλεπες την ίδια εικόνα. Ίσως είναι στη φύση των εικόνων που συνεχώς αλλάζουν. Γιατί αυτές που μένουν ίδιες καταντούν απαρατήρητες στο βλέμμα μας. Ίσως και στη φύση της βροχής που καθαρίζει και γυαλίζει με έναν τρόπο τα πάντα. Ίσως τελικά και στη φύση των ανθρώπων που πάντα θέλουν να δουν. Ακόμη και για να διαλέξουν να παραμείνουν τυφλοί. 


Πήρε μια βαθιά ανάσα από την οσμή της βροχής που την είχε κιόλας φτάσει. Αυτή η υπέροχη οσμή, σκεφτόταν ανοίγοντας αργά τα μάτια. Πως θα ξεπεράσω το σημείο? ρώτησε με ένα ήρεμο ενδιαφέρον. Δεν υπήρχε καμία ένταση σε αυτήν τη σκέψη, καμία βιασύνη πλέον, καμία αγωνία για το ερώτημα. Κι  αυτός ο αβίαστος τρόπος με τον οποίο εκφράστηκε την έκανε να μοιάζει με την πιο απλή και φυσική ερώτηση του κόσμου. 
Οι αλληλοτεμνόμενες γραμμές, απάντησε η φωνή κάνοντας μια μικρή παύση, οι αλληλοτεμνόμενες γραμμές... δεν είναι ο μόνος τρόπος να ορίσεις το σημείο. Μία λίγο πιο μεγάλη παύση ακολούθησε αυτή τη φορά. Ξεπέρασε το σημείο που ορίζεται από τις αλληλοτεμνόμενες. Δεν υπάρχουν αλληλοτεμνόμενες πλέον. Δεν υπάρχει και σημείο. Δεν υπάρχει σημείο, επανέλαβε κι εκείνη με ένα ανάμεικτο συναίσθημα. Δεν υπάρχει σημείο, σκέφτηκε. Δεν υπάρχουν αλληλοτεμνόμενες πλέον. Για μια στιγμή νόμιζε ότι το μυαλό της θα κατρακυλούσε σε κάποιον άγνωστο γκρεμό.
Και τώρα τι? ρώτησε με το ίδιο ανάμεικτο συναίσθημα. Όρισε το σημείο με άλλον τρόπο, της απάντησε η φωνή. 
Άλλον τρόπο? ξαναρώτησε για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε κάνει λάθος. Χωρίς αυτές, απάντησε η φωνή σταθερά. Ξεπέρασε το σημείο...