Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ο από μηχανής Θεός


Ερχόταν πάντα από ψηλά. Ένας θεός ή ένα θεϊκό πρόσωπο που εμφανίζεται στο τέλος του έργου, προκειμένου να δώσει λύση στο αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί η δράση. Και ήταν πάντοτε διαφορετικός. Ο Ηρακλής στην  Άλκηστις, η Αθηνά στις Ικέτιδες και την Ιφιγένεια εν Ταύροις, οι δύο Διόσκουροι στην Ελένη και στην Ηλέκτρα, η Άρτεμις στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι, οι δύο δράκοι του Ήλιου στη Μήδεια.

Μία επιφάνεια. Εκεί που χρειάζεται να δοθεί μία λύση, αλλά ο ήρωας δεν μπορεί πια να τη δώσει από μόνος του. Πήγε ως εκεί που μπορούσε να πάει μόνος του. Και τώρα δεν μπορεί να πάει παραπέρα. Έκανε όσα μπορούσε και ήταν αυτά που κανείς άλλος δεν θα έκανε. Πάνω και πέρα και από αυτά που μπορούσε. Εκεί που όλα πια φαντάζουν στάσιμα, αδιέξοδα, αλλά χωρίς να έχουν τελειώσει. Στέκουν ατέλειωτα, μισά, εκκρεμή. Χάσκουν χωρίς να βγάζουν κανέναν ήχο. Ακίνητα, αδρανοποιημένα, από ότι έχει συμβεί. Από ότι ο ήρωας έχει διαπράξει. Για αυτά που ο χορός και τα άλλα πρόσωπα του δράματος συχνά τον ψέγουν. Εκεί, σε αυτό το ακίνητο σημείο χρειάζεται μία λύση, ένα κάποιο τέλος.

Τότε έρχεται ο από μηχανής θεός. Για να αποκαταστήσει την τάξη. Να βάλει τα πράγματα στη σωστή τους θέση. Εκεί που πρέπει να είναι, εκεί που έπρεπε να ήταν εξαρχής. Αλλά ταυτόχρονα, να υπενθυμίσει με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, ποιος είναι ο ήρωας του έργου, όχι ένα από τα πρόσωπα του δράματος, αλλά ο ήρωας του έργου και για αυτό να τον ξεχωρίσει από τους άλλους. Να θυμίσει με τον πιο ισχυρό και αδιαμφισβήτητο τρόπο, με την παρουσία του, ποιο πραγματικά αυτό το πρόσωπο είναι, σε όλους εκείνους που το ξέχασαν ή το παραγνώρισαν. Να δείξει τον αγαπημένο του θεού. Κι αυτή η υπενθύμιση είναι μαζί και η λύση.

Ο από μηχανής θεός έρχεται πάντα στο τέλος του έργου. Ακόμη και αν πιστεύεις ότι δεν τον χρειάζεσαι, άστον να υπάρχει. Ποτέ δεν ξέρεις...