Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Το φθινόπωρο και η ουτοπία της ανασυγκρότησης

Τώρα πια η βροχή αναστατώνει τη νύχτα όλο και πιο συχνά. Με απειλές και προειδοποιήσεις σχεδόν κάθε βράδυ έρχεται και αναστατώνει τις ήσυχες νύχτες, χωρίς λόγο. Και προκαλεί μεγάλη αναταραχή και κακό. Σχεδόν ανεξήγητο, αλλά μεγάλο όπως όλα τα κακά εξάλλου. Την κοιτάς, την ακούς να σου μιλάει και τη ρωτάς συνομωτικά και ύπουλα, εκεί στα σκοτεινά της νύχτας, στα κρυφά και αθέατα, τι να κάνεις για αυτήν την αναστάτωση, για αυτόν τον χαλασμό που προκαλεί στα ήσυχα και γλυκά, καλοκαιρινά βράδια σου. 

Τα καημένα τα καλοκαιρινά βράδια! Αιωνίως καταδικασμένα να κουβαλούν μια κατασκευασμένη αθωότητα ανακατεμένη με ονειρικές στιγμές από φωτογραφίες. Υπάκουα στον κανόνα. Και αν υπάρχει μια έννοια που να εφάπτεται τόσο απόλυτα στο στερεότυπό της είναι το καλοκαίρι. Με μια θαυμαστή αντοχή, με μια απαράμιλλη συνέπεια, ακόμη κι αν απροκάλυπτα μας πρόδωσε και τίποτα δεν έφερε μαζί του, εμείς πρόθυμα θα πιστέψουμε στο επόμενο και μετά στο επόμενο κι ύστερα στο επόμενο καλοκαίρι. Και θα συνεχίσουμε να αναζητούμε - και ω τι λύτρωση! να αναγνωρίζουμε -  αυτό που αναζητούμε. Τι τεράστια ευθύνη για το καημένο και αθώο καλοκαίρι!

Κι ύστερα η βροχή σταματά. Κι αφήνει πίσω της τη μυρωδιά της αναμαλλιασμένης θάλασσας, του βρεγμένου πράσινου φύλλου και του χώματος. Εκείνη την αδρή, γεώδη μυρωδιά που δεν μπορεί να της αντισταθεί κανείς. Κι αυτή η αλατισμένη από το κύμα μυρωδιά, ανακατεμένη με την οσμή από το χώμα και το πράσινο χρώμα του φύλλου, έχει μια περίεγη γεύση σε κάθε βαθιά ανάσα, έτσι όπως κολλάει στο βάθος του ουρανίσκου σου σαν προσπαθείς να την καταπιείς. Μοιάζει με τη μόνη γεύση που είχες κατάδική σου ποτέ.

Το φθινόπωρο φέρνει μαζί του την ουτοπία της ανασυγκρότησης. Τώρα όλα θα μπουν ή θα ξαναγυρίσουν στη θέση τους. Στην παλιά ή σε μια νέα. Αλλά οπωσδήποτε σε θέση ορθότητας, σε μια κανονικότητα και οπωσδήποτε με αλήθεια! Λες και ξαφνικά βρήκαμε το θάρρος να αναμετρηθούμε με την αλήθεια απλά κια μόνο επειδή μεσολάβησε το καλοκαίρι. Τι περίεγο, από τη μία στιγμή στην άλλη, με δυο - τρεις νυχτερινές βροχές! 

Με τον βέβηλο και ανίερο τρόπο της "τάξης" και της "σειράς", με τα κουφάρια από τα λόγια του καλοκαιριού και άλλα παλιά ή πρόσφατα επινοημένα λόγια, αλλά πάντα ίδια απομεινάρια και περισσεύματα, με ψελλίσματα, μισόλογα και σιωπές, θα επιδιωχθεί η "νέα αρχή", ένα ακόμα "ξεκίνημα",  η θριαμβευτική άφιξη στην ουτοπία. Για να φανούμε σπουδαίοι. Στα μάτια τα δικά μας και των άλλων. Ποιο είναι πιο αναγκαίο για τον καθένα, κανείς δεν γνωρίζει. Αλλά ευτυχώς εκείνη, με όποιο προσωνύμιο και αν έχει, είτε της φυγής, είτε της ανασυγκρότησης, είτε ως ευτοπία, ή δυστοπία, ή μετα-ουτοπία, τελικά θα ξεφύγει, θα γλυτώσει, θα παραμείνει ελεύθερη και πάντα επιθυμητή. Κυοφορούσα τα μεγάλα όνειρα και εκείνες τις συλλήψεις του κόσμου και του εαυτού, που δεν τις αντέχει η ελαφρότητα του καλοκαιριού. Μια ουτοπία ζωοφόρος και περήφανη και απρόσιτη, που δεν ενδιαφέρεται για λογια-κουφάρια, που δεν μπορεί να φτιαχτεί με απομεινάρια και περισσεύματα, που θα μας κρατήσει ζωντανούς μέσα στο χειμώνα του ημερολογίου και της ζωής. Και ίσως συζητηθεί πολύ και ξανά μέσα σε αυτόν τον χειμώνα, ως ένα πιθανό μέλλον για τον καθένα μας, ή για πολλούς ή ακόμη και για ολους. Αλλά εμείς γνωρίζουμε ότι είναι ένα δυνατό πεπρωμένο μόνο για λίγους.


"Τώρα πια η βροχή αναστατώνει τη νύχτα όλο και πιο συχνά. Είχε ανοίξει τα παράθυρα και ετοιμαζόταν να αναπνεύσει την οσμή της που σε λίγο θα σηκωνόταν και θα έφτανε ως τα ρουθούνια της. Στεκόταν εκεί και άκουγε απορροφημένη τον δυνατό ήχο από τις σταγόνες. Οι παλιές σκέψεις είχαν σιωπήσει κάπου βαθιά. Μπορεί και να είχαν κρυφτεί. Μπορεί  και να είχαν τελειώσει.  
Το σημείο, θυμόταν τώρα ξανά, είναι το αόρατο αναγκαίο, το απροσμέτρητο αναπόφευκτο. 
Το σημείο τομής υπάρχει στο βαθμό που υπάρχουν αλληλοτεμνόμενες γραμμές. Το σημείο τομής υπάρχει στο βαθμό που υπάρχουν αλληλοτεμνόμενες γραμμές... Ξεπέρασέ το, άκουσε κάθαρα τη φωνή. Ξεπέρασε το σημείο. Δεν υπάρχουν αλληλοτεμνόμενες πια. Δεν υπάρχει σημείο. Και πριν προλάβει να ρωτήσει οτιδήποτε, η οσμή της βροχής την είχε φτάσει."