Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Η ζωή που ζήσαμε είναι η ζωή που αφηγούμαστε


Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς, αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να τη διηγηθεί.*

Και διαβάζοντας αυτή τη φράση ένιωσα μια απερίγραπτη χαρά! Λες και όλες οι αφηγήσεις της ζωή μας, όλες και η κάθε μία ξεχωριστά απέκτησαν εκείνον τον λόγο, την αιτία που τους έλειπε.
Μία απενοχοποιημένη και αθώα και άσπιλη μορφή τους αναδύθηκε τώρα, απέναντι σε όλους εκείνους που με τις αγιοποιημένες προθέσεις τους αναζητούν να συνθέσουν γραμμικά και αιτιακά τα γεγονότα. Και επιτέλους, η γραμμικότητα και η αιτίαση εκπίπτουν αδύναμες και επιτέλους οι αντιφάσεις δοξάζονται και επιτέλους το ανθρώπινο και το ατελές θριαμβεύει απέναντι στο ρεαλιστικό και ορθολογικό. Και επιτέλους, η αφήγηση της ζωής αποκτά μια υλικότητα ξέχειλη από σκέψεις, συναισθήματα, λόγια και πράξεις. Και επιτέλους το υποκείμενο, ξαναγίνεται πιο σπουδαίο από τη διαδικασία ή το αποτέλεσμά της. Και επιτέλους η αφήγηση της ζωής ξαναγίνεται με τρόπο αναντίρρητο και βαθύ και σπουδαίο προσωπική υπόθεση.

Η ζωή που ζήσαμε είναι η ζωή που αφηγούμαστε. Τελικά αυτή και καμιά άλλη, αυτή και μόνο ως υπάρχουσα. Ακόμη και αν κάθε φορά είναι μία άλλη αφήγηση, ίσως και διαφορετική, μια αφήγηση που μοιάζει λιγότερο ή περισσότερο κάθε φορά με την προγούμενη. Καθώς και οι ζωές που ζούμε στη διάρκεια του χρόνου μίας ζωής, δεν είναι πάντα μόνο μία.



* Με αυτή τη φράση αρχίζει ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες τη διήγηση της ζωής του. Τα πρώτα βήματα στον κόσμο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, τη δημοσίευση των διηγημάτων του στον Τύπο, την ακούραστη εργασία του γράφοντας και διορθώνοντας τα Ανεμοσκορπίσματα, την αρχική απόρριψη της δημοσιογραφίας, τα χρόνια του γυμνασίου, τα δύο χρόνια στη Νομική Σχολή προτού εγκαταλείψει τις σπουδές για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία, τα διάφορα σκηνικά μιας μποέμικης νεότητας ανάμεσα σε μπουρδέλα, χορούς και φτηνά ξενοδοχεία στην Μπαρανκίλια, στην Καρταχένα των Ινδιών, στην Μπογκοτά. Μια σύνθεση που ταξιδεύει στο χρόνο, στέρεη και δεξιοτεχνική πατώντας γερά σε πενήντα χρόνια λογοτεχνικής αφοσίωσης.

Ζω για να τη διηγούμαι Φ. Γκ. Μάρκες - Εκδόσεις Λιβάνης


Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ο από μηχανής Θεός


Ερχόταν πάντα από ψηλά. Ένας θεός ή ένα θεϊκό πρόσωπο που εμφανίζεται στο τέλος του έργου, προκειμένου να δώσει λύση στο αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί η δράση. Και ήταν πάντοτε διαφορετικός. Ο Ηρακλής στην  Άλκηστις, η Αθηνά στις Ικέτιδες και την Ιφιγένεια εν Ταύροις, οι δύο Διόσκουροι στην Ελένη και στην Ηλέκτρα, η Άρτεμις στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι, οι δύο δράκοι του Ήλιου στη Μήδεια.

Μία επιφάνεια. Εκεί που χρειάζεται να δοθεί μία λύση, αλλά ο ήρωας δεν μπορεί πια να τη δώσει από μόνος του. Πήγε ως εκεί που μπορούσε να πάει μόνος του. Και τώρα δεν μπορεί να πάει παραπέρα. Έκανε όσα μπορούσε και ήταν αυτά που κανείς άλλος δεν θα έκανε. Πάνω και πέρα και από αυτά που μπορούσε. Εκεί που όλα πια φαντάζουν στάσιμα, αδιέξοδα, αλλά χωρίς να έχουν τελειώσει. Στέκουν ατέλειωτα, μισά, εκκρεμή. Χάσκουν χωρίς να βγάζουν κανέναν ήχο. Ακίνητα, αδρανοποιημένα, από ότι έχει συμβεί. Από ότι ο ήρωας έχει διαπράξει. Για αυτά που ο χορός και τα άλλα πρόσωπα του δράματος συχνά τον ψέγουν. Εκεί, σε αυτό το ακίνητο σημείο χρειάζεται μία λύση, ένα κάποιο τέλος.

Τότε έρχεται ο από μηχανής θεός. Για να αποκαταστήσει την τάξη. Να βάλει τα πράγματα στη σωστή τους θέση. Εκεί που πρέπει να είναι, εκεί που έπρεπε να ήταν εξαρχής. Αλλά ταυτόχρονα, να υπενθυμίσει με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, ποιος είναι ο ήρωας του έργου, όχι ένα από τα πρόσωπα του δράματος, αλλά ο ήρωας του έργου και για αυτό να τον ξεχωρίσει από τους άλλους. Να θυμίσει με τον πιο ισχυρό και αδιαμφισβήτητο τρόπο, με την παρουσία του, ποιο πραγματικά αυτό το πρόσωπο είναι, σε όλους εκείνους που το ξέχασαν ή το παραγνώρισαν. Να δείξει τον αγαπημένο του θεού. Κι αυτή η υπενθύμιση είναι μαζί και η λύση.

Ο από μηχανής θεός έρχεται πάντα στο τέλος του έργου. Ακόμη και αν πιστεύεις ότι δεν τον χρειάζεσαι, άστον να υπάρχει. Ποτέ δεν ξέρεις...








Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Σημαντικό vs ζωτικό


- Τελικά, ίσως να είναι και η πιο τρομαχτική φράση στον κόσμο, είπε χαμογελώντας.
Ο ήλιος ζεστός κιτρίνιζε το μεσημέρι και η θάλασσα ήταν ήρεμη. Περίεργες φάτσες περπατούσαν ράθυμα, ή κάθονταν στα σκιερά σκαλιά πίνοντας μια μπύρα. Η μουσική ήταν δυνατή και γέμιζε με έναν εξαίσιο τόνο ζωής τον ανοικτό χώρο.
- Ποια απ΄όλες?
- Είναι πολλές? 'Εχει γεμίσει ο κόσμος τρομακτικές φράσεις και δεν το ξέρω, ξαναρώτησε γελώντας.
- Για κάποιους ήταν πάντα γεμάτος τρομακτικές φράσεις, της απάντησε. Λοιπόν, ποια απ΄όλες?
- Τι μικρός που είναι ο κόσμος, αυτή. Αυτή η στενότητα που αναδύει μπορεί να με σκοτώσει! Και καθώς το είπε αυτό συνέχισε να γελάει δυνατά απολαμβάνοντας τον ήλιο.
- Α, μόνο για αυτούς που θέλουν πάντα να φεύγουν, της απάντησε χαμογελώντας.
- Τουσέ! του είπε γελώντας ακόμη πιο δυνατά. Δεν εννοούσα αυτό, αλλά ήταν καλό! Και η δικιά σου τρομακτική φράση ποια είναι, τον ρώτησε.
- Τι εννοούσες?

Το 1ο "Tattoo Convention" ήταν αντάξιο της φήμης του και της πόλης. Καθώς κοιτούσε δεξιά κι αριστερά αναγνώριζε γνωστές φάτσες από τον κόσμο του τατού, διάσημες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Αυτός κάνει εξαιρετικές επικαλύψεις σε παλιά τατού, αυτός δουλεύει πολύ καλά τις σκιές, αυτός έχει εξαιρετική προοπτική και αυτός φοβερή αντίληψη στη σύνθεση χρωμάτων. Ο Μαυρίδης - οργανωτικός νους - απασχολημένος έδινε συνέντευξη, εκκεντρικές εμφανίσεις με τατού - μανίκια τριγύριζαν στο χώρο και περίεργα κεφάλια σε κοίταζαν αδιαφορώντας.
- Τι κάνεις εδώ? Τι κάνεις εσύ σε ένα συνέδριο τατού? τον ρώτησε. Μη μου πεις ότι το σκέφτεσαι!
- Όχι δεν το σκέφτομαι. Νομίζω ότι με έναν τρόπο με προσπέρασε. Σκεφτόμουν άλλα όταν θα μπορούσα να σκεφτώ αυτό κι έτσι δεν το σκέφτηκα. Εσύ, σκέφτεσαι το επόμενο?
- Ποτέ δεν ξέρεις!
- Ενδιαφέρον!
- Γιατί?
- Ξέρεις εμείς που δεν έχουμε κάνει τατού πιστεύουμε πάντα ότι εκείνοι που κάνουν θέλουν να εκφράσουν κάτι, να δηλώσουν κάτι, ότι σημαίνει κάτι, ή ότι γίνεται για κάποιον. Ένας συμβολισμός τέλος πάντων.
- Σοβαρά? τον ρώτησε γελώντας. Μεγάλη πλάνη! Ο καθένας το κάνει για τον εαυτό του. Μόνο στον εαυτό του μιλάει. Όσοι κάνουν "για κάποιον άλλον" το μετανιώνουν σύντομα και ψάχνουν να βρουν τρόπο να το καλύψουν με κάτι άλλο. Αν σου πούνε λοιπόν ποτέ ότι το έκαναν για σένα μην το πιστέψεις. Ή τέλος πάντων δέξου το ως ένα αθώο, κολακευτικό ψέμα. Αλλά έχει κάτι το ρομαντικό αυτή η σκέψη, το αναγνωρίζω. Και με αυτή τη φράση άρχισε κ εκείνος να γελάει.
- Είμαι σίγουρος ότι ο αγαπημένος σου Νίτσε κάτι λέει και για αυτό.
- Ποιο?
- Τους ρομαντικούς ανθρώπους.
- Θα παραβλέψω το "και".
- Μπύρα?
- Ναι.

Λίγα πράγματα είναι καλύτερα από τα ζεστά φθινοπωρινά μεσημέρια μπροστά στη θάλασσα. Εκεί που νομίζεις ότι ο χειμώνας μπορεί να φοβηθεί και να μην έρθει, εκεί που τα παραμερίζεις όλα και σκέφτεσαι την εκδοχή του να έρθει.
- Το ξέρω αυτό το βλέμμα.
- Ποιο? τον ρώτησε λίγο χαμένη στις σκέψεις της.
- Αυτό το βλέμμα, το ξέρω, είπε με ένα συγκρατημένο χαμόγελο.
- Αχα! Και τι λέει αυτό το βλέμμα, τον ρώτησε με έναν αέρα ελαφρότητας.
- Δεν λέει τίποτα. Σιωπά ηθελημένα. Αλλά έχει μια οσμή. Μια οσμή δυνατής βροχής. Και κάτι ψάχνει. Τι ετοιμάζεις?
- Πολύ ενδιαφέρον, του είπε ανάμεσα στη μικρή παύση προσπαθώντας να κρατήσει τον αέρα της ελαφρότητας. Δεν ετοιμάζω τίποτα. Μάλλον έπεσες έξω. Και τι ψάχνει αυτός που έχει αυτό το βλέμμα?
- Ψάχνει, να ορίσει τα σημεία, ή να τα ακυρώσει, είπε με μικρές παύσεις. Και όχι δεν πέφτω έξω.
Μια ακόμη μεγαλύτερη παύση έγινε ένα με το μεσημέρι.
- Και τι νομίζεις ότι θα γίνει?
- Δε νομίζω, ξέρω.
- Ξέρεις, είπε εκείνη λίγο γελώντας λίγο κοροϊδεύοντας. Πως έτσι?
- Είμαι καλός με τα σημεία, μη ξεχνάς. Κατά κάποιον τρόπο, για αυτό είμαι εδώ και μιλάμε τώρα.
- Σωστά σωστά, του είπε και ξεφύσηξε με ανακούφιση, καθώς την τελευταία του φράση συνόδευσε ένα πλατύ χαμόγελο. Και τα διάβαζες πάντα σωστά?
- Ξέρεις, το "σωστά" είναι μία παραμέτρος σημαντική, αλλά το έγκαιρα είναι αυτό που έχει σημασία. Δεν αρκεί η σωστή ανάγνωση, πρέπει να είναι και γρήγορη. Ή τουλάχιστον έτσι εγώ πιστεύω. Είναι το σημαντικό που γίνεται ζωτικό. Ακόμη και αν το σημαντικό τα αποκαλύπτει όλα, το ζωτικό είναι που ορίζει ποιος, τι θα ζήσει και ποιος, τι θα πεθάνει. Ακόμα και αν δεις όλη την εικόνα μπροστά σου, που ωφελεί αν δεν δράσεις έγκαιρα? Ακόμη και αν η κάθε της ανάγνωση είναι η σωστή, που δεν μπορεί να είναι, τι προσφέρει αυτό? Κάθεσαι εκεί και κοιτάς την εικόνα να αλλάζει και κάνεις σωστές αναγνώσεις των σημείων. Εντάξει. Αλλά τι νομίζεις ότι θα γίνει με αυτό? Όταν αναρωτιέσαι τι είναι σημαντικό για κάποιον ή ακόμα και για σένα, κοίτα που δίνει προτεραιότητα. Το σημαντικό φροντίζουμε να γίνεται πάντα και οπωσδήποτε και ζωτικό. Φροντίζουμε να ζήσει κι έτσι η δράση είναι έγκαιρη, άμεση. Κοίτα που δίνει κάποιος προτεραιότητα και τι αφήνει στην άκρη για αργότερα για να καταλάβεις ποιο είναι το ζωτικό για αυτόν, ποιο θέλει οπωσδήποτε να ζήσει. Άλλες φορές είδα τα σημεία σωστά και έγκαιρα και τα κατάφερα και άλλες φορές σωστά αλλά όχι έγκαιρα και δεν τα κατάφερα, είπε τελειώνοντας τη φράση του σηκώνοντας τους ώμους σε μία κίνηση αποδοχής, συνοδευόμενη με ένα πλατύ χαμόγελο. Για σένα ας πούμε, τώρα, τι είναι σημαντικό και τι ζωτικό?


- Ποια είναι η δικιά σου τρομαχτική φράση? ξαναγύρισε στην ερώτησή της.
- Όσα φέρνει η ώρα, απάντησε εκείνος γελώντας δυνατά, ποια άλλη? 
- Μα βέβαια ποια άλλη!
Και ανάμεσα σε δυνατά γέλια, παρήγγειλαν την επόμενη μπύρα.



Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Η σιωπή της φτώχιας

Αμέσως μετά την εξαγγελία του οικονομικού προγράμματος (;) του ΣΥΡΙΖΑ από τον Αλέξη Τσίπρα, μόλις προχτές το δεύτερο σαββατοκύριακο της ΔΕΘ (13 - 14.09), μία μεγάλη συζήτηση άνοιξε γύρω από αυτό. Αυτή "η μεγάλη συζήτηση" ενός τόσο σοβαρού θέματος, επικεντρώθηκε σε δύο άξονες:

Α.  Ποιος έκανε πιο σωστά την πρόσθεση. 
Ως γνωστό η πρόσθεση είναι δύσκολο και ύπουλο πράγμα. Ο άνθρωπος του Μεσαίωνα μπορούσε να επαναλάβει δέκα φορές την ίδια πρόσθεση και να καταλήξει σε διαφορετικό κάθε φορά αποτελέσματα, καθώς ως εκεί έφτανε η γνώση και δεξιότητά του. Κάπως έτσι και τώρα, παρά το γεγονός ότι η γνώση και η δεξιότητα έχουν αλλάξει, βουλευτές κομμάτων από διαφορετικές πλευρές, αλλά και από την ίδια, έριχναν στο τραπέζι ο καθένας το δικό του νούμερο, αφού είχε κάνει την πρόσθεσή του, σχετικά με το κόστος του Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ. Περιτό να πω ότι τα νούμερα ήταν όλα διαφορετικά. Ποιος λοιπόν έκανε σωστά ή πιο σωστά την πρόσθεση? Αυτό απασχόλησε πάρα μα πάρα πολύ. Ακόμη και το υπουργείο οικονομικών έκανε τη δικιά του πρόσθεση και είπε και αυτό ένα νούμερο.

Β. Ο καλός, ο σκληρός και ο σκληρότερος.
Το Σχέδιο αυτό συνεχίζει να στηρίζεται στρατηγικά στη διαχείριση του χρέους μέσω διαπραγμάτευσης. Η άποψη ότι το μόνο που χρειάζεται για μία επιτυχημένη διαπραγμάτευση είναι να είσαι απλά "σκληρότερος" από αυτούς που προηγήθηκαν από σένα στη διαπραγμάτευση, συνεχίζει να αποτελεί ακλόνητο επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος βεβαίως και δεν έχει συμμετάσχει (ακόμα) σε καμία τέτοιου επιπέδου διαπραγμάτευση. Προφανώς, λόγω του χαρακτήρα του που χάνεται σε μυστικιστικά βάθη, της προέλευσης του που εκλαμβάνεται ως θεόσταλτη και πλήθος στοιχείων από την βαθιά κι ανεξερεύνητη σφαίρα του θυμικού, το επιχείρημα αυτό παραμένει το αγαπημένο και κραταιό της πλευράς ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί άλλο επιχείρημα όχι μόνο δεν ακούσαμε, αλλά και σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου "τι θα κάνετε εάν δεν πετύχετε τη διαπραγμάτευση" η απάντηση βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν "θα την πετύχουμε". Καλή απάντηση για βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ, μόνο που δεν απαντάει στην ερώτηση.

Και γύρω από αυτά τα δύο τεράστια ζητήματα συνεχίζεται μιντιακά η συζήτηση τρεις μέρες τώρα. Λες και σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχουν οικονομολόγοι, δεν υπάρχουν ερευνητές, δεν υπάρχουν άλλοι επιστήμονες, δεν υπάρχουν ομάδες και συλλογικότητες, για να πάρουν θέση, να μιλήσουν, να αναλύσουν, να κάνουν κριτική, να φωτίσουν σημεία, να μιλήσουν για τα θετικά και τις αδυναμίες του προγράμματος, ή μέρους του. Τίποτα, κανείς. Μόνο φωνές για το άθροισμα και επιδείξεις αυτοπεποίθησης. Η σιωπή της φτώχιας. Μιας φτώχιας όχι της υλικής αποστέρησης, αλλά της κοινωνικής ευθύνης, της αντίληψης του δημόσιου διαλόγου, του ρόλου της ατομικότητας μέσα στην κοινωνία. Σιωπή τέτοιας φτώχιας μεγάλης. Μιας φτώχιας της παραίτησης όπου όλα θα τα κάνουν/λύσουν τα κόμματα και τα ΜΜΕ.

Σήμερα το πρωί αναρτήθηκε Μια πρώτη αποτίμηση των προγραμματικών δηλώσεων του ΣΥΡΙΖΑ (αυτός είναι ο τίτλος) και πρόκειται για μία κριτική πρώτη αποτίμηση των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ από τον Κώστα Λαπαβίτσα στο προσωπικό του ιστολόγιο. Μιλάει για αναλογιστικές μελέτες, αναλύει όσο η περιορισμένη έκταση το επιτρέπει, σε κάποια σημεία φαίνεται να συμφωνεί, σε άλλα διαφωνεί, διατυπώνει ερωτήματα, κάνει επισημάνσεις. Μέσα σε ένα πρωινό η ανάρτηση αυτή ανέβηκε στα blogs όλων των μεγάλων εφημερίδων (Καθημερινή, Έθνος, Τα Νέα, κτλ) και σε πάρα πολλά άλλα μικρότερα και μέσα σε ένα τρίωρο σημείωσε πάνω από 2000 χτυπήματα. Υποθέτω ότι θα χρησιμοποιηθεί για εσωκομματική πίεση, για αντιπολιτευτικό πόλεμο, θα δυσκολέψει κάποιους, θα διευκολύνει κάποιους άλλους. Κι έτσι πάντα γίνεται καθώς η κοινωνία είναι ένα ζωντανό σώμα που τα εμπεριέχει όλα αυτά. Μπορεί όμως να αποτελέσει κι ένα παράδειγμα δημόσιου διαλόγου, ενεργής συμμετοχής, μία άλλη αντίληψη για την κοινωνία και την ατομική ευθύνη? Ποιος ξέρει. Προς το παρόν αναζητούνται παραδείγματα ενάντια στη φτώχια της σιωπής.




Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα όνομα για τους γαλαξίες

''Κι εσύ μείνε να κυνηγάς τα φαντάσματά σου" είπε ο Δημήτρης κι εγώ ένιωσα τόσο ενοχλημένη,  που έσπευσα γρήγορα γρήγορα να το αντικρούσω. Στα ένα δύο λεπτά που μου πήρε να σκεφτώ τι θα απαντήσω, η σκέψη μου έστριψε αναπάντεχα σε μία άλλη κατεύθυνση: κι αν ο Δημήτρης είχε δίκιο?

Τα φαντάσματα της ζωής μας είναι αυτά που μόνοι μας τα βάλαμε σε αυτήν και τρέχουμε πίσω τους αναζητώντας τη σωστή λέξη για να τα ονοματίσουμε. Είναι δίπλα μας, κοντά μας, συνέχεια, μας κρατάνε συντροφιά όταν κανείς άλλος δεν είναι εκεί. Γυρίζουν σε κάθε λέξη που θα χρησιμοποιήσουμε για όνομά τους και περιμένουν υπομονετικά να βρούμε τη σωστή. Αθέατα, αλλά αληθινά, ανύπαρκτα ακόμη και αν είναι από σάρκα και οστά. Τα φαντάσματα της ζωής μας, δικά μας, κατάδικά μας, είναι εκεί γιατί τα έχουμε ανάγκη. Και θα φύγουν μόλις η ανάγκη φύγει. Αναζητούν μια ζωή για να χωθούν μέσα της, αλλά δεν μπορούν να φτιάξουν τα ίδια ζωή. Για αυτό και είναι φαντάσματα. Και με αυτές τις σκέψεις σκέφτομαι τα φαντάσματα της ζωή μου με συμπάθεια. Όταν έρθει η ώρα θα φύγουν εξάλλου. Και ξέρω ότι δεν θα τρεξω πίσω τους. Δεν θα τα κυνηγήσω.

Δεν κυνηγάω φαντάσματα, του είπα. Τι τα θέλεις καρδούλα μου, απάντησε, ένα όνομα βρήκαμε για τους γαλαξίες, το είπαμε αγάπη και τρέχουμε πίσω του.
Ναι... του απάντησα αργά. Ένα όνομα για τους γαλαξίες. Χρειάζεται ένα όνομα, για να ξέρεις που θέλεις ταξιδέψεις... 



Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Οι εικόνες που δεν αλλάζουν γίνονται απαρατήρητες


Επιτέλους τώρα βρέχει και τη μέρα. Και είναι και αυτό το περίεργο πράγμα με τη βροχή. Όταν είναι σιγανή δε σ' αφήνει να δεις μακριά, όταν είναι δυνατή δε σε αφήνει να δεις μπροστά σου. Όμως μετά τη βροχή είναι πάντα το ίδιο. Μπορείς να δεις πιο καθαρά. Πάντα κάτι έχει καθαρίσει. Μια άλλη εικόνα αναδύεται. Με άλλα χρώματα, με άλλη φωτεινότητα, με άλλη διαύγεια. Λες και πριν δεν έβλεπες την ίδια εικόνα. Όχι πριν δεν έβλεπες την ίδια εικόνα. Ίσως είναι στη φύση των εικόνων που συνεχώς αλλάζουν. Γιατί αυτές που μένουν ίδιες καταντούν απαρατήρητες στο βλέμμα μας. Ίσως και στη φύση της βροχής που καθαρίζει και γυαλίζει με έναν τρόπο τα πάντα. Ίσως τελικά και στη φύση των ανθρώπων που πάντα θέλουν να δουν. Ακόμη και για να διαλέξουν να παραμείνουν τυφλοί. 


Πήρε μια βαθιά ανάσα από την οσμή της βροχής που την είχε κιόλας φτάσει. Αυτή η υπέροχη οσμή, σκεφτόταν ανοίγοντας αργά τα μάτια. Πως θα ξεπεράσω το σημείο? ρώτησε με ένα ήρεμο ενδιαφέρον. Δεν υπήρχε καμία ένταση σε αυτήν τη σκέψη, καμία βιασύνη πλέον, καμία αγωνία για το ερώτημα. Κι  αυτός ο αβίαστος τρόπος με τον οποίο εκφράστηκε την έκανε να μοιάζει με την πιο απλή και φυσική ερώτηση του κόσμου. 
Οι αλληλοτεμνόμενες γραμμές, απάντησε η φωνή κάνοντας μια μικρή παύση, οι αλληλοτεμνόμενες γραμμές... δεν είναι ο μόνος τρόπος να ορίσεις το σημείο. Μία λίγο πιο μεγάλη παύση ακολούθησε αυτή τη φορά. Ξεπέρασε το σημείο που ορίζεται από τις αλληλοτεμνόμενες. Δεν υπάρχουν αλληλοτεμνόμενες πλέον. Δεν υπάρχει και σημείο. Δεν υπάρχει σημείο, επανέλαβε κι εκείνη με ένα ανάμεικτο συναίσθημα. Δεν υπάρχει σημείο, σκέφτηκε. Δεν υπάρχουν αλληλοτεμνόμενες πλέον. Για μια στιγμή νόμιζε ότι το μυαλό της θα κατρακυλούσε σε κάποιον άγνωστο γκρεμό.
Και τώρα τι? ρώτησε με το ίδιο ανάμεικτο συναίσθημα. Όρισε το σημείο με άλλον τρόπο, της απάντησε η φωνή. 
Άλλον τρόπο? ξαναρώτησε για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε κάνει λάθος. Χωρίς αυτές, απάντησε η φωνή σταθερά. Ξεπέρασε το σημείο...


Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Το φθινόπωρο και η ουτοπία της ανασυγκρότησης

Τώρα πια η βροχή αναστατώνει τη νύχτα όλο και πιο συχνά. Με απειλές και προειδοποιήσεις σχεδόν κάθε βράδυ έρχεται και αναστατώνει τις ήσυχες νύχτες, χωρίς λόγο. Και προκαλεί μεγάλη αναταραχή και κακό. Σχεδόν ανεξήγητο, αλλά μεγάλο όπως όλα τα κακά εξάλλου. Την κοιτάς, την ακούς να σου μιλάει και τη ρωτάς συνομωτικά και ύπουλα, εκεί στα σκοτεινά της νύχτας, στα κρυφά και αθέατα, τι να κάνεις για αυτήν την αναστάτωση, για αυτόν τον χαλασμό που προκαλεί στα ήσυχα και γλυκά, καλοκαιρινά βράδια σου. 

Τα καημένα τα καλοκαιρινά βράδια! Αιωνίως καταδικασμένα να κουβαλούν μια κατασκευασμένη αθωότητα ανακατεμένη με ονειρικές στιγμές από φωτογραφίες. Υπάκουα στον κανόνα. Και αν υπάρχει μια έννοια που να εφάπτεται τόσο απόλυτα στο στερεότυπό της είναι το καλοκαίρι. Με μια θαυμαστή αντοχή, με μια απαράμιλλη συνέπεια, ακόμη κι αν απροκάλυπτα μας πρόδωσε και τίποτα δεν έφερε μαζί του, εμείς πρόθυμα θα πιστέψουμε στο επόμενο και μετά στο επόμενο κι ύστερα στο επόμενο καλοκαίρι. Και θα συνεχίσουμε να αναζητούμε - και ω τι λύτρωση! να αναγνωρίζουμε -  αυτό που αναζητούμε. Τι τεράστια ευθύνη για το καημένο και αθώο καλοκαίρι!

Κι ύστερα η βροχή σταματά. Κι αφήνει πίσω της τη μυρωδιά της αναμαλλιασμένης θάλασσας, του βρεγμένου πράσινου φύλλου και του χώματος. Εκείνη την αδρή, γεώδη μυρωδιά που δεν μπορεί να της αντισταθεί κανείς. Κι αυτή η αλατισμένη από το κύμα μυρωδιά, ανακατεμένη με την οσμή από το χώμα και το πράσινο χρώμα του φύλλου, έχει μια περίεγη γεύση σε κάθε βαθιά ανάσα, έτσι όπως κολλάει στο βάθος του ουρανίσκου σου σαν προσπαθείς να την καταπιείς. Μοιάζει με τη μόνη γεύση που είχες κατάδική σου ποτέ.

Το φθινόπωρο φέρνει μαζί του την ουτοπία της ανασυγκρότησης. Τώρα όλα θα μπουν ή θα ξαναγυρίσουν στη θέση τους. Στην παλιά ή σε μια νέα. Αλλά οπωσδήποτε σε θέση ορθότητας, σε μια κανονικότητα και οπωσδήποτε με αλήθεια! Λες και ξαφνικά βρήκαμε το θάρρος να αναμετρηθούμε με την αλήθεια απλά κια μόνο επειδή μεσολάβησε το καλοκαίρι. Τι περίεγο, από τη μία στιγμή στην άλλη, με δυο - τρεις νυχτερινές βροχές! 

Με τον βέβηλο και ανίερο τρόπο της "τάξης" και της "σειράς", με τα κουφάρια από τα λόγια του καλοκαιριού και άλλα παλιά ή πρόσφατα επινοημένα λόγια, αλλά πάντα ίδια απομεινάρια και περισσεύματα, με ψελλίσματα, μισόλογα και σιωπές, θα επιδιωχθεί η "νέα αρχή", ένα ακόμα "ξεκίνημα",  η θριαμβευτική άφιξη στην ουτοπία. Για να φανούμε σπουδαίοι. Στα μάτια τα δικά μας και των άλλων. Ποιο είναι πιο αναγκαίο για τον καθένα, κανείς δεν γνωρίζει. Αλλά ευτυχώς εκείνη, με όποιο προσωνύμιο και αν έχει, είτε της φυγής, είτε της ανασυγκρότησης, είτε ως ευτοπία, ή δυστοπία, ή μετα-ουτοπία, τελικά θα ξεφύγει, θα γλυτώσει, θα παραμείνει ελεύθερη και πάντα επιθυμητή. Κυοφορούσα τα μεγάλα όνειρα και εκείνες τις συλλήψεις του κόσμου και του εαυτού, που δεν τις αντέχει η ελαφρότητα του καλοκαιριού. Μια ουτοπία ζωοφόρος και περήφανη και απρόσιτη, που δεν ενδιαφέρεται για λογια-κουφάρια, που δεν μπορεί να φτιαχτεί με απομεινάρια και περισσεύματα, που θα μας κρατήσει ζωντανούς μέσα στο χειμώνα του ημερολογίου και της ζωής. Και ίσως συζητηθεί πολύ και ξανά μέσα σε αυτόν τον χειμώνα, ως ένα πιθανό μέλλον για τον καθένα μας, ή για πολλούς ή ακόμη και για ολους. Αλλά εμείς γνωρίζουμε ότι είναι ένα δυνατό πεπρωμένο μόνο για λίγους.


"Τώρα πια η βροχή αναστατώνει τη νύχτα όλο και πιο συχνά. Είχε ανοίξει τα παράθυρα και ετοιμαζόταν να αναπνεύσει την οσμή της που σε λίγο θα σηκωνόταν και θα έφτανε ως τα ρουθούνια της. Στεκόταν εκεί και άκουγε απορροφημένη τον δυνατό ήχο από τις σταγόνες. Οι παλιές σκέψεις είχαν σιωπήσει κάπου βαθιά. Μπορεί και να είχαν κρυφτεί. Μπορεί  και να είχαν τελειώσει.  
Το σημείο, θυμόταν τώρα ξανά, είναι το αόρατο αναγκαίο, το απροσμέτρητο αναπόφευκτο. 
Το σημείο τομής υπάρχει στο βαθμό που υπάρχουν αλληλοτεμνόμενες γραμμές. Το σημείο τομής υπάρχει στο βαθμό που υπάρχουν αλληλοτεμνόμενες γραμμές... Ξεπέρασέ το, άκουσε κάθαρα τη φωνή. Ξεπέρασε το σημείο. Δεν υπάρχουν αλληλοτεμνόμενες πια. Δεν υπάρχει σημείο. Και πριν προλάβει να ρωτήσει οτιδήποτε, η οσμή της βροχής την είχε φτάσει."