Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Λωρίδα της Γάζας


Θυμάμαι πάντα την πρώτη φορά που πήγα στη Λωρίδα της Γάζας, στη Δυτική Όχθη, στη Ραμάλα, στη Χεβρώνα και σε όλα τα παλαιστινιακά και όχι μόνο εδάφη. Το ταξίδι εκείνο κατέληξε σε μια μεγάλη προσωπική περιπέτεια που μικρή σημασία έχει.  Πήγα για να δω πως γίνεται σε ένα τέτοιο μέρος, η ανθρωπιστική βοήθεια. Ήταν και το πρώτο μου refugee camp. Έμαθα λίγα για τη ζωή - πως θα μπορούσα να μάθω πολλά με τι μία εξάλλου? -  και πάρα πολλά για τους ανθρώπους. Πλάσματα γεμάτα δύναμη. Γεμάτα δύναμη. Τόση, που δεν μπορεί να μη σε αγγίξει, να μη σε εντυπωσιάσει. Όχι απλά να τη διακρίνεις ή να την παρατηρήσεις, αλλά να σε εντυπωσιάσει, να σε συνεπάρει. Τόση δύναμη! 
Η ζωή θέλει και δύναμη θα σκεφτόμουν πολλές φορές αργότερα και θα θαύμαζα πάντα τους ανθρώπους αυτής της δύναμης...

Κοιτάζω τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει τότε και αυτές του σήμερα. Κοιτάζω το παρόν του τότε που δεν έγινε παρελθόν και το παρόν του σήμερα. Τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει. Προσχηματικές αφορμές, ανελέητοι βομβαρδισμοί αμάχων, αεροπορικές επιδρομές, λουτρά αίματος, αμέτρητα θύματα, διεθνείς καταδίκες, συμφωνίες και πάμε πάλι απ την αρχή.

Το Jabaliya refugee camp συνεχίζει να είναι το μεγαλύτερο στρατόπεδο. Δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Σε τίποτα. Κάτι που δύσκολα περιγράφεις. Μια άλλη ζωή. Μια άλλη εικόνα ζωής. Εκεί ήπια πρώτη φορά καφέ με κάρδαμο. Μποτζ μου είπαν, από το κατακάθι που μοιάζει με λάσπη. Εκεί πρωτοέφαγα και χούμους για πρωινό όπως όλοι εκεί. Εκεί έμαθα ότι ο Θεός είναι μεγάλος. Φράση από την οποία έφευγα με περιφρόνηση και ξαναγυρνούσα με αμφιβολία πολλές φορές στη ζωή μου.

Ξυπνούσα πάντα κάθε πρωί από τη δυνατή παρουσία ενός μυρωμένου αέρα. Γεμάτος μπαχαρικά της Ανατολής, βαρύς και μυρωμένος αλλά χωρίς καμία υπόσχεση. Η θερμοκρασία ανέβαινε γρήγορα και ένας δυνατός ήλιος ξάσπριζε τα πάντα. Τα πάντα εκτός από τη θλίψη. Αυτή έμοιαζε να είχε απλωθεί πριν ο ήλιος φωτίσει. Άνθρωποι με μια περηφάνια τόσο απόλυτη, που δεν χρειαζόταν σημάνσεις για να αναγνωριστεί. Δεν χρειαζόταν προσδιορισμούς και επεξηγήσεις. Δεν ήθελαν να βγαίνουν φωτογραφίες. Τα παιδιά ήταν παιδιά, αλλά με έναν περίεργο και σιωπηλό  τρόπο. Λες και γνώριζαν μυστικά της μοίρας και του πεπρωμένου που εμείς δεν μπορούσαμε να φανταστούμε. Οι νεαρότεροι μιλούσαν με πάθος, με ένταση, με αγάπη. Με εκείνη τη δύναμη που δεν λυγίζει και σε κάνει να μην μπορείς να τραβήξεις τα μάτια σου από πάνω τους. Κι ήταν κι εκείνες οι μεγαλύτερες γυναίκες που κάθονταν σιωπηλές με το κλειδί των σπιτιών τους κρεμασμένο στον λαιμό τους να ακουμπά πάνω στην καρδιά τους. Πίστευαν πως κάποια μέρα θα ξαναγυρίσουν στα σπίτια τους. Δεν τους έπαιρνες λέξη. Υπάρχουν πράγματα πιο σημαντικά από τους υδρογονάνθρακες. Δεν ήξερα ποια εικόνα, ποια διαπίστωση, ποιο πρόσωπο της ζωής με συγκλόνιζε περισσότερο. Και τελικά το βράδυ γυρνούσαμε το βλέμμα προς τη θάλασσα. Και τότε νόμιζα, ότι εδώ, σε αυτή την ανατολική πλευρά της Μεσογείου η θάλασσα έχει ένα άλλο χρώμα και το κύμα σκάει με έναν άλλον τρόπο. 

Δεν μπορείς να φύγεις από εκεί, χωρίς να ξαναγυρίσεις. Κι έτσι κάποια στιγμή, ξαναπήγα...