Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Ο χρόνος είναι απόσταση

Ο χρόνος είναι βήμα θα πει η Φυσική κι έτσι με έναν τρόπο μπορεί να είναι και απόσταση. 

Ήμουν ακόμη στο σχολείο. Δεν είχα καταφέρει να διακρίνω τη μαγεία των Μαθηματικών. Πλησίαζα λίγο τη Φυσική και καθόλου τη Χημεία. Δεν θα τα κατάφερνα ούτε στη συνέχεια από μια αδιαπραγμάτευτη αδιαφορία για αυτές τις επιστήμες. Πολλά χρόνια μετά αυτό θα μου προξενούσε μια κάποια λύπη. Θα μου έλεγε ότι οι "μαγικοί κόσμοι" είναι πολλαπλάσιοι από όσους νόμιζα, αλλά εγώ δεν θα μπορούσα να μπω σε όλους. Όμως τότε ήμουν απορροφημένη στη μαγεία των λέξεων. Κι εκεί θα έμενα. Κι έτσι με βρήκε αυτή η φράση. 

Δεν την καταλάβαινα τότε παρά μόνο στις λέξεις της. Τι θα πει χρόνος, σκεφτόμουν. Τον είχα εξάλλου όλον μπροστά μου και ποιος νοιάζεται να δώσει περιεχόμενο σε κάτι που είναι (ακόμα) όλο μπροστά του. Κι ύστερα εκείνο το απόλυτο, που έμοιαζε προϋπάρχον, στέρεο και αταλάντευτο "είναι"  με έλκυε και με εντυπωσίαζε. Και μετά η "απόσταση" μια κοινή αδιάφορη λέξη που με έκανε να αναρωτιέμαι για το βάρος και την αξία της. Αυτή η ανομοιότητα και το ανισοβαρές των λέξεων που έφτιαχνε για κάποιους ένα συμπαγές, στέρεο και ξεκάθαρο νόημα με γοήτευε.  


Γύρισα την τελευταία σελίδα με μια γεύση στυφού. Εκείνη τη γεύση που μου αρέσει να τη σκέφτομαι σαν γεύση από άγουρο κυδώνι. Που αν μείνει πολύ στα χείλη γίνεται πικρή.

Οι ιστορίες τόσων ανθρώπων που είχαν μπλεχτεί με εκείνον τον αυθεντικά μοιραίο τρόπο που μόνο η ζωή μπορεί να μπλέξει είχαν τελειώσει. Μπλεγμένες με τη ζωή, χρεωμένες στο θάνατο, συναγμένες σε μια καθημερινότητα της σκληρότητας, των κρυμμένων δακρύων και της σιωπής. Μια χαρά που δραπετεύει μια άγνωστη νύχτα για να μη γυρίσει ποτέ ξανά, ένας κόσμος που δεν  μπορεί να σηκώσει το βάρος καμιάς αθωότητας κι ένας χρόνος τυφλός, χωρίς λύπηση για κανέναν από τους ήρωες, για καμία γωνιά του κόσμους τους.

Πόσο κοντά? Πόσο μακριά? Ποια είναι η σωστή απόσταση για να κοιτάξεις?

Θα καταλάβεις πολλά για τον χρόνο, μου είπαν καθώς μου έδιναν το βιβλίο. Δεν ρώτησα τίποτα. Δεν είπα τίποτα.

Στην αρχή σερνόμουν πάνω στις λέξεις και στις σύντομες κοφτές προτάσεις προσπαθώντας να τις απολαύσω. Τα "μικρά και τα μεγάλα" της ζωής γέμιζαν τη μία σελίδα μετά την άλλη. Θλιβερά, αποπνικτικά και τρομακτικά ρωμαλέα αυτά τα "μικρά και μεγάλα" ορμούσαν πάνω στους ήρωες και χοροπηδούσαν μανιασμένα στο στέρνο τους προσπαθώντας να τους πάρουν την ανάσα. Τελικά όμως αυτοί κατάφερναν για άλλη μια φορά να επιζήσουν. Κι ύστερα για άλλη μια φορά. Κι ύστερα για άλλη μια φορά. Τα "μικρά και τα μεγάλα" της ζωής. 
Μερικά λουλουδάτα φορέματα και δυο τρεις ηλιόλουστες μέρες όλες κι όλες έκαναν την εμφάνισή τους μαζί με ένα δυο πανηγύρια, για να θυμίσουν ότι ζωή είναι όλα. Η χαρά, η λύπη, αυτό που έχουμε, αυτό που δεν έχουμε, αυτό που μας λείπει, αυτό που θα έρθει, αυτό που δεν θα 'ρθει. Κι αυτή η χριστιανικά πονόψυχη και σπλαχνική διαλεκτική, που χειρότερη δεν έχω, να σε βουλιάζει σε κάθε σελίδα όλο και πιο πολύ.

Η περιουσία τους με τα χρόνια μεγάλωσε, το σπίτι τους έγινε ένα όμορφο γραφικό αγροτόσπιτο κι ο Λιούις λίγο πριν πεθάνει στα ογδόντα του χρόνια πέταξε με ένα μικρό τσέσνα. Είχαν ο ένας τον άλλον κι αυτό ήταν ίσως το μόνο που και οι δυο τους αναγνώριζαν ότι είχαν. Ήξεραν ότι στα χρόνια που πέρασαν είχαν διαφορετικά όνειρα, διαφορετικές επιθυμίες, διαφορετικά πράγματα ήθελε ο καθένας να κάνει. Η ζωή είναι όλα, νομίζω ότι θα μου έλεγαν αν μιλούσα μαζί τους. Δεν θα τους κάκιζα. Ποιος μπορεί να ξεφύγει εξάλλου από "τη μεγάλη σύνθεση"? Κι ύστερα έζησαν τόσο πολύ. Και η απόσταση αλλάζει τα πράγματα.

Δεν έμαθα πολλά για τον χρόνο. Έμαθα όμως κάποια για την απόσταση. Την απόσταση που βάζει ο χρόνος. Την απόσταση που βάζει η στιγμή. Την απόσταση που μετριάζει τη γεύση του στυφού γιατί δεν την αφήνει να μείνει πολύ στα χείλη. Κι αναρωτήθηκα μήπως είναι δυνατό να ζεις χωρίς την ελάχιστη απόσταση με ότι αγαπάς. Και η απόσταση έπαψε να είναι πια μια κοινή, αδιάφορη λέξη.


"Στο Μαύρο Λόφο", Μπρους Τσάτουιν
Βραβείο James Tait Black Memorial 1982