Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Γιατί η νεολαία της Ευρώπης δεν εξεγείρεται πια?

Όταν πριν από λίγο καιρό δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική και στην έντυπη έκδοση της βρετανικής Guardian ένα άρθρο που γράψαμε μαζί με τον Κώστα Λαπαβίτσα σχετικά με την απουσία της νεολαίας από όσα συμβαίνουν σήμερα, με την ελληνική νεολαία ως παραδειγματική περίπτωση, και θέλοντας να θίξουμε ευρύτερα το θέμα της κάμψης της αντίστασης και της κινηματικότητας απέναντι στις πολιτικές που γέννησε η κρίση και στην επανάκαμψη του συντηρητισμού, δεν περίμενα ότι οι αντιδράσεις θα ήταν τόσες.

Στόχος του άρθρου δεν ήταν να δώσει όλες τις απαντήσεις. Πως θα μπορούσαμε εξάλλου να το κάνουμε αυτό σε ένα τόσο σημαντικό θέμα, με ένα μόνο άρθρο και μέσα από τον περιορισμένο αριθμό λέξεων? Και πως θα μπορούσε να γίνει αυτό μέσα από ένα άρθρο που δεν μπορεί να εξειδικεύσει αλλά αντίθετα πρέπει να γενικεύσει, καθώς προορίζεται να δημοσιευτεί σε ένα διεθνούς εμβέλειας Μέσο με διεθνές αναγνωστικό κοινό όπως είναι η Guardian? Έτσι επιλέξαμε ότι στόχος του άρθρου θα ήταν να εγείρει αντιδράσεις, να παρακινήσει σε απαντήσεις, να ενεργοποιήσει τον διάλογο σε ένα θέμα που έμοιαζε να μην απασχολεί κανέναν πια.

Πράγματι, τα σχόλια και οι αντιδράσεις υπήρξαν τόσα πολλά και έντονα, ώστε την επόμενη μέρα η Guardian με τον τίτλο people's panel έδωσε συνέχεια στο θέμα, φιλοξενώντας τη φορά αυτή σταχυολογημένες απαντήσεις - σχόλια των νέων πάνω στο δημοσίευμα. Ο αριθμός των σχολίων που ακολούθησε και το people's panel, η ταχύτατη αναδημοσίευση του αρχικού άρθρου σε πολλά ευρωπαϊκά ΜΜΕ στη Γερμανία, στην Ισπανία και στην Ιταλία, τα άρθρα που δημοσιεύτηκαν στη συνέχεια ως απαντήσεις στον διεθνή Τύπο, ξεχωρίζω τα “Where is the protest? A reply to Graeber and Lapavitsas” και του Guy Standing, Cheer up – a renewed left is coming), αλλά και τα πάρα πολλά προσωπικά e- mails, έδειξαν ότι το θέμα παραμένει σημαντικό. Ελπίζω να γίνει το ίδιο και στην Ελλάδα, ελπίζω με αφορμή αυτό να γραφτούν και να ειπωθούν ενδιαφέροντα πράγματα.

Ακολουθεί ο κύριος κορμός του άρθρου και κάποιες απόψεις από το people's panel.


“Τον Δεκέμβριο του 2008 μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου η ελληνική νεολαία και κυρίως οι μαθητές πρωτοστάτησαν σε μία σειρά  από διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες. Το 2009 έγινε ξεκάθαρο με τον εναγκαλιασμό της Ελλάδας από την Τρόικα ότι η χώρα εισέπραττε τις επιπτώσεις μίας πτώχευσης. Τα σκληρά μέτρα λιτότητας του 2010 -11 ακολούθησαν μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες, διαμαρτυρίες και σχηματισμοί συλλογικοτήτων διαμαρτυρίας, όπως το κίνημα των πλατειών, με διακριτή τη συμμετοχή των νέων. Και ύστερα, τίποτα. Στην οικονομική και κοινωνική καταστροφή που ακολούθησε για την Ελλάδα το 2012-13 έγινε ορατή η απουσία των νέων από την κοινωνική και οικονομική ζωή. Απόντες από την πολιτική, τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και από τα κοινωνικά δίκτυα που δημιουργήθηκαν μέσα στην κρίση. Που είναι οι 17άρηδες εκείνοι πέντε χρόνια μετά?

Το ίδιο μοτίβο μπορεί να διακρίνει κανείς και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. 
Τι απέγινε εκείνη η νεολαία της Πορτογαλίας που έβγαινε στους δρόμους με τεράστια πανό και συνθήματα παρότρυνσης για αντίσταση και διαμαρτυρία  προς τις γειτονικές χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, καθώς οι κοινωνικές δομές της χώρας της καταρρέουν? Που είναι η γαλλική νεολαία με τη μεγάλη παράδοση, την ώρα που η Γαλλία σύρεται σε κατάσταση παρατεταμένης στασιμότητας? Και η βρετανική νεολαία που είναι, ενώ η κυβέρνηση συνασπισμού εμμένει ανυποχώρητη στη λιτότητα?

Η προβληματική και δύσκολη πλέον πρόσβαση στην εκπαίδευση και η ανεργία που συνεχώς μεγαλώνει, φαίνεται να είναι οι συμπληγάδες της ευρωπαϊκής νεολαίας. Αβέβαιοι για το μέλλον, ανησυχοι για την εργασία και χωρίς καμία εμπιστοσύνη στα πολιτικά κόμματα, οι νέοι της Ευρώπης αποτραβιούνται. Σημαντικά τμήματα τους έχουν προσελκύσει τα άκρα του πολιτικού φάσματος, της ακροδεξιάς και του φασισμού. Η αριστερά, ένας παραδοσιακός χώρος για τις ριζοσπαστικές διεκδικήσεις των νέων, έχει χάσει στα μάτια τους τη γοητεία της.
Το 2011 το 15% των νέων ηλικίας 15 – 29 στην Ευρώπη καταγράφηκαν ως μη εκπαιδευόμενοι (πανεπιστημιακή ή τεχνική εκπαίδευση) και μη εργαζόμενοι. Σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία και Ισπανία το ποσοστό αυτό έφτασε το 20%, και το 2012 ανέβηκε ακόμη υψηλότερα στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου.
Τα στοιχεία σχετικά με την απασχόληση είναι ακόμη πιο σκληρά. Η ανεργία των νέων στην Ευρώπη αγγίζει σχεδόν το 25%, ένα ήδη τεράστιο νούμερο, ενώ στην Ελλάδα και στην Ισπανία έχει φτάσει σε κάποιες ηλικιακές ομάδες το 60%. Η κατάρρευση στην απασχόληση των νέων εδράζεται στην αδυναμία των οικονομιών της Ευρώπης να δημιουργήσουν έναν σημαντικό αριθμό θέσεων εργασίας. Για εκείνους κάτω των 25, σχεδόν δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας στις χώρες του Νότου, ενώ μερικές μόνο αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας βρίσκονται στο Βορρά. Η μαζική ανεργία των νέων είναι πραγματικότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη και η κατάσταση δεν είναι διαφορετική ούτε και στη Γερμανία, την ισχυρή ευρωπαϊκή δύναμη.”



“Είμαι σχετικά τυχερός που μπορώ στην ηλικία των 29 ετών να υποστηρίζω τη ζωή μου, μόνος μου μέσω της αυτοαπασχόλησης. Παίρνω περίπου £10.000 ετησίως μεικτά. Η σύντροφός μου έχει μόλις τελειώσει το διδακτορικό της στα 25 της και μπορεί να πάρει μια θέση εργασίας με αποδοχές περίπου £25.000 το χρόνο αν είναι τυχερή. Φυσικά μπορεί και να μην πάρει τίποτα, παρά μια θέση εργασίας στα McDonald 's. [...] Για να τα καταφέρουμε πρέπει να δουλεύουμε σε άσχημες θέσεις εργασίας σε ακόμα χειρότερες ώρες, προκειμένου να εξασφαλιστεί το ενοίκιο του επόμενου μήνα και τη σίτισή μας. Αποταμίευση; Σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί.”

“Οι διαμαρτυρίες έχουν γίνει κάτι πολύ περισσότερο από ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Κάποτε είχαμε τη δυνατότητα να οργανώσουμε μια πορεία ή μια δημόσια διαμαρτυρία. Σήμερα, οι νέοι δεν βρίσκουν καμία ανοχή  από την αστυνομία και το κράτος. Μία ειρηνική διαμαρτυρία σήμερα αντιμετωπίζεται από τις αρχές σαν μια εξέγερση. Σήμερα είναι κατόρθωμα να μπορείς να περπατήσεις μόλις λίγα μέτρα μετά από μια μακρά πορεία, χωρίς να συλληφθείς ή και χειρότερα. Σύντομα βρίσκεσαι μπροστά σε κανόνια νερού με άγνωστες χημικές ουσίες να σε περιλούζουν. Οπότε ναι, υπάρχει αρκετή απάθεια τώρα και είναι η εναλλακτική λύση που δίνεται στο θυμό.”

“Συνήθως ήμουν ενάντια στις διαμαρτυρίες, αλλά σήμερα δεν νομίζω να υπάρχει άλλος τρόπος για να αλλάξει η κατάσταση. Είμαι ισπανός, ζω στην Ισπανία και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι στη χώρα μου υπάρχουν ακόμα νέοι που διαμαρτύρονται, ίσως όχι τόσο μαζικά όπως πριν από μερικά χρόνια, αλλά εξακολουθούν να διαμαρτύρονται μπροστά από κάποια πανεπιστήμια και το μόνο που κερδίζουν είναι η σύλληψή τους από την αστυνομία.”




Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

ΣΥΡΙΖΑ: Ριζοσπαστικό έλλειμμα και Ευρωεκλογές


Εκλογές λοιπόν! Ευρωεκλογές και Αυτοδιοικητικές βέβαια, αλλά για να ξεκινήσουμε από την αρχή, κάτι είναι και αυτό σε μια χώρα που το δημοκρατικό της έλλειμμα αγγίζει τον ουρανό και κυβερνάται με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου.

Κοιτάω με ενδιαφέρον το ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ. Αναμφίβολα εκφράζει την πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ να μαζεύει “ότι το ΠΑΣΟΚ αφήνει”, ή καλύτερα “ότι περισσεύει από το ΠΑΣΟΚ και μπορεί να φέρει ψήφους”. Προφανώς εκτιμάται ότι τα περισσεύματα του ΠΑΣΟΚ είναι χρήσιμα στον ΣΥΡΙΖΑ σε αυτήν την ακοπίαστη πορεία του προς το κέντρο. Ότι δεν προτίθεται να μαζέψει ο ΣΥΡΙΖΑ πάει στην ΕΛΙΑ. Ότι δεν είναι ούτε στο ένα, ούτε στο άλλο, σημαίνει ότι έχει παραμείνει στο ΠΑΣΟΚ, δηλαδή μάλλον στα εκλογικά αζήτητα.

Σε αυτήν την πορεία προς το κέντρο και με μοναδικό πλέον σύνθημα “εμείς θα διαπραγματευτούμε καλύτερα από τους άλλους” ο ΣΥΡΙΖΑ στην παρτίδα των ευρωεκλογών δεν πόνταρε τα “πολλά λεφτά”. Έκπληξη δεν υπήρξε, παρέκκλιση από την προεδρική γραμμή δεν υπήρξε και αέρας ριζοσπαστισμού τελικά δεν φύσηξε. Ένας μάλλον απογοητευτικός  απολογισμός για την κοινωνία και τον κόσμο της Αριστεράς που περίμεναν πολύ περισσότερα.

Σε αυτό το χωρίς έκπληξη, χωρίς παρέκκλιση, χωρίς ριζοσπαστισμό τοπίο – ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, οι κόντρες του Αλέξη Τσίπρα και του Παναγιώτη Λαφαζάνη μονοπώλησαν το ενδιαφέρον. Προσέφεραν και προσφέρθηκαν επικοινωνιακά, αλλά το πραγματικό πολιτικό τους περιεχόμενο δεν αναδείχθηκε.

Το όνομα του Κώστα Λαπαβίτσα, πρόταση της Αριστερής Πλατφόρμας και της ΑΝΑΣΑ, για το ευρωψηφοδέλτιο μετατράπηκε τελικά στη λυδία λίθο του ριζοσπαστισμού του ΣΥΡΙΖΑ. Θα όριζε μια διεύρυνση προς τα Αριστερά μετά τα αλλεπάλληλα ανοίγματα του ΣΥΡΙΖΑ προς το παλιό ΠΑΣΟΚ. Θα πρόσφερε επίσης ένα ισχυρό “μετόπισθεν” αν η “πρώτη γραμμή” δεν τα πάει τόσο καλά όσο προσδοκά στις διαπραγματεύσεις για το χρέος και είναι πάντα θετικό να έχεις στις γραμμές σου, αυτές τις εποχές, κάποιον με διεθνή παρουσία και εμπειρία στο νευραλγικό τομέα της οικονομίας.

Είτε λόγω του φόβου που συνοδεύει στην Ελλάδα οποιαδήποτε άποψη έχει σχέση με ενδεχόμενη αποχώρηση από την ευρωζώνη, με αποτέλεσμα να μην τη συζητάμε παρά να τσιρίζουμε υστερικά πάνω της, είτε λόγω των σκληρών θέσεών του για τον ρόλο του ευρώ στην ελληνική και ευρωπαϊκή κρίση, η υποψηφιότητα Λαπαβίτσα δεν έφτασε καν στη ψηφοφορία της Κεντρικής Επιτροπής. Ίσως να συνέβαλε και η προτίμησή του για μια ευρύτερη κυβέρνηση της Αριστεράς (καταπέλτης η ανάρτησή του στο προσωπικό του blog μόλις μια μέρα πριν την ανακοίνωση των τελευτείων ονομάτων) ή ίσως και η μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ από τη “διαγραφή του χρέους” στη “διαπραγμάτευση του χρέους”. Η υποψηφιότητά του δημιούργησε ένταση, έφερε τριβές, έφτιαξε παρασκήνιο, συγκρότησε “μέτωπα”. Θα χρειαζόταν προφανώς ένα θάρρος πέρα από τους γνωστούς φόβους, μία στάση μακριά από τους γνωστούς εξορκισμούς, μια μαχητική αντίληψη για το ριζοσπαστισμό. Μπορεί κι ένα πτώμα, αν λάβουμε υπόψη την αντίδραση στενού συνεργάτη του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος στο άκουσμα του ονόματος του Κώστα Λαπαβίτσα είπε “μόνο πάνω από το πτώμα μου”! 
Η περίπτωση Λαπαβίτσα όμως, προσφέρεται κυρίως για παραπέρα σκέψη.  

Χωρίς ριζοσπαστικό άνοιγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα δύσκολο πεδίο. Γίνεται εξαιρετικά προβληματική η δυνατότητα έλξης ψήφων από αριστερούς ψηφοφόρους εκτός ΣΥΡΙΖΑ. Η υπόθεση ότι η απώλεια αυτή θα αναπληρωθεί από τις ψήφους των πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, εξού και τα “ανοίγματα”, στερείται βάσης. Η απουσία μιας ριζοσπαστικής έκφρασης αποτυπωμένης και στο ευρωψηφοδέλτιό του και άρα υπαρκτής, θα δημιουργήσει αμφιβολίες και σε κομμάτια των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι πιθανό να θελήσουν κι αυτά να στείλουν το δικό τους μήνυμα μέσα από τη “χαλαρή ψήφο” των ευρωεκλογών. Αλλά και από τη μεγάλη δεξαμενή των αναποφάσιστων ψηφοφόρων, το ευρωψηφοδέλτιο του  ΣΥΡΙΖΑ δε φαίνεται να μπορεί να αντλήσει πολλά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει οπωσδήποτε να κερδίσει τις Ευρωεκλογές, καθώς δεν διαφαίνεται να μπορεί να κερδίσει τις Αυτοδιοικητικές. Πρέπει επίσης να κερδίσει με μεγάλη, διακριτή διαφορά, η οποία θα αντιπαρέρχεται εύκολα την αναπόφευκτη κυβερνητική επιχειρηματολογία περί “φυσιολογικής κυβερνητικής φθοράς”. Θα αποτελέσει ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρον σημείο, από όπου θα αντληθούν πολλά συμπεράσματα, ο αριθμός των ψήφων που θα συγκεντρώσουν τα στελέχη του κόμματος σε σχέση με τις υποψηφιότητες εκτός κόμματος. Τέλος, θα είναι δύσκολο να γίνει ο όποιος συμψηφισμός μεταξύ αποτελεσμάτων Ευρωεκλογών και Αυτοδιοικητικών εκλογών, καθώς πρόκειται για εξαιρετικά ανόμοια μεγέθη, αλλά και αν επιχειρηθεί δεν θα είναι τόσο αποδοτικός πολιτικά όσο ίσως πιστεύει ο ΣΥΡΙΖΑ. 

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον λοιπόν, ότι μετακινούμενος ο ΣΥΡΙΖΑ προς το κέντρο και απορρίπτοντας ένα ριζοσπαστικό χαρακτήρα βρίσκεται σε πολύ δυσκολότερη θέση από ότι εάν έπραττε το αντίθετο. Ο λόγος είναι ότι έχει αφήσει ανοικτό μόνο ένα δρόμο για τον εαυτό του, αυτόν της “νίκης με μεγάλη διαφορά”. Οι εκλογές φυσικά θα περάσουν, το ριζοσπαστικό έλλειμμα του ΣΥΡΙΖΑ όμως θα μείνει και το τι σημαίνει θα συζητηθεί πολύ από δω και πέρα.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Υπάρχει πάντα ένας τρόπος να τελειώσεις με ότι δεν σου αξίζει

Ακούω τις τελευταίες μέρες την ατέλειωτη “ονοματολογία” για τα ευρωψηφοδέλτια των κομμάτων. Τα ακούω ως πρώτη είδηση, δεύτερη είδηση ακολουθούν ατέλειωτες φλυαρίες, κουτσομπολιά, φήμες από διαδρόμους, σχολιασμός τύπου life style. Και ξανά πάλι τα “ονόματα”, τα “λαμπερά ονόματα”, τα “βαριά ονόματα”, τα “ηχηρά ονόματα” και πάει λέγοντας. Και με τον τρόπο αυτόν λέγεται από τα ΜΜΕ στην ελληνική κοινωνία, ότι αυτές, οι από διαδρόμους σερνάμενες φήμες ερμηνευόμενες επιφανειακά και  ακουμπισμένες σε μια αισθητική κλειδαρότρυπας, είναι ο δημόσιος πολιτικός διάλογος κι έτσι γίνεται. Αυτό λοιπόν δεν είναι δημόσιος διάλογος και ο δημόσιος διάλογος οπωσδήποτε δεν γίνεται έτσι. Γιατί όμως τα ΜΜΕ επιμένουν σε αυτόν τον “πολιτικό διάλογο”, σε αυτήν την πρόχειρη  και κακοφτιαγμένη κατασκευή?

Ίδια πρόσωπα που αλλάζουν πολιτικούς χώρους καθώς δεν μπορούν να αλλάξουν όνομα, ένα χρεοκοπημένο πολιτικό προσωπικό χωρίς την ελάχιστη ευπρέπεια που θα κέρδιζε με μία προσωπική αποχώρηση από την πολιτική σκηνή, η επανάκαμψη των παλιών ιδεών και πρακτικών με νέα ονομασία – κόμμα, δυστοκίες, ευφάνταστες συνθέσεις και φυσικά κάποιες εξαιρέσεις, που πόσο να λάμψουν και αυτές. Οι δημοσκόποι έχουν σηκώσει τα χέρια ψηλά, αλλά οι δημοσκοπήσεις λατρεύονται. Οι πολίτες αυτής της χώρας συζητούν συνεχώς, αλλά οι συζητήσεις τους δεν μεταφερονται με κανέναν τρόπο στα  πάνελ των δημοσιογράφων, λες και η απόσταση  που τους χωρίζει είναι τεράστια. Η λέξη “λαϊκισμός” φαίνεται να υπέκυψε μοιραία στην αρνητική της νοηματοδοσία, αλλά ούτε και με τη λέξη “λαϊκός” γίνεται συζήτηση πια. Και καθώς μιλάμε για κάποια και για άλλα όχι φανερώνουμε ταυτόχρονα και τις σιωπηρές παραδοχές μια ολόκληρης κοινωνίας ? 

Αν υπάρχει σήμερα ένας δημόσιος διάλογος να γίνει σχετικά με τις ευρωεκλογές και σε αυτόν τα ΜΜΕ παίζουν κεντρικό ρόλο, αυτός ελάχιστη σχέση έχει με τα ονόματα ή τις εσωκομματικές τους θέσεις. Ο δημόσιος διάλογος (πρέπει να) αφορά τι φέρουν αυτά τα “ονόματα”, πιο είναι το προσωπικό κεφάλαιο γνώσεων, ιδεών και αξιών που έρχονται να καταθέσουν στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή και τι αυτό σημαίνει για το σήμερα και το αύριο. Τι αυτό σημαίνει στην Ευρώπη, αλλά και τι σημαίνει στην Ελλάδα. Τι σημαίνει για την ελληνική κοινωνία και τι σημαίνει για τα κόμματά της. Που τοποθετούν οι επιλογές αυτές τα κόμματα. Πόσο ριζοσπαστικοποιούνται ή πόσο συντηρητικοποιούνται. Πόσο Αριστερά, πόσο Δεξιά, πόσο Κέντρο. Πως εκφράζονται αυτοί οι χώροι μέσα από τις επιλογές των κομμάτων σε σχέση με τους υποψηφίους τους. 

Δεν έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν, δεν έχουμε και τα ΜΜΕ που μας αξίζουν, δεν έχουμε και τον δημόσιο διάλογο που μας αξίζει. Αλλά υπάρχει πάντα ένας χρόνος και ένας τρόπος στη ζωή να τελειώσεις με ότι δε σου αξίζει. Και δεν είναι πάντα οδυνηρό, ή τουλάχιστον όσο φανταζόμαστε. Φτάνει μόνο να πιστέψεις ότι αυτό δεν σου αξίζει. Όλα τα άλλα είναι σχεδόν εύκολα.



Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Πολλή βροχή, ένα τώρα κι ένα παγωτό

Περπατάω σε μια βροχή που ξεκίνησε ως δειλή ανοιξιάτικη ψιχάλα και εξελίχθηκε σε αποφασιστική νυχτερινή μπόρα. Ίσως και να μη θέλεις να την πεις μπόρα, αλλά είναι δυνατή και το νερό πολύ. Τρώω ένα παγωτό και αναλογίζομαι την παράξενη εικόνα του εαυτού μου. Κάτω από τη βροχή με ένα παγωτό. Φυσικά και περιμένω το λεωφορείο που θα με πάει σπίτι, έτσι για να υπάρχει και μία δόση λογικής στην εικόνα. Σκέφτομαι πως δεν υπάρχει τίποτα πέρα από αυτήν τη στιγμή. Ούτε οι στιγμές που πέρασαν, ούτε οι στιγμές που θα έρθουν, ούτε οι στιγμές που δεν θα έρθουν. Ένα ατέλειωτο στιγμιαίο "εδώ και τώρα", που συμβαίνει, υπάρχει και περιλαμβάνει μόνο αυτό που τώρα συμβαίνει. Ακόμη και αν αυτό το "τώρα" είναι δυσεπίλυτο και εναντιώνεται στην εννοιολόγησή του. Αυτά που περίμενα και δεν ήρθαν είναι τελικά όμοια με αυτά που περιμένω και μπορεί να έρθουν μπορεί και όχι. Κι αυτά που ήρθαν και πέρασαν δεν ξέρω τι άφησαν σε αυτό το τώρα. 
Δεν περιμένω τίποτα. Είμαι κάτω από τη βροχή και τρώω ένα παγωτό. Όλα τα άλλα δεν υπάρχουν.




Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Ο χρόνος είναι απόσταση

Ο χρόνος είναι βήμα θα πει η Φυσική κι έτσι με έναν τρόπο μπορεί να είναι και απόσταση. 

Ήμουν ακόμη στο σχολείο. Δεν είχα καταφέρει να διακρίνω τη μαγεία των Μαθηματικών. Πλησίαζα λίγο τη Φυσική και καθόλου τη Χημεία. Δεν θα τα κατάφερνα ούτε στη συνέχεια από μια αδιαπραγμάτευτη αδιαφορία για αυτές τις επιστήμες. Πολλά χρόνια μετά αυτό θα μου προξενούσε μια κάποια λύπη. Θα μου έλεγε ότι οι "μαγικοί κόσμοι" είναι πολλαπλάσιοι από όσους νόμιζα, αλλά εγώ δεν θα μπορούσα να μπω σε όλους. Όμως τότε ήμουν απορροφημένη στη μαγεία των λέξεων. Κι εκεί θα έμενα. Κι έτσι με βρήκε αυτή η φράση. 

Δεν την καταλάβαινα τότε παρά μόνο στις λέξεις της. Τι θα πει χρόνος, σκεφτόμουν. Τον είχα εξάλλου όλον μπροστά μου και ποιος νοιάζεται να δώσει περιεχόμενο σε κάτι που είναι (ακόμα) όλο μπροστά του. Κι ύστερα εκείνο το απόλυτο, που έμοιαζε προϋπάρχον, στέρεο και αταλάντευτο "είναι"  με έλκυε και με εντυπωσίαζε. Και μετά η "απόσταση" μια κοινή αδιάφορη λέξη που με έκανε να αναρωτιέμαι για το βάρος και την αξία της. Αυτή η ανομοιότητα και το ανισοβαρές των λέξεων που έφτιαχνε για κάποιους ένα συμπαγές, στέρεο και ξεκάθαρο νόημα με γοήτευε.  


Γύρισα την τελευταία σελίδα με μια γεύση στυφού. Εκείνη τη γεύση που μου αρέσει να τη σκέφτομαι σαν γεύση από άγουρο κυδώνι. Που αν μείνει πολύ στα χείλη γίνεται πικρή.

Οι ιστορίες τόσων ανθρώπων που είχαν μπλεχτεί με εκείνον τον αυθεντικά μοιραίο τρόπο που μόνο η ζωή μπορεί να μπλέξει είχαν τελειώσει. Μπλεγμένες με τη ζωή, χρεωμένες στο θάνατο, συναγμένες σε μια καθημερινότητα της σκληρότητας, των κρυμμένων δακρύων και της σιωπής. Μια χαρά που δραπετεύει μια άγνωστη νύχτα για να μη γυρίσει ποτέ ξανά, ένας κόσμος που δεν  μπορεί να σηκώσει το βάρος καμιάς αθωότητας κι ένας χρόνος τυφλός, χωρίς λύπηση για κανέναν από τους ήρωες, για καμία γωνιά του κόσμους τους.

Πόσο κοντά? Πόσο μακριά? Ποια είναι η σωστή απόσταση για να κοιτάξεις?

Θα καταλάβεις πολλά για τον χρόνο, μου είπαν καθώς μου έδιναν το βιβλίο. Δεν ρώτησα τίποτα. Δεν είπα τίποτα.

Στην αρχή σερνόμουν πάνω στις λέξεις και στις σύντομες κοφτές προτάσεις προσπαθώντας να τις απολαύσω. Τα "μικρά και τα μεγάλα" της ζωής γέμιζαν τη μία σελίδα μετά την άλλη. Θλιβερά, αποπνικτικά και τρομακτικά ρωμαλέα αυτά τα "μικρά και μεγάλα" ορμούσαν πάνω στους ήρωες και χοροπηδούσαν μανιασμένα στο στέρνο τους προσπαθώντας να τους πάρουν την ανάσα. Τελικά όμως αυτοί κατάφερναν για άλλη μια φορά να επιζήσουν. Κι ύστερα για άλλη μια φορά. Κι ύστερα για άλλη μια φορά. Τα "μικρά και τα μεγάλα" της ζωής. 
Μερικά λουλουδάτα φορέματα και δυο τρεις ηλιόλουστες μέρες όλες κι όλες έκαναν την εμφάνισή τους μαζί με ένα δυο πανηγύρια, για να θυμίσουν ότι ζωή είναι όλα. Η χαρά, η λύπη, αυτό που έχουμε, αυτό που δεν έχουμε, αυτό που μας λείπει, αυτό που θα έρθει, αυτό που δεν θα 'ρθει. Κι αυτή η χριστιανικά πονόψυχη και σπλαχνική διαλεκτική, που χειρότερη δεν έχω, να σε βουλιάζει σε κάθε σελίδα όλο και πιο πολύ.

Η περιουσία τους με τα χρόνια μεγάλωσε, το σπίτι τους έγινε ένα όμορφο γραφικό αγροτόσπιτο κι ο Λιούις λίγο πριν πεθάνει στα ογδόντα του χρόνια πέταξε με ένα μικρό τσέσνα. Είχαν ο ένας τον άλλον κι αυτό ήταν ίσως το μόνο που και οι δυο τους αναγνώριζαν ότι είχαν. Ήξεραν ότι στα χρόνια που πέρασαν είχαν διαφορετικά όνειρα, διαφορετικές επιθυμίες, διαφορετικά πράγματα ήθελε ο καθένας να κάνει. Η ζωή είναι όλα, νομίζω ότι θα μου έλεγαν αν μιλούσα μαζί τους. Δεν θα τους κάκιζα. Ποιος μπορεί να ξεφύγει εξάλλου από "τη μεγάλη σύνθεση"? Κι ύστερα έζησαν τόσο πολύ. Και η απόσταση αλλάζει τα πράγματα.

Δεν έμαθα πολλά για τον χρόνο. Έμαθα όμως κάποια για την απόσταση. Την απόσταση που βάζει ο χρόνος. Την απόσταση που βάζει η στιγμή. Την απόσταση που μετριάζει τη γεύση του στυφού γιατί δεν την αφήνει να μείνει πολύ στα χείλη. Κι αναρωτήθηκα μήπως είναι δυνατό να ζεις χωρίς την ελάχιστη απόσταση με ότι αγαπάς. Και η απόσταση έπαψε να είναι πια μια κοινή, αδιάφορη λέξη.


"Στο Μαύρο Λόφο", Μπρους Τσάτουιν
Βραβείο James Tait Black Memorial 1982