Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο

“Δεν υπάρχει τίποτα πίσω μου, όλα είναι μπροστά μου, όπως είναι πάντα ο δρόμος”.

Θα 'θελα να την είχα γράψει εγώ αυτή τη φράση. Να είχα προλάβει. Αισθάνομαι κάπως περίεργα που πρόλαβε και την έγραψε εκείνος. Αλλά κυρίως που πρόλαβε και την έζησε. Αυτήν την ασύλληπτη ελευθερία. Που περιφρονεί τον φόβο. Που κοροϊδεύει την απόγνωση. Που αγνοεί την ενοχή. Που δεν κάμπτεται από τις ικεσίες. Και στέκεται με αυτήν την άτρωτη αθωότητα απέναντι στις τόσες εύκολες ετυμηγορίες μιας τόσο εύκολης ενοχής.
Θα ήθελα να την είχα ζήσει. Αυτήν την ασύλληπτη φράση. Αυτήν την ασύλληπτη ελευθερία...

Ώρες ώρες σκέφτομαι, αν, μήπως, αν γινόταν, κλέβοντας αυτή τη φράση, να έκλεβα και μια άλλη ζωή. Ίσως και να γίνεται σκέφτομαι. 

Αν όμως όχι, θα πρέπει να ντυθώ ξανά τις αγωνίες μου, τις επιθυμίες μου, τα βλέμματά μου, την αναγκαία υποκειμενικότητά μου που σαν ίσκιος σιχαμένος με ακολουθεί παντού. Ρούχα παλιά και βολικά και γνώριμα. Και βρωμισμένα πια, και με την οσμή ενός ύπουλου καθωσπρεπισμού να τα ποτίζει χρόνια τώρα. Αλλά πως να τ΄αρνηθεί κανείς όλα αυτά? Πως να ξεφύγει από αυτή τη γνώριμη οσμή που αποφαίνεται κάθε φορά “αθώος”? 

Ή αλλιώς, να σταθώ χωρίς αυτά, με μια γυμνότητα καταδικασμένη εκ των προτέρων από αυτούς που δεν γνωρίζουν και να κοιτάξω μπροστά. Χωρίς επέκεινα. Χωρίς ύστερα σημαινόμενα. Χωρίς κυκλικότητες. Σε ένα ευλογημένο και λυτρωτικό κενό που δεν ορίζεται παρά μόνο από τις λέξεις που μπορώ να πω αλλά προτιμώ να μην τις λέω για να μη χαλάσω το πολυπόθητο αυτό κενό γεμίζοντάς το.

Θέλω να είναι μεσημέρι. Ένα μεσημέρι γεμάτο ζέστη, σκόνη και κωδωνοκρουσίες. Να κοιτάζω στο δρόμο μπροστά. Και να ανασάνω αυτήν την ασύλληπτη ελευθερία...

Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο...