Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Αυτό που πάντα πίστευα ότι έκανα καλύτερα στη ζωή μου

Αυτό που πάντα πίστευα ότι έκανα καλύτερα στη ζωή μου ήταν να μοιράζομαι τις λέξεις με τους άλλους. 

Ποιος μπορεί  να πει ότι οι λέξεις είναι δικές του? Και ποιος μπορεί να του πει ότι δεν είναι?

Σκεφτόμαστε πάντα με λέξεις? Είμαστε ότι σκεφτόμαστε, ή είμαστε ότι λέμε?

Και αν ναι, ποιος εαυτός μας ζει στο μέρος εκείνο που μαζεύονται οι σκέψεις που ποτέ δε γίνονται λέξεις?

Αρχικά νόμιζα ότι οι λέξεις είναι εύπλαστες. Μικρά κομάτια περίεργης πλαστελίνης πασπαλισμένης με κάτι που λαμποκοπάει και αν τις βάλεις στη σειρά θα λαμποκοπάει και ό,τι φτιάξεις με αυτές. Ήμουν μικρή και ήταν το αγαπημένο μου παιχνίδι.

Όλα μπορούσαν να γίνουν λέξεις, πίστεψα στη συνέχεια. Όλα είναι λέξεις. Όχι δε συμβαίνει και το αντίθετο, αλλά όλα είναι λέξεις. Συνέχισε να με έλκει πάντα το λαμποκόπημα τους. Και μετά έγινα και λίγο αυστηρή στη σειρά, στη σχέση, στη φόρμα, στο νόημα. Δεν ήμουν πια παιδί.

Κι ύστερα ήρθε ο καιρός που οι λέξεις γίνονταν ιστορίες. Ωραίες ιστορίες ακόμη και με λιγότερο ωραίες λέξεις. Πρόβαρα λέξεις στις σκέψεις μου και διάλεγα άλλοτε ακριβείς και άλλοτε σοκαριστικές, ανάλογα με τη διάθεση. Ήταν ο καιρός που νόμιζα ότι είχα κυριαρχήσει στις λέξεις και τις σπαταλούσα χωρίς σκέψη και με μια ελαφρά αυταρέσκεια. Ήταν ο καιρός που η κατάκτηση του κόσμου έμοιαζε το μόνο ενδιαφέρον διακύβευμα.

Κι ύστερα με κούρασαν οι φόρμες. Η προσοχή στις σχέσεις και τα νοήματα. Οι κανόνες, η σειρά. Όλα. Τα κλείδωσα σε ένα κουτί που ευτυχώς έχασα χωρίς δάκρια σε κάποια από τις μετακομίσεις μου. Ήθελα μια νέα πιο ελεύθερη σχέση μαζί τους. Ευτυχώς είχα μεγαλώσει.

Είχα πάντα μια αθώα σχέση με τις λέξεις, ή έτσι ήθελα/θέλω να πιστεύω. Υποπτευόμουν από νωρίς, ότι κάπου υπάρχει μια κρυμμένη δύναμη σε αυτές, αλλά δε σκέφτηκα ποτέ να τη βρω για να τη χρησιμοποιήσω κάπως.

Σήμερα ακούω τις λέξεις ξανά. Και καμιά φορά τις αφήνω και να με διαλέγουν όταν τις γράφω. 
Άλλες τις κλέβω. Άλλες τις κρύβω.  Άλλες τις γυαλίζω με μανία και ύστερα κολλάω σε αυτές. Άλλες τις αφήνω να φύγουν, επιθυμώντας να είναι "για πάντα", αλλά ξέροντας ότι δεν μπορεί να είναι. Άλλες τις δανείζω σε άλλους λες κι είναι δικές μου. Κι έχω αρχίσει να τις φοβάμαι και λίγο. Και διακρίνω μια κάποια φειδώ και οπωσδήποτε μια καινούρια προσοχή σε αυτές. Νομίζω ότι μεγαλώνω.

Ποιος μπορεί  να πει ότι οι λέξεις είναι δικές του? Και ποιος μπορεί να του πει ότι δεν είναι?

Ότι και να γίνει, η ιστορία είναι που μετράει.