Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Μόνο χαρά...


          Το 1866 ανήκει σε μια εποχή που όλος ο κόσμος κινείται γύρω από το Παρίσι. Είναι η εποχή της λάμψης και του εντυπωσιασμού, της έμπνευσης των ρούχων υψηλής ραπτικής, της τελειοποίησης της σαμπάνιας, των ακριβών και λαμπερών εστιατορίων όπως το περίφημο Maxim’s, της Όπερας ως κοσμικό γεγονός, των πολυτελών διακοπών σε ευρωπαϊκές λουτροπόλεις, των υπερπολυτελών ιδιωτικών βαγονιών των τρένων και της μποέμικης ζωής των καμπαρέ της Μονμάρτης. Είναι η Belle Époque (Μπελ Επόκ), η «Ωραία Εποχή». Ό,τι μεγάλο και εντυπωσιακό θα κάνει την εμφάνισή του εδώ. Το αυτοκίνητο, το τηλέφωνο, ο τηλέγραφος, ο κινηματογράφος, η Αρτ Νουβέλ, ο εξπρεσιονισμός στη θεατρική γραφή και ο ρεαλισμός και νατουραλισμός στη λογοτεχνία. 
Το Μουσείο του Λούβρου ένα οχυρό αρχικά, άλλαξε πολλές μορφές και χρήσεις, για να μετατραπεί σταδιακά σε ανάκτορό και με τη Γαλλική Επανάσταση σε Μουσείο, και πολλά ονόματα, και πέρασε πολλές περιπέτειες που συνθέτουν την ιστορία του. Κι εκείνη τη μέρα του 1866, ένα νέο έκθεμα έκανε την εμφάνισή του. Ήταν μόνο το κάτω μέρος από ένα γυναικείο άγαλμα, που είχε ήδη υποστεί εργασίες δύο χρόνων και το συνόδευε μια ιστορία, γεμάτη μυστήριο και ενδιαφέρον, σχετικά με την κατασκευή του. Το 1879 φτάνουν στο Λούβρο τμήματα της μαρμάρινης πλώρης, ακολουθούν πολλά κομμάτια, από το κατακερματισμένο αριστερό φτερό, αργότερα ένα πολύ μικρό κομμάτι από το δεξί (το δεξί φτερό προστέθηκε αντιγράφοντας το αριστερό. Τα φτερά ήταν από δύο μεγάλα μάρμαρα συνδεδεμένα στην πλάτη χωρίς εξωτερική στήριξη.)  Είναι η Νίκη της Σαμοθράκης.
Από λευκό παριανό μάρμαρο. Στέκεται στην πλώρη ενός πλοίου φτιαγμένη από το γκριζωπό μάρμαρο της ροδίτικης Λάρδου. Ποιος το αφιέρωσε στο ιερό των «Μεγάλων  Θεών» Καβείρων στη Σαμοθράκη κανείς δε γνωρίζει. Ούτε για ποιο λόγο. Και τα λίγα που γνωρίζουμε για τις θεότητες αυτές κάνουν ακόμη πιο ελκυστικό αυτό το πέπλο μυστηρίου και δευτερεύουσες τις όποιες εκδοχές για τους λόγους της δημιουργίας αυτού του αριστουργηματικού και ιδιοφυούς καλλιτεχνήματος.

         Ήμουν μικρή όταν βρέθηκα στη Σαμοθράκη. Έναν τόπο μικρό, αποκομμένο, αφιλόξενων ανθρώπων. Δεν είχα τι να κάνω, η θάλασσα ήταν παγωμένη και όλη η παραλία καλυμμένη με σκληρή πέτρα, δεν ήθελα να ανέβω στην κορυφή στο Σάος με τους άλλους, ούτε να κοιμηθώ στο βουνό.  Έτσι ο αρχαιολογικός  χώρος και το αδιάφορο μικρό μουσείο του ήταν μια κάποια επιλογή. Όταν μπήκα στη μικρή αίθουσα – μουσείο, δεν ήμουν προετοιμασμένη για αυτό που θα έβλεπα. Στεκόταν εκεί στα δεξιά μου, πανύψηλη, με τα φτερά ανοικτά. Χρειάστηκε να σηκώσω το κεφάλι μου για να την κοιτάξω. Στεκόμουν δίπλα της. Δεν ήξερα τίποτα. Δεν καταλάβαινα πολλά. Και για πρώτη φορά αισθανόμουν αυτό που έλεγαν δέος. Ήταν κάτι περίεργο. Σου μάγκωνε τη ψυχή με έναν τρόπο και με έναν άλλον σου την απελευθέρωνε. […]

           [...] Το αεροπλάνο είχε προσγειωθεί πριν από λίγη ώρα. Είχα σχεδόν πετάξει τις βαλίτσες μου όπως όπως στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και είχα φύγει τρέχοντας. Ήξερα που θα πήγαινα, ήξερα τι θα δω. Ήξερα γιατί περίμενα στον καιρό που είχε μεσολαβήσει. Πέρασα σχεδόν τρέχοντας την είσοδο και την υπόλοιπη διαδρομή και όταν την είδα από μακριά, νομίζω ότι μου κόπηκε η αναπνοή. Πλησίασα αργά και σήκωνα το βλέμμα μου όλο και πιο ψηλά για να αγκαλιάσω με αυτό τα πέντε μέτρα που είναι το συνολικό ύψος της. Δεν ήξερα πόσο θα πλησίαζα. Ήξερα όμως που πήγαινα. Ήξερα τι θα δω. Και επιτέλους ήμουν εκεί. Δεν υπήρχε δέος. Μόνο χαρά. Δε ξέρω πόσες ώρες έμεινα να την κοιτάζω. Μόνο χαρά.... 


«Η Νίκη της Σαμοθράκης, ένα από τα σημαντικότερα εκθέματα του Λούβρου, πρόκειται να αποσυρθεί, προκειμένου το γλυπτό να δεχθεί τις φροντίδες της συντήρησης από τον προσεχή Σεπτέμβριο, όπως ανακοίνωσε το παρισινό μουσείο.
Η επιτροπή των συντηρητών του Λούβρου ενέκρινε την έναρξη των εργασιών στο μαρμάρινο άγαλμα της φτερωτής θεάς της Νίκης, σύμφωνα με την ανακοίνωση. Μία διεθνής επιτροπή ειδικών θα παρίσταται και θα εποπτεύει τις εργασίες του εγχειρήματος, το οποίο υπολογίζεται πως θα διαρκέσει πάνω από έναν χρόνο. Το συνολικό κόστος της συντήρησης θεωρείται ότι θα φθάσει τα 3 εκατ. ευρώ, ποσό που θα καλυφθεί εξ ολοκλήρου από τους χορηγούς του έργου», μετέδωσε το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.