Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Ζούμε αυτό που επιθυμούμε να ακούσουμε, ή ακούμε μόνο ότι ζούμε?

Ο τρόπος που μιλάμε δεν είναι απλά ένα γλωσσικό γεγονός του υποκειμένου που υποβάλλεται συνεχώς σε εξωγενείς αξιολογήσεις. Είναι οι συντεταγμένες ενός ολόκληρου επιπέδου που εμπεριέχει οπωσδήποτε το υποκείμενο, αλλά και μια πληθώρα "στιγμάτων" που χάνονται και εμφανίζονται, άλλοτε με ασύλληπτη ταχύτητα και άλλοτε με εντυπωσιακή βραδύτητα. Ο τρόπος που μας προσδι-ορίζει το πως μιλάμε, ποια γλώσσα και λέξεις χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε τις σκέψεις και τα νοήματά της, και ποιες επιλέγουμε για να χαρτογραφήσουμε τον άδηλο ψυχικό μας κόσμο στην προσπάθειά μας να προσανατολίσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους σε σχέση με αυτόν, είναι αναμφίβολα ένα θέμα ασύλληπτης γοητείας. Είμαστε τελικά αυτό που "περιγράφουμε για τον εαυτό μας ότι είναι", ή αυτό που διαμορφώνουμε ως "εαυτός" μιλώντας, δημιουργώντας εξ ολοκλήρου από υλικά και λέξεις της όποιας αποκτηθείσας γνώσης μας? Ότι είμαστε ενυπάρχει και αναδεικνύεται ως προσωπική μας ποιότητα ακόμα κι αν δεν ειπωθεί, ή φαντάζει σαν τρομακτική μαύρη τρύπα στις σχέσεις μας με τους άλλους, έτοιμη να απορροφήσει τα πάντα?

Έχοντας ζήσει για πολύ καιρό στη σιωπή, έχοντας ταλαιπωρηθεί πολύ μέσα σε αυτήν την έρημο της απουσίας του λόγου που σύντομα έγινε και έρημος και ερημιά συναισθημάτων και στέρησε ότι καλό υπήρχε, δε σταμάτησα ποτέ να αναρωτιέμαι στη συνέχεια για την αξία των λέξεων. Είναι αυτές που πλουτίζουν το συναίσθημά μας, που το τροφοδοτούν με δροσερό νερό και φρέσκο αέρα κι έτσι το βοηθάνε να ζει και να μεγαλώνει? Είναι η αγκαλιά των λέξεων και των νοημάτων ενός ανθρώπου εκεί όπου πραγματικά επιθυμούμε να χαθούμε? Ξεκλειδώνουν στα αλήθεια οι λέξεις με ένα μαγικό δικό τους τρόπο ότι κλειστό και φοβικό υπάρχει μέσα μας? Ζούμε αυτό που επιθυμούμε να ακούσουμε, ή ακούμε μόνο ότι ζούμε? 

Κι ύστερα, όταν ο λόγος γίνεται βασανιστικός, εξοντωτικός, αβάσταχτος, τι μας συμβαίνει τότε? Τι κάνουμε? Είναι η ύπαρξη του λόγου το μόνο ζητούμενο? Είναι αρκετός? Είναι ικανός? Και στεκόμαστε απέναντι του μέχρι να μας ρίξει αποκαμωμένους κάτω, ή ξαναγυρίζουμε σε μια σιωπή που τώρα μας μοιάζει λυτρωτική? Τελικά, ζούμε αυτό που επιθυμούμε να ακούσουμε, ή ακούμε μόνο ότι ζούμε? 

Εκείνη την "Εποχή της ερήμου" έτσι την ονόμασα, την πέρασα. Όχι εύκολα, αλλά κάποια στιγμή παύεις να κοιτάς την έρημο που σε περιβάλλει και μπαίνεις σε μια άλλη πορεία, όπου κρατάς το βλέμμα σου προσηλωμένο μπροστά και περπατάς μέχρι να φανεί η επόμενη όαση. Και πιστεύεις ότι η όαση είναι κοντά. Και τελικά τη βρίσκεις και δεν κάθεσαι να σκεφτείς τότε αν ήταν όντως κοντά ή μακριά, γιατί ούτε το ερώτημα, ούτε η απάντηση έχουν πια καμιά σημασία.