Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Με τις σκέψεις μου και τη λιακάδα

Και μετά από δυο μέρες όπου η μόνιμη απάντηση στην ερώτηση, "τι κάνεις", ήταν "γράφω", αποφάσισα να βγω έξω. Κοίταξα τον μικρό μου ιβίσκο, που έβγαλε ένα μικρό κόκκινο λουλουδάκι, σκέφτηκα ότι σωστά επέλεξα το "τώρα" και όχι ένα κλάδεμα που θα έφερνε μια μεγαλειώδη, αλλά μελλοντική ανθοφορία, έκλεισα τα μάτια καθώς στεκόμουν μπροστά στο παράθυρο αφήνοντας τον ήλιο να με χτυπάει και αποφάσισα ότι μου άξιζε μια βόλτα.
Διάλεξα ένα δρόμο που να μου αρέσει. Δεν έχει σημασία ποιον, γιατί όλοι οι δρόμοι, άσχετα με το τι πιστεύουμε και τι προσδοκάμε, μοιάζουν σε κάθε μεγάλη πόλη αυτής της μικρής χώρας. Εξάλλου πόσες μεγάλες πόλεις να έχει μια τόσο  μικρή χώρα?
Κατεβαίνω το δρόμο λοιπόν, σε αυτήν την ανυπόκριτη λιακάδα και σταματάω στη βιτρίνα ενός art shop" που μου αρέσει. Ξεχωρίζω ένα δαχτυλίδι, και μετά άλλο ένα, και μετά συνεχίζω να κατηφορίζω γιατί δεν έχει τέλος αυτό το "ξεχωρίζω". Στρίβω αριστερά και ξέρω ότι λίγο πιο πάνω θα βρω ένα μαγαζί με ρούχα που συνήθως μου αρέσουν. Πραγματικά, είναι ακόμα εκεί. Έχει στη βιτρίνα του ένα φόρεμα που μου αρέσει. Εξαιρετικά παράξενο, σκέφτομαι. Αυτό το μαγαζί έχει πάντα στη βιτρίνα του ένα φόρεμα που μου αρέσει. Όχι μπλούζα, όχι φούστα, πάντα ένα φόρεμα. Λίγο πιο πάνω ένα άλλο μαγαζί γράφει με μεγάλα ροζ γράμματα στην πόρτα του "2+1 δώρο". Γελάω πολύ. Ξέροντας τις τιμές και τα ρούχα του το μόνο που μπορεί να πάρει κανείς από εδώ είναι το δώρο! Στρίβω δεξιά και κατηφορίζω. Όχι άλλες βιτρίνες λέω στον εαυτό μου και ταυτόχρονα σκέφτομαι ότι όταν το λες αυτό, πάντα μα πάντα, πέφτεις πάνω σε μια βιτρίνα που έχει αυτό το ένα, το πολύ ωραίο, αυτό που θέλεις οπωσδήποτε να πάρεις. Είναι νόμος, πάντα έτσι γίνεται. Έτσι, αποφασίζω να περάσω απέναντι, να πάω αριστερά και να μπω σε πιο αγαπημένους μου χώρους, τα βιβλιοπωλεία. Καμία έκπληξη. Τα κρατικά βραβεία είναι τα αναμενόμενα, τα βραβεία κοινού είναι και αυτά τα αναμενόμενα. Μπορεί εγώ να εκπλήσσομαι δύσκολα, σκέφτομαι. Και αμέσως σπεύδω να πω όχι, καθώς σκέφτομαι πόσο ευχάριστα και πολύ με εξέπληξε η διάθεση και ο χρόνος που αφιέρωσε ο Νίκος για να μου γράψει και να μου στείλει μουσικές που μου αρέσουν και άλλες που ίσως μου αρέσουν. Και καθώς σε μία πτήση που δεν είχα να πληρώσω το υπέρβαρο, ναι συμβαίνουν και αυτά, άφησα τρεις τεράστιες κασετίνες με όλα μου τα cd, σκέφτομαι ότι είναι τα μόνο cd, οι μόνες μουσικές που έχω! 
Χαμογελάω και περπατάω. Είναι Δευτέρα, ο ιβίσκος μου άνθισε, μια ανυπόκριτη λιακάδα κρύβει τα ψέματα της άνοιξης κι εγώ περπατάω. Χωρίς λόγο, χωρίς σκοπό, χωρίς προορισμό. Μόνο με τις σκέψεις μου και τη λιακάδα. 
Να έχετε μια εβδομάδα γεμάτη λιακάδα!

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Μόνο χαρά...


          Το 1866 ανήκει σε μια εποχή που όλος ο κόσμος κινείται γύρω από το Παρίσι. Είναι η εποχή της λάμψης και του εντυπωσιασμού, της έμπνευσης των ρούχων υψηλής ραπτικής, της τελειοποίησης της σαμπάνιας, των ακριβών και λαμπερών εστιατορίων όπως το περίφημο Maxim’s, της Όπερας ως κοσμικό γεγονός, των πολυτελών διακοπών σε ευρωπαϊκές λουτροπόλεις, των υπερπολυτελών ιδιωτικών βαγονιών των τρένων και της μποέμικης ζωής των καμπαρέ της Μονμάρτης. Είναι η Belle Époque (Μπελ Επόκ), η «Ωραία Εποχή». Ό,τι μεγάλο και εντυπωσιακό θα κάνει την εμφάνισή του εδώ. Το αυτοκίνητο, το τηλέφωνο, ο τηλέγραφος, ο κινηματογράφος, η Αρτ Νουβέλ, ο εξπρεσιονισμός στη θεατρική γραφή και ο ρεαλισμός και νατουραλισμός στη λογοτεχνία. 
Το Μουσείο του Λούβρου ένα οχυρό αρχικά, άλλαξε πολλές μορφές και χρήσεις, για να μετατραπεί σταδιακά σε ανάκτορό και με τη Γαλλική Επανάσταση σε Μουσείο, και πολλά ονόματα, και πέρασε πολλές περιπέτειες που συνθέτουν την ιστορία του. Κι εκείνη τη μέρα του 1866, ένα νέο έκθεμα έκανε την εμφάνισή του. Ήταν μόνο το κάτω μέρος από ένα γυναικείο άγαλμα, που είχε ήδη υποστεί εργασίες δύο χρόνων και το συνόδευε μια ιστορία, γεμάτη μυστήριο και ενδιαφέρον, σχετικά με την κατασκευή του. Το 1879 φτάνουν στο Λούβρο τμήματα της μαρμάρινης πλώρης, ακολουθούν πολλά κομμάτια, από το κατακερματισμένο αριστερό φτερό, αργότερα ένα πολύ μικρό κομμάτι από το δεξί (το δεξί φτερό προστέθηκε αντιγράφοντας το αριστερό. Τα φτερά ήταν από δύο μεγάλα μάρμαρα συνδεδεμένα στην πλάτη χωρίς εξωτερική στήριξη.)  Είναι η Νίκη της Σαμοθράκης.
Από λευκό παριανό μάρμαρο. Στέκεται στην πλώρη ενός πλοίου φτιαγμένη από το γκριζωπό μάρμαρο της ροδίτικης Λάρδου. Ποιος το αφιέρωσε στο ιερό των «Μεγάλων  Θεών» Καβείρων στη Σαμοθράκη κανείς δε γνωρίζει. Ούτε για ποιο λόγο. Και τα λίγα που γνωρίζουμε για τις θεότητες αυτές κάνουν ακόμη πιο ελκυστικό αυτό το πέπλο μυστηρίου και δευτερεύουσες τις όποιες εκδοχές για τους λόγους της δημιουργίας αυτού του αριστουργηματικού και ιδιοφυούς καλλιτεχνήματος.

         Ήμουν μικρή όταν βρέθηκα στη Σαμοθράκη. Έναν τόπο μικρό, αποκομμένο, αφιλόξενων ανθρώπων. Δεν είχα τι να κάνω, η θάλασσα ήταν παγωμένη και όλη η παραλία καλυμμένη με σκληρή πέτρα, δεν ήθελα να ανέβω στην κορυφή στο Σάος με τους άλλους, ούτε να κοιμηθώ στο βουνό.  Έτσι ο αρχαιολογικός  χώρος και το αδιάφορο μικρό μουσείο του ήταν μια κάποια επιλογή. Όταν μπήκα στη μικρή αίθουσα – μουσείο, δεν ήμουν προετοιμασμένη για αυτό που θα έβλεπα. Στεκόταν εκεί στα δεξιά μου, πανύψηλη, με τα φτερά ανοικτά. Χρειάστηκε να σηκώσω το κεφάλι μου για να την κοιτάξω. Στεκόμουν δίπλα της. Δεν ήξερα τίποτα. Δεν καταλάβαινα πολλά. Και για πρώτη φορά αισθανόμουν αυτό που έλεγαν δέος. Ήταν κάτι περίεργο. Σου μάγκωνε τη ψυχή με έναν τρόπο και με έναν άλλον σου την απελευθέρωνε. […]

           [...] Το αεροπλάνο είχε προσγειωθεί πριν από λίγη ώρα. Είχα σχεδόν πετάξει τις βαλίτσες μου όπως όπως στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και είχα φύγει τρέχοντας. Ήξερα που θα πήγαινα, ήξερα τι θα δω. Ήξερα γιατί περίμενα στον καιρό που είχε μεσολαβήσει. Πέρασα σχεδόν τρέχοντας την είσοδο και την υπόλοιπη διαδρομή και όταν την είδα από μακριά, νομίζω ότι μου κόπηκε η αναπνοή. Πλησίασα αργά και σήκωνα το βλέμμα μου όλο και πιο ψηλά για να αγκαλιάσω με αυτό τα πέντε μέτρα που είναι το συνολικό ύψος της. Δεν ήξερα πόσο θα πλησίαζα. Ήξερα όμως που πήγαινα. Ήξερα τι θα δω. Και επιτέλους ήμουν εκεί. Δεν υπήρχε δέος. Μόνο χαρά. Δε ξέρω πόσες ώρες έμεινα να την κοιτάζω. Μόνο χαρά.... 


«Η Νίκη της Σαμοθράκης, ένα από τα σημαντικότερα εκθέματα του Λούβρου, πρόκειται να αποσυρθεί, προκειμένου το γλυπτό να δεχθεί τις φροντίδες της συντήρησης από τον προσεχή Σεπτέμβριο, όπως ανακοίνωσε το παρισινό μουσείο.
Η επιτροπή των συντηρητών του Λούβρου ενέκρινε την έναρξη των εργασιών στο μαρμάρινο άγαλμα της φτερωτής θεάς της Νίκης, σύμφωνα με την ανακοίνωση. Μία διεθνής επιτροπή ειδικών θα παρίσταται και θα εποπτεύει τις εργασίες του εγχειρήματος, το οποίο υπολογίζεται πως θα διαρκέσει πάνω από έναν χρόνο. Το συνολικό κόστος της συντήρησης θεωρείται ότι θα φθάσει τα 3 εκατ. ευρώ, ποσό που θα καλυφθεί εξ ολοκλήρου από τους χορηγούς του έργου», μετέδωσε το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Ευτυχώς δεν είμαι πολύτιμη!

Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι μια Κυριακή μπορεί να είναι ωραία όταν βάζεις σε αυτήν όλα εκείνα τα πράγματα που θέλεις να κάνεις. Είναι ένα είδος Κυριακής και αυτό. Το πίστευα κι εγώ κάποτε. Δεν είναι πάντα αλήθεια. Καμιά φορά τις "ωραίες Κυριακές" τις φτιάχνεις βάζοντας σε αυτές όλα εκείνα τα πράγματα που δε θέλεις να κάνεις.  Όχι από κάποια προσωπική ιδιομορφία, αλλά επειδή ακριβώς δεν μπορείς να τις φτιάξεις αλλιώς. Όπως και να έχει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τις "ωραίες Κυριακές" τις φτιάχνουμε πάντα εμείς για τον εαυτό μας. Και αν μπορούμε, τις προσφέρουμε και στους άλλους.
Τριγυρνάω στο σπίτι φορώντας τις φόρμες μου και κρατώντας ένα φλιτζάνι καφέ, που φροντίζω να γεμίζω συνεχώς ξανά και ξανά. Χρησιμοποιώ τόσο το φλιτζάνι του Λευτέρη από την Πράγμα, που κάποια στιγμή σκέφτομαι δεν μπορεί, δικαιωματικά θα μου ανήκει στο τέλος. Περπατάω αργά, ήρεμα, χαλαρά και πιάνω τον εαυτό μου να το κάνει ύστερα από πολύ καιρό, έστω και μέσα στο σπίτι. Ακούω αγαπημένα μου μουσικά κομάτια από κλασική έως Iman και αφήνομαι όπως πάντα στη μαγευτική γοητεία του "αταίριαστου". Αποφάσισα χθες ότι αυτή η Κυριακή δε θα είναι σαν τις προηγούμενες. Θα είναι για μένα, είπα, μια Κυριακή χωρίς εντάσεις, χωρίς πιέσεις, χωρίς αιτήματα. Ούτε σε μένα ούτε στους άλλους. Αποφάσισα ότι αυτήν την Κυριακή δε θα αφήσω τίποτα να μου δημιουργήσει την παραμικρή ένταση. Όλα μπορούν να περιμένουν μια Κυριακή. Η Γη θα συνεχίσει να γυρίζει, ο ήλιος να ανατέλλει από το ίδιο σημείο, πράγμα τόσο βαρετό που αν το καλοσκεφτείς μπορεί να σε βυθίσει σε απελπισία και οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κάνουν τα ίδια λίγο - πολύ πράγματα τουλάχιστον μέχρι αύριο. Ελπίζω ότι κανείς δε θα ξεκινήσει μια όποια επανάσταση Κυριακάτικα, από τη μία είναι αντι-επικοινωνιακό και από την άλλη Παρασκευή είναι η καλή μέρα για αυτά, και η Σωτηρία μπορεί να περιμένει ακόμα μια μέρα. Η Δευτέρα Παρουσία δε θα συμβεί σήμερα, βέβαιον, και το τέλος του κόσμου αναβλήθηκε επ΄ αόριστο μετά το κατά πολλούς "φιάσκο των Μάγια". Αυτό το τελευταίο δεν είναι και τόσο ευχάριστο βέβαια, γιατί πλέον πολύς κόσμος δεν έχει να περιμένει τίποτα και όλα θα παραμείνουν σε αυτήν την απογοητευτική και εύτακτη ευτοπία επίσης επ΄αόριστο. Όλα μπορούν λοιπόν να περιμένουν και τίποτα δεν περιμένει εμένα ειδικά. Ευτυχώς δεν είμαι πολύτιμη! 
Τελειώνω το βιβλίο που διάβαζα και μέχρι να ξεκινήσω το επόμενο, που δεν έχω ακόμη αποφασίσει ποιο θα είναι, αποφασίζω να κάνω εκείνα τα ανομολόγητα, ενοχικά και "κατώτερης έκφρασης" μικροπράγματα, που όταν μας ρωτάνε αν τα κάνουμε όλοι τα αρνιόμαστε. Να καθίσω στο Facebook με τις ώρες, να δω σελίδες φίλων μου, να κάνω like σε ότι μ΄αρέσει, "σχετικό", "άσχετο", αστείο, σοβαρό. Να απαντήσω στα σχόλιά τους, να μιλήσω στο chat μαζί τους και να ποστάρω ότι μου κατέβει! 
Αποφασίζω να μου ετοιμάσω και μια σαλάτα από αυτές που μου αρέσουν, γιατί μεσημέριασε. Ο εαυτός μου, μου υπενθυμίζει να βάλω και σπανάκι, όχι γιατί "πρέπει", αλλά γιατί μου αρέσει πάρα πολύ και μάλιστα έτσι ωμό. Έτσι ανοίγω το ψυγείο και βγάζω ένα υπέροχο, ολόφρεσκο, καταπράσινο σπανάκι που πήρα χτες από τη λαϊκή. Το βγάζω κομένο, πλυμένο, καθαρό, μέσα από μια σακούλα για τρόφιμα, έτσι όπως το έχω "αποθηκεύσει" χθες. Κάτι δεν πάει καλά με μένα σκέφτομαι, αλλά δε ξέρω τι. Αυτό το πλυμένο καθαρό σπανάκι, βαλμένο μέσα στη σακούλα τροφίμων στο ψυγείο, δεν είμαι εγώ. Κάτι δεν  πάει καλά με μένα και όσο και να ρωτάω τον εαυτό μου την ώρα που το κόβω  γεμίζοντας μια τεράστια πιατέλα, δεν μου απαντάει. Καλά, μπορεί και να είμαι εγώ και να μην το ξέρω. Πόσες βεβαιότητες να χωρέσεις σε μια τόσο αβέβαιη ζωή? Η ζωή δεν είναι fun της βεβαιότητας εξάλλου. Δεν το έχει στη φύση της. Ναι, φοβερή παρεξήγηση ότι εμείς ζούμε για να κερδίσουμε τις βεβαιότητές μας. Μεγάλη παρεξήγηση.
Η μέρα κυλάει ήρεμα. Όχι ωραία. Δεν μπορώ το δράμα και την εξιδανίκευση, μη λέμε και ψέματα. Όμως ήρεμα. Άλλες φορές δεν ήξερα τι να την κάνω αυτήν την ηρεμία. Τώρα όχι. Την αφήνω να υπάρχει. Καμιά φορά τη φτιάχνω κιόλας, όπως σήμερα. Κι εγώ που θέλω πάντα να φύγει αυτή η μέρα, η κάθε μέρα, και να έρθει η επόμενη, γιατί πιστεύω αβάσιμα, αλλά ανυποχώρητα, ότι θα φέρει κάτι πολύ καλύτερο από την όποια σημερινή, θέλω αυτή η μέρα να κρατήσει κι άλλο. Δε θα κρατήσει.  Κοιτάζω έξω από το παράθυρο και ξεφυσάω με ανακούφιση. Ευτυχώς δεν είμαι πολύτιμη για κανέναν, σκέφτομαι. Ευτυχώς.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Νοστάλγησα τα έντιμα παιχνίδια


Όταν αποφάσισα να (ξανα)διάσω το «Ο Άτλας που επαναστάτησε» το έκανα κυρίως γιατί ήθελα να διαβάσω κάτι «άλλο». Κάτι της «παλιάς σχολής» γραφής, αλλά και κάτι που να αναφέρεται σε μια άλλη εποχή. Διάλεξα περισσότερο την εποχή, ένα παρελθόν που να μου αρέσει και όχι το magnum opus μιας συγγραφέας, όχι το επικό μυθιστόρημα της Άυν Ραντ, ορόσημο στο χώρο του πνεύματος κι ένα από τα πιο εμπορικά μυθιστορήματα παγκοσμίως εδώ και δεκαετίες. Διάλεξα την Αμερική του ΄57 και μια αφήγηση γύρω από το τι είναι αυτό που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Διάλεξα μια συγγραφέα περίπου αιρετική για την εποχή της, που προσδιόριζε ως «άθεη» τον εαυτό της, μια «περίεργη» ρωσοεβραία εύπορης οικογένειας, γεννημένη στην Πετρούπολη, που έφυγε μαζί με τους δικούς της για την Αμερική, όταν στην Οκτωβριανή Επανάσταση οι μπολσεβίκοι δήμευσαν την περιουσία του πατέρα της και ανέπτυξε μια επίσης «περίεργη» κοσμοθεωρία, που έγινε και ο ακρογωνιαίος λίθος του έργου της. Διάλεξα και την τρίτομη έντυπη έκδοση και όχι την ηλεκτρονική.

Ο κόσμος του Άτλαντα είναι ένας κόσμος σκληρός, ανταγωνιστικός, ένα ολόκληρο ηθικό σύστημα. Οι ήρωές του είναι επιχειρηματίες, πολιτικοί, καλλιτέχνες, άνθρωποι σκληροί, με εσωτερικές τρικυμίες αλλά ανέκφραστα πρόσωπα. Λατρεύουν το χρήμα, αγωνίζονται για την εδραίωση του καπιταλισμού, απεχθάνονται τον κρατισμό και θεωρούν την επιβολή ισχύς λίγο πολύ ανήθικη όπως και η συγγραφέας. Ζουν μέσα στην εποχή τους και ακόμη παραπέρα, δημιουργούν την εποχή τους. Ορθολογιστές, ψυχροί, ρεαλιστές, θα τα παίξουν όλα για όλα, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, αρκεί να κερδηθεί το παιχνίδι. Δε διαφθείρονται, δε συνθηκολογούν, δεν ξεπουλιούνται. Με έντονα πάθη και ανυποχώρητοι στα όνειρά τους. Το παιχνίδι είναι κι αυτό μοιραία πολύ σκληρό. Εξάλλου είναι ένα παιχνίδι που η έκβασή του και η πλευρά που θα καρπωθεί τη νίκη, θα αλλάξουν τον κόσμο. Αλλά είναι ένα παιχνίδι έντιμο. Οι όροι είναι σαφείς, οι ρόλοι είναι μοιρασμένοι. Τα στρατόπεδα δεν αλλάζουν, δεν έχουν γκρίζες ζώνες. Οι θέσεις δε συγχέονται, οι συμπεριφορές είναι συμπαγείς από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι ήρωες μιλούν ξεκάθαρα, χωρίς μισόλογα, χωρίς υπονοούμενα κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια. Μόνο οι αντιήρωες είναι μίζεροι, δειλοί και χτυπούν καμιά φορά κάτω από τη ζώνη. Και ο Τζον Κολτ, ο κεντρικός ήρωας, και ηγέτης του κινήματος στην πλοκή, είναι ένας άνδρας, παλαιάς κοπής όπως θα λέγαμε σήμερα, που είπε ότι θα αλλάξει τον κόσμο και το έκανε. Και καθώς διάβαζα σελίδα τη σελίδα και δεν έπαψα να αναρωτιέμαι γιατί συνεχίζω η απάντηση αναδύθηκε κάποια στιγμή ολοκάθαρη μπροστά μου: είχα νοσταλγήσει τα έντιμα παιχνίδια.


Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Ζούμε αυτό που επιθυμούμε να ακούσουμε, ή ακούμε μόνο ότι ζούμε?

Ο τρόπος που μιλάμε δεν είναι απλά ένα γλωσσικό γεγονός του υποκειμένου που υποβάλλεται συνεχώς σε εξωγενείς αξιολογήσεις. Είναι οι συντεταγμένες ενός ολόκληρου επιπέδου που εμπεριέχει οπωσδήποτε το υποκείμενο, αλλά και μια πληθώρα "στιγμάτων" που χάνονται και εμφανίζονται, άλλοτε με ασύλληπτη ταχύτητα και άλλοτε με εντυπωσιακή βραδύτητα. Ο τρόπος που μας προσδι-ορίζει το πως μιλάμε, ποια γλώσσα και λέξεις χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε τις σκέψεις και τα νοήματά της, και ποιες επιλέγουμε για να χαρτογραφήσουμε τον άδηλο ψυχικό μας κόσμο στην προσπάθειά μας να προσανατολίσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους σε σχέση με αυτόν, είναι αναμφίβολα ένα θέμα ασύλληπτης γοητείας. Είμαστε τελικά αυτό που "περιγράφουμε για τον εαυτό μας ότι είναι", ή αυτό που διαμορφώνουμε ως "εαυτός" μιλώντας, δημιουργώντας εξ ολοκλήρου από υλικά και λέξεις της όποιας αποκτηθείσας γνώσης μας? Ότι είμαστε ενυπάρχει και αναδεικνύεται ως προσωπική μας ποιότητα ακόμα κι αν δεν ειπωθεί, ή φαντάζει σαν τρομακτική μαύρη τρύπα στις σχέσεις μας με τους άλλους, έτοιμη να απορροφήσει τα πάντα?

Έχοντας ζήσει για πολύ καιρό στη σιωπή, έχοντας ταλαιπωρηθεί πολύ μέσα σε αυτήν την έρημο της απουσίας του λόγου που σύντομα έγινε και έρημος και ερημιά συναισθημάτων και στέρησε ότι καλό υπήρχε, δε σταμάτησα ποτέ να αναρωτιέμαι στη συνέχεια για την αξία των λέξεων. Είναι αυτές που πλουτίζουν το συναίσθημά μας, που το τροφοδοτούν με δροσερό νερό και φρέσκο αέρα κι έτσι το βοηθάνε να ζει και να μεγαλώνει? Είναι η αγκαλιά των λέξεων και των νοημάτων ενός ανθρώπου εκεί όπου πραγματικά επιθυμούμε να χαθούμε? Ξεκλειδώνουν στα αλήθεια οι λέξεις με ένα μαγικό δικό τους τρόπο ότι κλειστό και φοβικό υπάρχει μέσα μας? Ζούμε αυτό που επιθυμούμε να ακούσουμε, ή ακούμε μόνο ότι ζούμε? 

Κι ύστερα, όταν ο λόγος γίνεται βασανιστικός, εξοντωτικός, αβάσταχτος, τι μας συμβαίνει τότε? Τι κάνουμε? Είναι η ύπαρξη του λόγου το μόνο ζητούμενο? Είναι αρκετός? Είναι ικανός? Και στεκόμαστε απέναντι του μέχρι να μας ρίξει αποκαμωμένους κάτω, ή ξαναγυρίζουμε σε μια σιωπή που τώρα μας μοιάζει λυτρωτική? Τελικά, ζούμε αυτό που επιθυμούμε να ακούσουμε, ή ακούμε μόνο ότι ζούμε? 

Εκείνη την "Εποχή της ερήμου" έτσι την ονόμασα, την πέρασα. Όχι εύκολα, αλλά κάποια στιγμή παύεις να κοιτάς την έρημο που σε περιβάλλει και μπαίνεις σε μια άλλη πορεία, όπου κρατάς το βλέμμα σου προσηλωμένο μπροστά και περπατάς μέχρι να φανεί η επόμενη όαση. Και πιστεύεις ότι η όαση είναι κοντά. Και τελικά τη βρίσκεις και δεν κάθεσαι να σκεφτείς τότε αν ήταν όντως κοντά ή μακριά, γιατί ούτε το ερώτημα, ούτε η απάντηση έχουν πια καμιά σημασία. 


Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Η ανυπολόγιστη αξία της χαράς και το διφορούμενο του έρωτα

Όταν ήμουν μικρή, πίστευα πως το πιο σπουδαίο πράγμα σε αυτόν τον κόσμο ήταν, ή έπρεπε να είναι, ο έρωτας. Ο έρωτας ως κινητήρια δύναμη της ζωής, του κόσμου, των πάντων. Εξιδανικευμένος, μοναδικός, απόλυτος, χωρίς ντροπές για το ρομαντικό του χαρακτήρα, χωρίς ενοχές για τις απαιτήσεις του. Όρθιος και δυνατός απέναντι σε όποιον σαρκασμό για το ανέφικτο του χαρακτήρα του και το ουτοπικό του αιτήματος.

Μεγαλώνοντας, πρόσθεσα κοντά σε αυτόν, τη γνώση. Να μαθαίνεις, να εξελίσσεσαι, να προχωράς. Μια ευλογία κατάδικιά σου, χωρίς τη μεσολάβηση κανενός Θεού. Μεθυστικό ταξίδι που σε συνεπαίρνει. Κι όσους Θεούς συνάντησα, τους γκρέμισα ή τους αποκήρυξα. Κάποιους τους αγάπησα. Αλλά για λίγο και μετά συνέχισα. Χωρίς επιθυμία να αλλάξω κανέναν. Με ανάγκη να αλλάξω εμένα. Κανένας Θεός δεν ήταν απαραίτητος για αυτό.

Ύστερα ήρθε ο κόσμος. Ήταν εκεί και με περίμενε. Νόμιζα ότι ήταν μεγάλος, ανεξάντλητος. Δεν ήταν. Δεν είναι. Μικρός, συγκεκριμένος, πεπερασμένος. Έμαθα να τον γυρίζω με ευκολία. Να ζω σε αυτόν και να ζει και αυτός μαζί μου, μέσα μου. Το αρχικό δέος τέλειωσε γρήγορα. Χωρίς Θεούς, χωρίς δέος, μεγάλωνα...

Όσο μεγαλώνεις είναι όλο και πιο δύσκολο να εξιδανικεύεις. Όλο και πιο απαιτητικό να απαιτείς το απόλυτο. Ξαναπερνάς από τους ίδιους δρόμους ελπίζοντας ότι έχει αλλάξει η ματιά σου και θα τους δεις αλλιώς. Δεν είναι αλήθεια ότι έχει πολλούς δρόμους η ζωή. Δεν είναι. Δεν έχει. Οι δρόμοι της ευτυχίας, του έρωτα, της ελευθερίας, της αγάπης, της πίστης. Ίσως και ένα δύο ακόμα. Για μένα, ούτε τόσοι. Λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα. Τους ακολουθείς, τους αναζητάς, ή τους αρνείσαι. Φεύγεις για πάντα, ή ξαναργυρνάς στην αναζήτησή τους σαν μικρός άσωτος που πήρε το μάθημά του. Είναι ψέματα ότι κάποιος θα σφάξει τον μόσχο τον σιτευτό για σένα. Κανείς δε θα το κάνει. Δε χρειάζεται. Απλά πράγματα. Η ζωή δεν είναι σύνθετη. Η "προσωπικές μας διαδρομές" είναι. Αναρωτιέμαι ξανά τι είναι το πιο σπουδαίο πράγμα σε αυτόν τον κόσμο. Η χαρά, θα πω.

Μεγαλώνω...