Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Μα δε βλέπεις? Δε βλέπεις?...


Τι θα ήθελε η ζωή να μας πει άραγε, αν μπορούσαμε να σταματήσουμε για ένα λεπτό και αυτή καταδεχόταν να ψιθυρίσει στο αυτί μας? 

Να σταματήσουμε με έναν από εκείνους τους σκληρούς, βίαιους τρόπους που μας κάνει η ίδια να σταματάμε, μας κόβει τη φόρα και με τρεμάμενη φωνή μας κάνει να ψιθυρίζουμε ανάμεσα σε λυγμούς και δάκρυα, μάρτυρες απώλειας και πόνου. 

Ή με εκείνους τους άλλους τρόπους, της χαράς, της μουδιασμένης έκπληξης, του χαμογελαστού αναπάντεχου, που τόσο συχνά μας συμβαίνουν και τόσο λίγο τα αντιλαμβανόμαστε. 

Σε αυτή τη ζωή, που τόσο σύντομα και άσκεφτα ζούμε, που φτιάχνουμε σχέδια σα μικροί αθάνατοι και αναλωνόμαστε μέσα σε αυτά, που νομίζουμε ότι όλα θα μας χαριστούν γιατί προσπαθήσαμε σκληρά για τα πολύτιμα κεκτημένα μας, υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε? 

Παραμερίζοντας αυτά που βαθιά επιθυμούμε, δένοντας τη ζωή μας με άλλα και κάνοντας τη διατήρηση αυτών που έχουμε ζωή, υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε? 

Σε αυτή τη ζωή της κατοχής, της κτήσης, της ιδιοκτησίας. Συμπαγής, στέρεη, ασφαλής, λογική. Αλλά με λίγο αέρα, λίγα όνειρα, μικρές, λίγες επιθυμίες. Χωρίς φωνές, χωρίς εξάρσεις, χωρίς παλιρροϊκά κύματα, χωρίς τρικυμίες. Με μεγάλες βαριές διαδρομές, αλλά χωρίς ταξίδια. Με ατέλειωτα πήγαινε – έλα, αλλά χωρίς περιπλανήσεις. Με μεγάλες, άνετες, οικειότητες, αλλά χωρίς μυστήριο, χωρίς έρωτα, χωρίς πάθος. Υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε?  

Συνάντησα κάποιον  μόλις πριν λίγες μέρες.  Δε ξέρω πολλά πια για αυτόν τον άνθρωπο. Ξέρω μόνο εκείνα τα λίγα που πρόλαβα να διαβάσω στο πρόσωπό του, που έλαμπε από χαρά για τη μικρή έκπληξη, για το συναπάντημα με το αναπάντεχο σε εκείνη την ολιγόλεπτη συνάντηση. Εκείνη τη δυσδιάκριτη διάκριση ανάμεσα στο τι έχει σημασία και τι όχι. Ανάμεσα στην αξία του λίγου χρόνου της μιας συνάντησης και του πολύ χρόνου της μιας ζωής. Κοίταξα το πρόσωπό του και είδα έναν χαρούμενο άνθρωπο. Με μια λεπτή ευγνομωνούσα συστολή για τη χαρά αυτή. Κανένας μικρός αθάνατος δεν κρυβόταν μέσα στο βλέμμα του. Όλα ήταν εκεί, ανοιχτά, φανερά, καθαρά. Με μια ζεστασιά να τη ζηλεύεις. Ζούσε τη ζωή που του έδινε χαρά, με τους ανθρώπους και τα πράγματα που αγαπούσε μέσα σε αυτήν. 
Σπουδαίο, σκέφτηκα, πως τα κατάφερε? 


Κάποιος μου επανέλαβε μόλις χτες ότι το πάθος καθοδηγεί τη ζωή του. Ότι ο πόθος του είναι τελικά πάνω από όλα. Έψαξα στο πρόσωπό του με περιέργεια να δω έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, δεν ήταν εκεί. Έψαξα στο βλέμμα του να βρω έναν σοφό άνθρωπο. Ούτε αυτός υπήρχε. Έψαξα δίπλα του να δω το αντικείμενο του πόθου του. Δεν το είδα κοντά του. 
Κι αν η ζωή που τελικά αποφάσισε να ζήσει καταδεχόταν να του ψιθυρίσει για λίγο στο αυτί και αν και αυτός καταδεχόταν να σταματήσει για ένα λεπτό και να την ακούσει, «μα δε βλέπεις?», θα του έλεγε, «δε βλέπεις?...»