Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Γιώργος Πολυράκης


Η κουβέντα με τον συγγραφέα Γιώργο Πολυράκη είχε για μένα ενδιαφέρον και αυτό δε μου συμβαίνει συχνά. Κυρίως γιατί δεν μπόρεσα να διακρίνω αν ο ίδιος γνωρίζει πόσο μυθιστορηματική είναι η προσωπική του ιστορία. Η ιστορία ενός μικρού αγοριού από ένα απομακρυσμένο χωριό της Κρήτης που έμαθε τα πρώτα του γράμματα από τη μητέρα του, ενός νεαρού φοιτητή Ιατρικής αργότερα στη Θεσσαλονίκη, ενός στρατιωτικού ιατρού στη συνέχεια που γυρίζει την Ελλάδα και ενός άνδρα που το 1987 ξεκινάει να γράφει, για να συμπληρώσει σήμερα με τα δεκαπέντα βιβλία του, εικοσιπέντε χρόνια συγγραφικής παρουσίας. Τον ρωτάω πολλά, κυρίως για τα βιβλία του, τις ηρωίδες του και τους ήρωές του, αλλά λέμε κι άλλα ανάμεσα σε αυτές τις ερωτοαπαντήσεις, καθώς μιλάμε έτσι όρθιοι σε μια γωνιά του βιβλιοπωλείου. Δε μπορώ φυσικά λόγω χώρου να σας μεταφέρω όλη τη συζήτηση. Θα ήθελα ωστόσο να σας μεταφέρω κάποια  σημεία της, χωρίς την απόλυτη σειρά της.
Ερ. : Γιατί επιλέγετε τη Θεσσαλονίκη για τόπο των μυθιστορημάτων σας;
Απ. : Ξέρετε, στη Θεσσαλονίκη ήρθα φοιτητής να σπουδάσω στην Στρατιωτική Ιατρική και δε θα το πιστέψετε, αλλά με κάποιον τρόπο αυτή η πόλη μου θύμησε τον τόπο μου τα Σφακιά. Ένιωσα καλά εδώ και έμεινα εδώ. Έχω το σπίτι μου εδώ, το ιατρείο μου εδώ.  Έτσι έβαλα και τους ήρωές μου εδώ. Μου αρέσει να περπατώ στους δρόμους της και να λέω εδώ περπάτησε ο τάδε ήρωάς μου, εδώ πέρασε ο άλλος, εδώ μένει εκείνη από εκείνο το βιβλίο.
Ερ.: Στρατιωτικός Ιατρός λοιπόν. Παιδικό όνειρο;
Απ.: Γιατρός ναι, στρατιωτικός όχι, αλλά ήμουν από πολύ φτωχή οικογένεια και η στρατιωτική σχολή ήταν ο μόνος τρόπος να σπουδάσω. Αργότερα, όταν συμπλήρωσα 25ετία παραιτήθηκα.
Ερ.: Ειδικότητα;
Απ.: Γενικός χειρουργός στην αρχή και μετά μετεκπαίδευση στην Αμερική ως αγγειολόγος.
Ερ.: Ποια είναι η σχέση σας με τους ήρωές σας; Είναι πάντα σύμφωνοι με τις δικές σας αρχές;
Απ.:  Όχι, όχι πάντα. Παρόλο που οι ήρωες περιέχουν ένα αυτοβιογραφικό κομάτι του συγγραφέα, όχι, οι ήρωές μου δε συμπεριφέρονται πάντα σύμφωνα με τις δικές μου αρχές και απόψεις. Αποκτούν δική τους οντότητα. Ξέρετε, δεν έχω καταφέρει ποτέ να φτιάξω έναν ήρωα με το όνομα Γιώργος. Ακόμη και όταν το προσπάθησα δε μου έβγαινε και στο τέλος το άλλαξα σε Άγγελος. Όχι, δεν είναι «δικοί» μου με αυτόν τον τρόπο.
Ερ.: Πότε αισθάνεσθαι ότι δεν είναι πια δικοί σας, ότι αυτονομούνται και πότε ότι τους αποχωρίζεσθε;
Απ.: Από την πρώτη στιγμή κιόλας αρχίζουν σιγά σιγά και αυτονομούνται και μέχρι την ολοκλήρωση της πλοκής έχει πια πάρει ο καθένας το δικό του δρόμο. Παρόλα αυτά αισθάνομαι ότι τους αποχωρίζομαι όταν το βιβλίο τελειώνει. Εκεί νιώθω ένα περίεγο αίσθημα. Από τη μία, μιας ολοκλήρωσης που δε μοιάζει με καμία άλλη και από την άλλη, αυτό το κενό, καθώς οι χαρακτήρες αυτοί που έζησα μαζί τους τόσο κοντά, για τόσον καιρό, ένα δύο χρόνια ίσως, τώρα φεύγουν.
Ερ.: Αν δεν τους φτιάχνατε εσείς αυτούς τους ήρωες, θα θέλατε να τους γνωρίζατε, αν τους συναντούσατε σε ένα καφέ θα πιάνατε κουβέντα μαζί τους;
Απ.: Μα και βέβαια! Τους βρίσκω ενδιαφέροντες. Ναι, θα μιλούσα μαζί τους, θα ήθελα να μάθω κι άλλα. Με κάποιους από αυτούς θα γινόμασταν και φίλοι. Εξάλλου με εμπνέουν οι καθημερινοί άνθρωποι που συναντάω. Αυτοί θέλω να είναι και οι ήρωές μου. Ο άνθρωπος που μένει δίπλα σου, που περπατάει δίπλα σου.
Ερ.: Και οι ηρωίδες σας; Τι γυναίκες είναι; Πως εμπνέεσθαι για αυτές; Τις προσέχετε; Θέλετε να είναι όμορφες, ιδιαίτερες, ερωτεύσιμες;
Απ.: Ξέρετε, με έχουν ρωτήσει πως μπορώ να μπαίνω στην ψυχολογία των γυναικών και να αποδίδω ένα γυναικείο χαρακτήρα τόσο καλά (γελάει). Με ενδιαφέρουν οι ηρωίδες μου. Με έχουν «κατηγορήσει» λίγο για αυτές. Ναι, θέλω να είναι ιδιαίτερες. Δεν έχει τόση σημασία η εξωτερική ομορφιά, που αναμφίβολα και αυτή μετράει και σημαίνει κάτι, όσο όμως να είναι ιδιαίτερες ως χαρακτήρες, ως προσωπικότητες. Να μπορούν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν πολύ.
Ερ.: Να υποθέσω ότι σας εμπνέουν οι γυναίκες που συναντάτε;
Απ.: Μα ναι, φυσικά!
Ερ.: Συμφωνείτε με τον Λόρκα ότι η άλλη όψη του έρωτα είναι ο θάνατος;
Απ.: Ο θάνατος; Όχι, όχι, ποτέ! Κοιτάξτε, εγώ εξοικειώθηκα από πολύ νωρίς με την ιδέα του θανάτου. Και νομίζω ότι τους ανθρώπους τους φοβίζει πολύ η ιδέα του θανάτου και όχι ο θάνατος ως γεγονός. Αλλά αυτό που έχει πραγματικά σημασία στη ζωή είναι ο έρωτας! Δεν μπορώ να φανταστώ ανθρώπους που δεν έχουν ερωτευθεί. Τους θεωρώ πολύ άτυχους. Που πέρασαν από τη ζωή και δεν το ένιωσαν, δεν το έζησαν αυτό.
Ερ.: Ναι, αλλά κέρδισαν τη μακαριότητα της άγνοιας. Γλύτωσαν και από μια ταλαιπωρία όσο να ΄ναι (γελάω).
Απ.: Ναι, αλλά έχασαν το σπουδαιότερο στη ζωή. Δε ξέρουν τι σημαίνει έρωτας. Δεν έμαθαν. Όχι δεν μπορώ να φανταστώ κάτι τέτοιο. Δε ξέρω τι να πω για αυτούς τους ανθρώπους.
Ερ.: Γιατί είπατε ότι δε θα ξαναγράψετε αστυνομικό μυθιστόρημα;*
Απ.: Το δοκίμασα, το έκανα, δε με συνεπήρε ιδιαίτερα. Τώρα περιμένω με μεγάλο ένδιαφέρον αυτό που ολοκλήρωσα για την Ισπανία του 1392, με τον Μέγα Ιεροεξεταστή…
Ερ.: Είναι ιστορικό μυθιστόρημα;
Απ.: Κοιτάξτε, όλοι οι ήρωες είναι φανταστικοί, αλλά μου πήρε δύο χρόνια έρευνα. Οι ερωτήσεις π.χ. της Ιεράς Εξέτασης είναι πραγματικές, όπως βρέθηκαν σε ιστορικές πηγές καταγεγραμένες. Για αυτό έχω και πολλές παραπομπές.
Μιλάμε αρκετά για την εποχή εκείνη, βοηθάνε και οι σπουδές μου, για το κυνήγι μαγισσών ως φράση και ως πραγματικότητα, για το πόσο κοντά είναι οι 5 αιώνες που πέρασαν, για τις πλούσιες χήρες και τις πλούσιες ανύπαντρες γυναίκες που κάηκαν στην πυρα ως μάγισσες για να δημευτεί η περιουσία τους. Για το σύγχρονο κυνήγι μαγισσών. Για τα σύγχρονα στρατόπεδα μαγισσών στην Αφρική, για μια κατηγορία που τελικά ποτέ δεν αποσύρθηκε και γυναίκες που ποτέ δεν αθωώθηκαν. Θα μπορούσαμε να μιλάμε πολλή ώρα ακόμα, είναι εξάλλου από τα "δυνατά", αγαπημένα μου θέματα και όχι μόνο λόγω σπουδών, αλλά όλα τα ωραία εχουν ένα τέλος. Ευχαριστώ κύριε Πολυράκη, πέρασα ωραία.
*Πρόκειται για το «Έγκλημα στην Παλαιών Πατρών Γερμανού».

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Κέικ, Copa Cabana και μούρη βατόμουρο

Τα σαββατοκύριακα με τις κολλητές σου είναι πάντα απρόοπτα. Είναι πάντα αγαπησιάρικα, αν και ποτέ δε ξέρεις αν θα είναι αγαπησιάρικα κοριστίστικα, ή μυστηριωδώς γυναικεία. Συνήθως μαζεύεσαι με τις φίλες σου όταν όλα σου πάνε χάλια. Όταν σε ρωτάνε τι κάνεις και απαντάς "έχω υπάρξει και καλύτερα, αλλά χειρότερα ποτέ"! Τότε που χρειάζεσαι μια αγκαλιά άνευ όρων και προϋποθέσεων. Χωρίς να χρειαστεί να την κερδίσεις, απλά να τη ζητήσεις. Κι ας είσαι παιδί κακό, τρελό, θεοπάλαβο, άγριο, αδιόρθωτο, αμετανόητο και ότι άλλο. Δεν πειράζει. Οι φίλες σου δε σε κρίνουν. Η σχέση δεν είναι έπαθλο μιας μακράς προσπάθειας, ενός βασανιστικού αγώνα. Ξέρουν τι είσαι, πως είσαι, και όλα καλά. Τι να κάνουμε, έτσι είσαι και όλα καλά. Είναι ωραίο να σε αγαπάνε όπως είσαι. Κι ακόμα πιο πέρα, να σε αγαπάνε επειδή είσαι έτσι. Μια αγκαλιά, φόρμες, πυτζάμες, μάλλινοι σκούφοι και γουνάκια στο λαιμό, πολύ γέλιο, αγάπη χρόνων και στο ραδιόφωνο να παίζει το Copa Campana, τη Λόλα και τον Τόνυ κι εμείς να λικνιζόμαστε σε αυτόν τον λάτιν-ντίσκο σκοπό, καθώς φτιάχνουμε στην κουζίνα ένα κέικ με σοκολάτα και πορτοκάλι. Απλά, κοριτσίστικα πράγματα μιας κρύας, μέσα και έξω από την καρδιά μας, Κυριακής.




Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Τα γλυκά πράγματα στη ζωή!

ΠΟΡΤΟΚΑΛΟΠΙΤΑ!!!

Υλικά:
1 πακέτο (450 γραµ.) φύλλο κρούστας    
1 κ.σ. βούτυρο λιωµένο
1 κ.γλ. κανέλα
2 κ.σ. ζάχαρη
5 αυγά
1 φλ. τσαγιού ζάχαρη
1½ φλ. τσαγιού σπορέλαιο
1½ κεσεδάκι γιαούρτι
2 πορτοκάλια (ξύσμα)
2 κ.γλ. µπέικιν πάουντερ
1 βανίλια
2 κ.σ. κονιάκ
1 πρέζα αλάτι
1/2 φλ. τσαγιού σταφίδα µαύρη
Για το σιρόπι: 1½ φλ. τσαγιού ζάχαρη, 1½ φλ. τσαγιού νερό, 2 ζουµερά πορτοκάλια (χυμός),1 πορτοκάλι (ξύσμα).

Εκτέλεση: Ανακατεύουµε σε µπολ την κανέλα και τις 2 κ.σ. ζάχαρη. Αλείφουμε µε βούτυρο ένα μακρόστενο πυράντοχο σκεύος. Βουτυρώνουμε ένα ένα τα 6 φύλλα, τα πασπαλίζουμε µε κανελοζάχαρη, τα σουρώνουμε πλισέ και τα στρώνουμε πλάι πλάι στο σκεύος. Τα ψήνουμε για 10΄ στους 180°C, να ροδίσουν. Σε μπολ χτυπάμε τα αυγά µε τη ζάχαρη µε σύρµα ή µε µίξερ χειρός, να αφρατέψουν. Προσθέτουμε το ξύσμα, το αλάτι, τη βανίλια, το µπέικιν πάουντερ, το γιαούρτι και ανακατεύουμε καλά µε το σύρμα.  Λίγο λίγο προσθέτουμε το λάδι ανακατεύοντας. Τέλος προσθέτουµε το κονιάκ και τις σταφίδες. Κοµµατιάζουµε σε μικρά κοµµάτια µε τα χέρια τα υπόλοιπα φύλλα. Τα ρίχνουμε στο μείγμα και τα ανακατεύουμε, να βραχούν καλά. Περιχύνουµε τα ψημένα φύλλα στο πυράντοχο σκεύος µε το µείγµα και ψήνουμε την πορτοκαλόπιτα στους 180°C, στον αέρα, για 30΄, να σταθεροποιηθεί το γλυκό. Στη συνέχεια το αφήνουμε να κρυώσει. Ετοιµάζουµε το σιρόπι. Βάζουμε σε κατσαρόλα όλα τα υλικά και βράζουμε σε μέτρια φωτιά 7΄-8΄ από την ώρα που θα πάρει βράση. Περιχύνουμε το κρύο γλυκό µε το ζεστό σιρόπι.


Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Μα δε βλέπεις? Δε βλέπεις?...


Τι θα ήθελε η ζωή να μας πει άραγε, αν μπορούσαμε να σταματήσουμε για ένα λεπτό και αυτή καταδεχόταν να ψιθυρίσει στο αυτί μας? 

Να σταματήσουμε με έναν από εκείνους τους σκληρούς, βίαιους τρόπους που μας κάνει η ίδια να σταματάμε, μας κόβει τη φόρα και με τρεμάμενη φωνή μας κάνει να ψιθυρίζουμε ανάμεσα σε λυγμούς και δάκρυα, μάρτυρες απώλειας και πόνου. 

Ή με εκείνους τους άλλους τρόπους, της χαράς, της μουδιασμένης έκπληξης, του χαμογελαστού αναπάντεχου, που τόσο συχνά μας συμβαίνουν και τόσο λίγο τα αντιλαμβανόμαστε. 

Σε αυτή τη ζωή, που τόσο σύντομα και άσκεφτα ζούμε, που φτιάχνουμε σχέδια σα μικροί αθάνατοι και αναλωνόμαστε μέσα σε αυτά, που νομίζουμε ότι όλα θα μας χαριστούν γιατί προσπαθήσαμε σκληρά για τα πολύτιμα κεκτημένα μας, υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε? 

Παραμερίζοντας αυτά που βαθιά επιθυμούμε, δένοντας τη ζωή μας με άλλα και κάνοντας τη διατήρηση αυτών που έχουμε ζωή, υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε? 

Σε αυτή τη ζωή της κατοχής, της κτήσης, της ιδιοκτησίας. Συμπαγής, στέρεη, ασφαλής, λογική. Αλλά με λίγο αέρα, λίγα όνειρα, μικρές, λίγες επιθυμίες. Χωρίς φωνές, χωρίς εξάρσεις, χωρίς παλιρροϊκά κύματα, χωρίς τρικυμίες. Με μεγάλες βαριές διαδρομές, αλλά χωρίς ταξίδια. Με ατέλειωτα πήγαινε – έλα, αλλά χωρίς περιπλανήσεις. Με μεγάλες, άνετες, οικειότητες, αλλά χωρίς μυστήριο, χωρίς έρωτα, χωρίς πάθος. Υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε?  

Συνάντησα κάποιον  μόλις πριν λίγες μέρες.  Δε ξέρω πολλά πια για αυτόν τον άνθρωπο. Ξέρω μόνο εκείνα τα λίγα που πρόλαβα να διαβάσω στο πρόσωπό του, που έλαμπε από χαρά για τη μικρή έκπληξη, για το συναπάντημα με το αναπάντεχο σε εκείνη την ολιγόλεπτη συνάντηση. Εκείνη τη δυσδιάκριτη διάκριση ανάμεσα στο τι έχει σημασία και τι όχι. Ανάμεσα στην αξία του λίγου χρόνου της μιας συνάντησης και του πολύ χρόνου της μιας ζωής. Κοίταξα το πρόσωπό του και είδα έναν χαρούμενο άνθρωπο. Με μια λεπτή ευγνομωνούσα συστολή για τη χαρά αυτή. Κανένας μικρός αθάνατος δεν κρυβόταν μέσα στο βλέμμα του. Όλα ήταν εκεί, ανοιχτά, φανερά, καθαρά. Με μια ζεστασιά να τη ζηλεύεις. Ζούσε τη ζωή που του έδινε χαρά, με τους ανθρώπους και τα πράγματα που αγαπούσε μέσα σε αυτήν. 
Σπουδαίο, σκέφτηκα, πως τα κατάφερε? 


Κάποιος μου επανέλαβε μόλις χτες ότι το πάθος καθοδηγεί τη ζωή του. Ότι ο πόθος του είναι τελικά πάνω από όλα. Έψαξα στο πρόσωπό του με περιέργεια να δω έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, δεν ήταν εκεί. Έψαξα στο βλέμμα του να βρω έναν σοφό άνθρωπο. Ούτε αυτός υπήρχε. Έψαξα δίπλα του να δω το αντικείμενο του πόθου του. Δεν το είδα κοντά του. 
Κι αν η ζωή που τελικά αποφάσισε να ζήσει καταδεχόταν να του ψιθυρίσει για λίγο στο αυτί και αν και αυτός καταδεχόταν να σταματήσει για ένα λεπτό και να την ακούσει, «μα δε βλέπεις?», θα του έλεγε, «δε βλέπεις?...»