Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Τι πραγματικά αξίζει...

Βιάζομαι, βιάζομαι, βιάζομαι να ντυθώ. Θέλω να πάω στα εγκαίνεια μιας έκθεσης που δε θέλω να χάσω, θέλω και να είμαι πίσω στις έντεκα για ένα ραντεβού που δε θέλω να χάσω, τα θέλω όλα μέσα σε λίγες ώρες και έτσι μπαινοβγαίνω βιαστική και ετοιμάζομαι. Η οθόνη του τηλεφώνου μου αναβοσβήνει και καθώς είναι μήνυμα ή αναπάντητη κλήση, φαντάζομαι ότι είναι από τον Άρη, ένα φίλο μου που μπορεί να πάμε μαζί. Το παίρνω γρήγορα, κοιτάζω βιαστικά το νούμερο, δεν το αναγνωρίζω, αλλά έτσι κι αλλιώς το καλώ. Μια γυναικεία φωνή ακούγεται. Μου λέει το όνομά της και ... Ω Θεέ μου! Μεμιάς τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια, οι πρώτες μου σπουδές, στη δημοσιογραφία, ξεπηδούν από παντού! Η Φωτεινή! Η Φωτεινή! Πως με βρήκες ρωτάω έκπληκτη και χαρούμενη κι εκείνη μου αφηγείται έναν μικρό μαραθώνιο τηλεφωνημάτων. Η Φωτεινή! Σταθερή αξία πάντα. Αν σε κάτι συμφωνούσαμε όλοι ανεξαιρέτως και εκτιμούσαμε όλοι ανεξαιρέτως στη Φωτεινή, ήταν ότι ήταν μια παραδοσιακή, κλασική αξία. Ήρεμη, γλυκομίλητη, ήξερε και να μαγειρεύει! Εγώ, χμ, εγώ όχι δεν ήμουν έτσι και ούτε ήξερα να μαγειρέψω τίποτα. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια, πολλά ταξίδια για να καταφέρω να φτιάχνω κάτι. Άλλο πράγμα εγώ. Η Φωτεινή είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει και γίναμε αμέσως φίλες. Μη με ρωτάτε πως και γιατί δύο τόσο διαφορετικά άτομα έγιναν φίλες. Δε ξέρω. Με εκείνον τον ενθουσιασμό και το άδολο της νεανικής μας ηλικίας υποθέτω. Η Φωτεινή! Η Φωτεινή, η Λίλιαν και εγώ. Ο μεγάλος πονοκέφαλος του τμήματος. Και την Φωτεινή την έπαιρνε άδικα η μπόρα και οι καθηγητές απορούσαν πως έκανε παρέα μαζί μας. Και ερχόταν πάντα ιδιαίτερα ντυμένη και προσεγμένη. Και τι στιγμές ζήσαμε μαζί! Το αξέχαστο με τον καθηγητή του Ποινικού (την ώρα που έμπαινε στην αίθουσα)"Πολιτάκη πέρασε έξω", "μα δεν έκανα τίποτα", "θα κάνεις παιδί μου, θα κάνεις!" Το αμίμητο λογοπαίγνιο που σκάρωσε η Λίλιαν για το επίθετο της Φωτεινής, ως απάντηση σε έναν καθηγητή φιλοσοφίας μια μέρα των εξετάσεων! Α, αυτός ο καθηγητής φιλοσοφίας! Με μια ιδιαίτερη αδυναμία στη Φωτεινή! Ευγενέστατος, καλότατος και στην ηλικία του μπαμπά της. Τι πείραγμα έχει φάει για αυτό η Φωτεινή, δεν περιγράφεται! Της μιλούσα με μια χαρούμενη έξαψη. Δε νομίζω ότι έλεγα κάτι, απλώς επαναλάμβανα πόσο χαιρόμουν που την άκουγα. Γελούσα δυνατά καθώς εικόνες και περιστατικά ξεπηδούσαν από παντού. Ναι, και εκείνη η φορά που μουλάρωσα μετά το μπάνιο στη θάλασσα και δεν έλεγα να περπατήσω μισό βήμα παραπάνω. Η Φωτεινή ήταν ο ίδιος γλυκομίλητος, ευθύς άνθρωπος που ήξερα και θυμόμουν. Με ρώτησε μόνο δύο πράγματα. Αν είμαι καλά και αν είμαι ευτυχισμένη. Κι όταν συνέχισα με γέλια να της λέω διάφορα μου είπε με εκείνον το τόσο γνώριμο και αγαπημένο τόνο "όχι, δεν άλλαξες καθόλου!". Και αυτή η μικρή φράση, ειπωμένη από τη Φωτεινή τόσο επιβεβαιωτικά σε αυτό το τηλεφώνημα, έγινε ξαφνικά ο πιο ειλικρινής απολογισμός της ζωής μου. Και είναι πραγματικά ωραίο να κρατάς ότι καλό από τον νεανικό σου ενθουσιασμό, εκείνη την τρέλα, το απρόβλεπτο και το χειμαρρώδες εκείνης της ηλικίας και να γίνονται τελικά κομάτια του χαρακτήρα σου. Και όσοι στη συνέχεια της ζωής μου κοίταξαν βαθιά μέσα μου, νομίζω εύκολα τα αναγνώρισαν. Η αγαπημένη Φωτεινή! Κλείσαμε το τηλέφωνο λέγοντας ότι θα μιλήσουμε ξανά και σύντομα και θα βρεθούμε με την πρώτη ευκαιρία. Ίσως την πείσω να κάνει και σελίδα στο F/B. Είπαμε, παραδοσιακός τύπος η Φωτεινή. Φωτεινή, χάρηκα τόσο που πήρες! Αν και θέλω να σου ομολογήσω κάτι. Άλλαξα. Έγινα αυτό που ήμουν...