Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Το πραγματικό, η πραγματικότητα και το αναγκαίο

Ο τρόπος που οι λέξεις συγκροτούν τα γλωσσικά μας συστήματα και κατ΄επέκταση τους εκφραστικούς μας κόσμους, η χρησιμότητα των οποίων είναι μάλλον περισσότερο να τους επιβάλουμε ως κόσμους πραγματικούς και υπάρχοντες, παρά να συναντήσουμε με πληρότητα τον εαυτό μας και τους άλλους, συγκροτούν ταυτόχρονα και αναντίρρητα τόσο τους εννοιολογικούς μας κόσμους, όσο και τις δομές εξουσίας. Καθώς η σκέψη του ατόμου αποτελεί κοινωνικό γεγονός, το όποιο έλλειμα ελευθερίας και δημοκρατίας ενυπάρχει στην επιλογή και στη χρήση των λέξεων, στη συγκρότηση των ιδεών και των απόψεων και τελικά στον τρόπο που η κυρίαρχη θέση συνθέτει το λεξιλόγιό της για να αποδώσει την επιβαλλόμενη πραγματικότητα ή τη δοξαστική παρελθοντολογική της μυθολογία, γίνεται απόλυτα ορατό στην καθημερινή μας ζωή.
Η απόσταση που ενυπάρχει ανάμεσα στα «κέντρα φιλοξενίας» και στα «κέντρα κράτησης» μεταναστών δεν είναι απόσταση απλών γλωσσικών συμβάντων που στερούνται συνεκτικής επιχειρηματολογίας. Είναι η εκφραστική απεικόνιση μιας ηθικής μετατόπισης και μιας μεγάλης πολιτικής ευρωπαϊκής αποτυχίας, οι οποίες νοηματοδοτούν με ένα νέο, αδύναμο, ανεπαρκές και τελικά φοβικό περιεχόμενο το διάλογο που ευτυχώς ακόμα γίνεται στα πλαίσια του Διεθνούς Δικαίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Οι γενικολογίες της Συνθήκης της Λισαβόνας, οι αρνήσεις της Συνθήκης του Τάμπερε, οι ασάφειες της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης, η διστακτικότητα και η ατολμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η επιφύλαξη και ο φόβος της Ευρώπης να αποδεχθεί τη Διεθνή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων των μεταναστών, βοήθησαν έντεχνα να ξεχαστεί ότι η διασφάλιση στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ακόμη και για όσους εισέρχονται παράνομα στη χώρα, προστατεύεται από τα Οικουμενικά Ανθρώπινα Δικαιώματα και είναι αδιαπραγμάτευτη.
Η Ελλάδα ως χαμένος, αποπροσανατολισμένος ουραγός, ψηλαφίζοντας τις εξελίξεις και στην καλύτερη περίπτωση παπαγαλίζοντας τις συμφωνίες, οικοδόμησε μια μεταναστευτική πολιτική θεωρώντας τη μετανάστευση επιβλαβή για την ελληνική κοινωνία σε όλα τα επίπεδα κι έτσι μοιραία έδωσε έμφαση στον εσωτερικό και εξωτερικό έλεγχο και όχι στην νομιμοποίηση των παράτυπων μεταναστών. Αυτό που μόλις λίγα χρόνια πριν οι φασίζουσες πλευρές της πολιτικής ζωής δε θα τολμούσαν να θέσουν, τον εγκλεισμό των μεταναστών σε στρατόπεδα, σήμερα μία κυβέρνηση που ισχυρίζεται για τον εαυτό της ότι δεν είναι τέτοια, προβαίνει στην υλοποίηση τέτοιων μέτρων. Θα ήταν εμπαιγμός της μέσης νοημοσύνης να υποστηρίξει κάποιος, ότι ένα εγκαταλελειμένο στρατόπεδο το οποίο θα «ανακαινιστεί», έξω από τον οικιστικό ιστό ή στα όριά του, με δύο σειρές εξωτερικού τοίχους με συρματόπλεγμα και αρκετούς εσωτερικούς τσιμεντένιους φράκτες, όπου οι «φιλοξενούμενοι» δεν θα μπορούν να κυκλοφορήσουν έξω από αυτό αλλά μόνο να προαυλιστούν, αποτελεί κάτι άλλο από χώρο εγκλεισμού, από στρατόπεδο κράτησης, πόσο μάλλον «κέντρο φιλοξενίας». Και θα ήταν επίσης εμπαιγμός στην κοινή νοημοσύνη να ισχυριστεί κάποιος ότι το μέτρο αυτό συνιστά μεταναστευτική πολιτική.Το γεγονός ότι κανείς δε χρήστηκε, ονοματίστηκε, χρεώθηκε έστω ως φορέας διαχείρισης αυτό του προγράμματος, ότι κανένας διάλογος δεν έγινε, κανένας σχεδιασμός, κανένα βήμα στην ελληνική μεταναστευτική πολιτική, ότι οι φήμες οργιάζουν για συμφωνημένες ήδη αναθέσεις σχετικά με την οικοδομική επέμβαση στους χώρους και την τροφοδοσία, είναι σημεία που δεν εκπλήσουν πια κανέναν. Είναι εκφράσεις ενός συστήματος που όλοι γνωρίζουμε πλέον καλά. Αυτό όμως που με εκπλήσσει είναι το επιχείρημα που εμφυτεύτηκε και κυκλοφορεί σε κάθε mediaκή νίξη του θέματος. Όχι τόσο οι έντονες αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών οι οποίες ήταν αναμενόμενες, αλλά η προθυμία του έλληνα πολίτη να μπει εκείνος σε αυτά τα «κέντρα φιλοξενίας» όπου θα απολαμβάνει δωρεάν σίτιση και ταυτόχρονα θα αποσωβεί με τον τρόπο αυτόν τη μαζική εγκατάσταση μεταναστών στον τόπο του. Αυτών των ίδιών μεταναστών που θα χρησιμοποιήσει με εξευτελιστικούς όρους ως εργατικό δυναμικό στη συγκομιδή φράουλας, ενός από τα λίγα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας και θα στοιβάξει όπως όπως σε παραπήγματα για έναν ύπνο.
Αναμφίβολα ζούμε μια άκρως ενδιαφέρουσα εποχή. Την εποχή όπου η πραγματικότητα στερείται του πραγματικού και μάλιστα με έναν τρόπο πολύ λιγότερο ανορθολογικό ή παράδοξο από ότι θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Αλλά και χωρίς το φαντασιακό αυτό να μπορεί να υποκαταστήσει ή να καλύψει την απουσία του πραγματικού. Είναι ανάγκη να διεκδικήσουμε ξανά το πραγματικό. Η πραγματικότητα μπορεί να περιμένει.