Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Το πραγματικό, η πραγματικότητα και το αναγκαίο

Ο τρόπος που οι λέξεις συγκροτούν τα γλωσσικά μας συστήματα και κατ΄επέκταση τους εκφραστικούς μας κόσμους, η χρησιμότητα των οποίων είναι μάλλον περισσότερο να τους επιβάλουμε ως κόσμους πραγματικούς και υπάρχοντες, παρά να συναντήσουμε με πληρότητα τον εαυτό μας και τους άλλους, συγκροτούν ταυτόχρονα και αναντίρρητα τόσο τους εννοιολογικούς μας κόσμους, όσο και τις δομές εξουσίας. Καθώς η σκέψη του ατόμου αποτελεί κοινωνικό γεγονός, το όποιο έλλειμα ελευθερίας και δημοκρατίας ενυπάρχει στην επιλογή και στη χρήση των λέξεων, στη συγκρότηση των ιδεών και των απόψεων και τελικά στον τρόπο που η κυρίαρχη θέση συνθέτει το λεξιλόγιό της για να αποδώσει την επιβαλλόμενη πραγματικότητα ή τη δοξαστική παρελθοντολογική της μυθολογία, γίνεται απόλυτα ορατό στην καθημερινή μας ζωή.
Η απόσταση που ενυπάρχει ανάμεσα στα «κέντρα φιλοξενίας» και στα «κέντρα κράτησης» μεταναστών δεν είναι απόσταση απλών γλωσσικών συμβάντων που στερούνται συνεκτικής επιχειρηματολογίας. Είναι η εκφραστική απεικόνιση μιας ηθικής μετατόπισης και μιας μεγάλης πολιτικής ευρωπαϊκής αποτυχίας, οι οποίες νοηματοδοτούν με ένα νέο, αδύναμο, ανεπαρκές και τελικά φοβικό περιεχόμενο το διάλογο που ευτυχώς ακόμα γίνεται στα πλαίσια του Διεθνούς Δικαίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Οι γενικολογίες της Συνθήκης της Λισαβόνας, οι αρνήσεις της Συνθήκης του Τάμπερε, οι ασάφειες της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης, η διστακτικότητα και η ατολμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η επιφύλαξη και ο φόβος της Ευρώπης να αποδεχθεί τη Διεθνή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων των μεταναστών, βοήθησαν έντεχνα να ξεχαστεί ότι η διασφάλιση στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ακόμη και για όσους εισέρχονται παράνομα στη χώρα, προστατεύεται από τα Οικουμενικά Ανθρώπινα Δικαιώματα και είναι αδιαπραγμάτευτη.
Η Ελλάδα ως χαμένος, αποπροσανατολισμένος ουραγός, ψηλαφίζοντας τις εξελίξεις και στην καλύτερη περίπτωση παπαγαλίζοντας τις συμφωνίες, οικοδόμησε μια μεταναστευτική πολιτική θεωρώντας τη μετανάστευση επιβλαβή για την ελληνική κοινωνία σε όλα τα επίπεδα κι έτσι μοιραία έδωσε έμφαση στον εσωτερικό και εξωτερικό έλεγχο και όχι στην νομιμοποίηση των παράτυπων μεταναστών. Αυτό που μόλις λίγα χρόνια πριν οι φασίζουσες πλευρές της πολιτικής ζωής δε θα τολμούσαν να θέσουν, τον εγκλεισμό των μεταναστών σε στρατόπεδα, σήμερα μία κυβέρνηση που ισχυρίζεται για τον εαυτό της ότι δεν είναι τέτοια, προβαίνει στην υλοποίηση τέτοιων μέτρων. Θα ήταν εμπαιγμός της μέσης νοημοσύνης να υποστηρίξει κάποιος, ότι ένα εγκαταλελειμένο στρατόπεδο το οποίο θα «ανακαινιστεί», έξω από τον οικιστικό ιστό ή στα όριά του, με δύο σειρές εξωτερικού τοίχους με συρματόπλεγμα και αρκετούς εσωτερικούς τσιμεντένιους φράκτες, όπου οι «φιλοξενούμενοι» δεν θα μπορούν να κυκλοφορήσουν έξω από αυτό αλλά μόνο να προαυλιστούν, αποτελεί κάτι άλλο από χώρο εγκλεισμού, από στρατόπεδο κράτησης, πόσο μάλλον «κέντρο φιλοξενίας». Και θα ήταν επίσης εμπαιγμός στην κοινή νοημοσύνη να ισχυριστεί κάποιος ότι το μέτρο αυτό συνιστά μεταναστευτική πολιτική.Το γεγονός ότι κανείς δε χρήστηκε, ονοματίστηκε, χρεώθηκε έστω ως φορέας διαχείρισης αυτό του προγράμματος, ότι κανένας διάλογος δεν έγινε, κανένας σχεδιασμός, κανένα βήμα στην ελληνική μεταναστευτική πολιτική, ότι οι φήμες οργιάζουν για συμφωνημένες ήδη αναθέσεις σχετικά με την οικοδομική επέμβαση στους χώρους και την τροφοδοσία, είναι σημεία που δεν εκπλήσουν πια κανέναν. Είναι εκφράσεις ενός συστήματος που όλοι γνωρίζουμε πλέον καλά. Αυτό όμως που με εκπλήσσει είναι το επιχείρημα που εμφυτεύτηκε και κυκλοφορεί σε κάθε mediaκή νίξη του θέματος. Όχι τόσο οι έντονες αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών οι οποίες ήταν αναμενόμενες, αλλά η προθυμία του έλληνα πολίτη να μπει εκείνος σε αυτά τα «κέντρα φιλοξενίας» όπου θα απολαμβάνει δωρεάν σίτιση και ταυτόχρονα θα αποσωβεί με τον τρόπο αυτόν τη μαζική εγκατάσταση μεταναστών στον τόπο του. Αυτών των ίδιών μεταναστών που θα χρησιμοποιήσει με εξευτελιστικούς όρους ως εργατικό δυναμικό στη συγκομιδή φράουλας, ενός από τα λίγα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας και θα στοιβάξει όπως όπως σε παραπήγματα για έναν ύπνο.
Αναμφίβολα ζούμε μια άκρως ενδιαφέρουσα εποχή. Την εποχή όπου η πραγματικότητα στερείται του πραγματικού και μάλιστα με έναν τρόπο πολύ λιγότερο ανορθολογικό ή παράδοξο από ότι θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Αλλά και χωρίς το φαντασιακό αυτό να μπορεί να υποκαταστήσει ή να καλύψει την απουσία του πραγματικού. Είναι ανάγκη να διεκδικήσουμε ξανά το πραγματικό. Η πραγματικότητα μπορεί να περιμένει.

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Πιθανό μάθημα ζωής (νο. 183)

Τι ψάχνουμε να βρούμε πραγματικά στον Άλλον? Είναι η φευγαλέα λάμψη της δικής μας αντανάκλασης αποτυπωμένη στο βλέμμα του που μας γοητεύει, ή αντέχουμε να γοητευτούμε από το ολότελα άγνωστο και ακατανόητο δικό του? Πόσο δικό μας θέλουμε να τον κάνουμε? Πόσο Άλλον αντέχουμε να τον αφήσουμε? Πόσα έτοιμα αιτήματα/συμπεράσματα της προηγούμενης ζωής μας επιθυμούμε να του φορτώσουμε και πόσα ολότελα καινούρια, ξένα, πρωτόγνωρα πράγματα αντέχουμε να ζητήσουμε από εκείνον? Γιατί ζητάμε ξανά τα γνώριμα "δικά μας"? Και άραγε θα συναντήσουμε πραγματικά εκείνον τον Άλλον, όντες εμείς ίδιοι?

Κουβαλώντας όλα αυτά που ξέρουμε, που γνωρίζουμε για τον εαυτό μας, όλες αυτές τις βεβαιότητες που με κόπο και προσπάθεια αποκτήσαμε για αυτόν, σπάνια καταλαβαίνουμε το μάταιο της προσπάθειάς μας να συνευρεθούμε με αυτούς τους όρους με τον Άλλον. Σπάνια διακρίνουμε το επαναλαμβανόμενο, γνωστό και ασφαλές των αιτημάτων μας. Θέλω να... και είναι το ίδιο να, με όλα τα προηγούμενα να. Και είναι το ίδιο θέλω, σαν όλα τα προηγούμενα θέλω. Του ζητάμε να προσφέρει αυτό το άγνωστο που φέρει, με τους δικούς μας γνωστούς σε εμάς τρόπους. Για να κατανοήσουμε, να καταλάβουμε, να μάθουμε, να αισθανθούμε ξανά ασφαλείς και δεν καταλαβαίνουμε το καταστροφικό της απαίτησής αυτής. Δεν μας αρκεί να αισθανθούμε, όταν αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε χωρίς αιτήματα στον άλλον παρά μόνο στον εαυτό μας. Ζητάμε από τον άλλον, ενώ ο μόνος από τον οποίο μπορούμε να ζητήσουμε είναι ο εαυτός μας.

Θέλω να...

Ο άγνωστος και συναρπαστικός Άλλος, αυτή η terra ingognita, αχαρτογράφητη, τρομακτική και επικίνδυνη, ίσως δεν έρχεται επιθυμώντας να γίνει ένα κομμάτι του γνωστού και πιθανά σπουδαίου κόσμου σου, να πάρει τη θέση της σαν χαρακτηρισμένο σημάδι στο χάρτη της γνωστής και πιθανά σπουδαίας ζωής σου. Μπορεί απλά να ήρθε να χαράξει το όνομά της πάνω σου και να ξαναφύγει. Κι εσύ...?


Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Τα λαμπερά πρωινά που σου ψιθυρίζουν στο αυτί καλημέρα

Είναι ένα υπέροχο ανοιξιάτικο πρωινό Κυριακής. Ζεστό, λαμπερό, σου ψιθυρίζει στο αυτί ότι το καλοκαίρι είναι κοντά. Έχω ξυπνήσω και αφήνω τα μάτια μου κλειστά κάτω από αυτές τις γενναιόδωρες αχτίδες. Δε θέλω να τα ανοίξω με τίποτα, θέλω αυτό το παιχνίδι να κρατήσει κι άλλο. Τεντώνομαι νωχελικά ξανά και ξανά και μετά σηκώνομαι μόνο για να ανοίξω το παράθυρο και να ξαναβουτήξω στο κρεβάτι μου. Έχει μια μοναδική ησυχία που δε ξέρω πόσο θα κρατήσει. Δεν έχει και τόση σημασία. Το πρωινό συνεχίζει να είναι ζεστό, λαμπερό και να μου ψιθυρίζει στο αυτί. Κάθε φορά που τελειώνει ο χειμώνας σκέφτομαι πόση ενέργεια χρειάστηκα για να τον αντιμετωπίσω. Με κουράζει, απομυζά την ενέργειά μου και δε μου αρέσει καθόλου. Πρέπει να πάω κάπου πολύ ζεστά, να έχει μόνο καλοκαίρι. Μόνο ζεστά, λαμπερά πρωινά να σου ψιθυρίζουν στο αυτί. Είναι ωραία. Αυτές οι νωχελικές στιγμές που το μυαλό σου διστάζει και το σώμα σου ζεστό ακόμα αρνείται να αλλάξει κατάσταση. Ξανατεντώνομαι αργά κι ακούω το σώμα μου να αναρωτιέται τι θα κάνουμε σήμερα. Τίποτα, του λέω. Σήμερα θα απολαύσουμε την Κυριακή μας και ψάχνω το σεντόνι για να σκεπάσω τον γυμνό μου ώμο. Το πρωινό συνεχίζει να μου ψιθυρίζει στο αυτί κι εγώ γελάω... Καλημέρα

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Τα πρωινά που μας είχαν λείψει


Σήμερα ήταν ένα ηλιόλουστο, λαμπερό, ανοιξιάτικο πρωινό. Όσο ζεστό και όσο τσουχτερό χρειάζεται να είναι ένα σαββατιάτικο πρωινό του Μαρτίου. Στεκόμαστε στην Μ. Ιωσήφ κρατάμε τον καφέ μας στο χέρι και κουνιόμαστε ρυθμικά στο ρυθμό από τα κρουστά που παίζουν τα παιδιά από το κέντρο απεξάρτησης "Αργώ". Δίπλα είναι το stand των Thessalonistas μιας μεγάλης, νεανικής οργάνωσης της πόλης και δίπλα το stand των Γιατρών του Κόσμου, που σήμερα έχουν το παζάρι βιβλίων στο νέο Κατώι του Βιβλίου του Αλέξανδρου Μπαρμπουνάκη. Θέλουμε να τελειώσουμε γρήγορα τον καφέ μας για να έχουμε τα χέρια μας ελεύθερα να μπορούμε να κρατάμε το ρυθμό και να αφήσουμε το σώμα μας να τον ακολουθήσει με μια πιο έντονη κίνηση. Ο κόσμος περνάει σταματάει αγοράζει, συμπληρώνει φόρμες μέλους, κατεβαίνει στο Κατώι, διαλέγει βιβλία. Υπάρχει μια υπέροχη διάθεση και πολλά χαμόγελα σε πείσμα των "δύσκολων καιρών". Ανταλλάσσουμε καλημέρες, χαιρετισμούς, αγκαλιές, φιλιά. Κάθε φορά που τα παιδιά με τα κρουστά λένε "τελευταίο κομμάτι" φωνάζουμε "κι άλλο" και παίζουν άλλο ένα. Οι λίγο πιο μεγάλες στην ηλικία κυρίες της Μητροπόλεως μας κοιτάνε χαμογελώντας καθώς λικνιζόμαστε σε αυτόν τον ολοένα και αυξανόμενο σε ένταση ρυθμό των κρουστών. Πρόσωπα άγνωστα που τα ενώνει η ίδια αόρατη γραμμή χαράς και ικανοποίησης. Είχε καιρό να συμβεί. Σχεδόν πιστέψαμε ότι δε θα μπορούσε να γίνει. Δε θα μπορούσε να υπάρξει αυτή η προσέλευση, αυτά τα χαρούμενα πρόσωπα, αυτή η διάθεση της προσφοράς. Ασφαλώς και δε γνωρίζω το τελικό ποσό που συγκεντρώθηκε, αλλά και μόνο ότι αυτό συνέβη, και μόνο ότι υπήρξε μια ιδέα που ενέπνευσε τον κόσμο, τον έβγαλε έξω, τον έφερε εκεί κι ο κόσμος αυτός μοιράστηκε με χαρά αυτό που γινόταν, ήταν σπουδαίο. Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό από αυτά που μας είχαν λείψει. Χάρηκα πολύ που ήμουν εκεί. Σας ευχαριστώ που ήσασταν κι εσείς. Θα τα ξαναπούμε σύντομα

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Ίσως ναι, ίσως όχι

Και πριν τρεις μέρες το αποφάσισα: τέλος ο χειμώνας για φέτος! Όχι ότι ήταν καμιά τρελά καλοκαιρινή μέρα, αλλά ήμουν σε τρελά καλή διάθεση. Κι έτσι λίγο ο καιρός, πολύ η διάθεση, το αποφάσισα! Είναι γνωστό βέβαια, ότι αυτήν την απόφαση την παίρνω κάποια στιγμή μέσα στο χρόνο όταν δεν αντέχω άλλο χειμώνα, εκεί δηλ. μέσα στο Μάρτιο και απλά το ανακοινώνω στους φίλους μου. Είναι επίσης γνωστή σε όλους εκείνη η χρονιά, που αρχές Μαρτίου αποφάσισα ότι τελείωσε ο χειμώνας και μέσα Μαρτίου χιόνισε. Και ξέχασα να σας πω πως όταν παίρνω αυτήν την απόφαση, μαζεύω τα βαριά πανωφόρια μου, τις μάλλινες μπλούζες, κατεβάζω κάτι πιο ελαφρύ και χρωματιστό έως πολύ, αντικαθιστώ τα κασκόλ μου με τα μαντήλια που λατρεύω και φυσικά μαζεύω και τις μπότες μου. Και φυσικά όλοι θυμούνται τη Φένια να λέει εκείνο τον Μάρτιο "καλά βρε πουλάκι μου τα ρούχα, αλλά ένα ζευγάρι μπότες κατέβασέ τες, δε θα το πούμε σε κανέναν, μόνο εμείς θα το ξέρουμε". Και φυσικά δεν κατέβασα, γιατί όταν αποφασίσω κάτι, πάει και τέλειωσε. Κι έτσι έβγαλα εκείνες τις μέρες με τα χιόνια, φορώντας ελαφρά ανοιξιάτικα ρούχα το ένα πάνω στο άλλο, κάτι ελαφριά τζάκετ και κάτι μονίμως μουσκεμένα από το χιόνι παπούτσια.
Το να αποφασίζει κάποιος ότι τελείωσε ο χειμώνας, ίσως είναι η καλύτερη απόφαση που μπορεί να πάρει, έστω κι αν δεν αφορά όλη του τη ζωή, αλλά μόνο μια χρονιά. Και εξίσου ωραίο είναι ότι ακολουθεί, τα χρωματιστά ρούχα, τα πιο ελαφρά υφάσματα, η ανεβασμένη διάθεση, τα πολλά χαμόγελα, ο ενθουσιασμός που ακολουθεί τις πρώτες απανωτές λιακάδες, οι τεμπέλικες αγκαλιές στον ήλιο και τα ίχνη από τα βήματα πάνω στην υγρή ακόμα άμμο της παραλίας. Είναι από εκείνες τις αποφάσεις που ποτέ δε σκέφτεσαι ότι χρειάζεται να πάρεις. Πως καλά είναι κι έτσι και η άνοιξη νομοτελειακά θα έρθει κάποια στιγμή. Αλλά ποιος σίγουρα το ξέρει? Ίσως ναι, ίσως όχι. Αλλά ακόμα κι αν είναι έτσι και θα έρθει, όλες αυτές οι βεβαιότητες και τα αυτονόητα δε στεγνώνουν τη ζωή απελπιστικά πολύ? Δε της στερούν αυτό το περίσσιο χρώμα, αυτό το φωτεινό βλέμμα, αυτό το αυθόρμητο γέλιο που η ζωή πάντα έχει ανάγκη? Όλη αυτή η παραμονή σε ένα χειμώνα, που κάποιος άλλος και όχι εμείς θα αποφασίσει για το τέλος του, δε μας στερεί με έναν τρόπο ένα κομμάτι ζωής? Κι αν αντί να τελειώσει κρατήσει πάρα πολύ?
Η άνοιξη για μένα δεν είναι και καμιά σπουδαία εποχή, ανήκω αποκλειστικά στο καλοκαίρι, αλλά είναι εδώ, μόλις μια απόφαση απόσταση. Πάρτε την να πάμε παρακάτω, στο καλοκαίρι, που αρχίζουν πραγματικά τα καλά...

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Είναι πάντα δύσκολο

Ήξερα πάντα ότι ήταν δύσκολο. Ότι ήταν από τα πολύ δύσκολα αυτού του κόσμου το να διαχειριστείς την ελευθερία σου. Και μαζί με αυτήν, να διαχειριστείς και όλη την ελευθερία που σου παραχωρεί ο άλλος όταν σε αγαπάει. Μια ελευθερία χωρίς περιορισμούς, χωρίς όρους, χωρίς συμφωνίες κι έτσι μια ελευθερία χωρίς φόβους, χωρίς αμοιβαιότητες και χωρίς αιτήματα. Είναι εκείνη η ελευθερία που μπλέκεται με την αγάπη που ο άλλος σου έχει και τον κάνει να λέει ναι, ακόμα και όταν θέλει να πει όχι, ακόμα και όταν χρειάζεται να αναποδογυρίσει το μέσα του, το έξω του, να ταράξει την ψυχή του ολόκληρη και να στη δώσει. Αυτή η ελευθερία είναι μια πάρα πολύ δύσκολη ελευθερία. Και μπορεί από τον άλλον να φαίνεται ότι απαιτεί πολλά, από εσένα όμως απαιτεί πάντα περισσότερα. Το να είσαι ένας ελεύθερος νους, μια ελεύθερη αδάμαστη ψυχή, απαιτεί πάντα πολλά, απαιτεί να καταθέσεις σε αυτό όλα όσα έχεις και όλα όσα είσαι. Απαιτεί να είσαι αυτός που πραγματικά είσαι. Και είναι τόσο σκληρή η απαίτηση αυτή, που εσύ δεν μπορείς να είσαι παρά ο εαυτός σου.
Κάθε φορά που μέσα στην υπέροχη γεύση της ελευθερίας μου περιορίζω την ελευθερία του άλλου, λυπάμαι πραγματικά. Όχι μόνο γιατί απέτυχα να σεβαστώ την ελευθερία του, αλλά γιατί απέτυχα να τιμήσω τη δικιά μου.

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Και συνεχίζουμε το πρόγραμμά μας με τα ιπτάμενα γουρούνια!

Το ότι έφτασε στη Θεσσαλονίκη μια μεγάλη ανθρωπιστική βοήθεια από Έλληνες και Γερμανούς της Β. Γερμανίας και αυτές τις μέρες ξεφορτώνεται για να διατεθεί σε φορείς που θα τη μοιράσουν, είναι μια είδηση που δεν έπαιξε οπωσδήποτε στα μεγάλα, αλλά και στα μικρότερα κανάλια. Είναι μια είδηση που δεν έχει θέση στην υπέροχη εικόνα που παρουσιάζει ο Υπουργός Οικονομικών για τη χώρα και μαζί του τα media. Μια χώρα που "σώθηκε", που παρέμεινε στο club του ευρώ και της Ευρώπης, μια χώρα που συνεχίζει την ευρωπαϊκή της πορεία και όποια άλλη απιθανότητα μπορεί να τρυπώσει σε αυτό το ευφάνταστο μυαλό και να κάνει ακόμα πιο ευφάνταστο - μέχρι τα όρια αβάσταχτης ανοησίας - το λόγο του. Οπωσδήποτε αυτή η εικόνα δεν ταιριάζει.

Το ΑΠΘ ξεκινά κοινωνικό συσσίτιο ευρείας κλίμακας σε συνεργασία με το Δήμο Θεσσαλονίκης, ύστερα από ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ξεκινάει σύντομα παραστάσεις όπου αντί για εισιτήριο, ο θεατής θα "πληρώνει" αφήνοντας τρόφιμα. Στο τέλος των παραστάσεων θα δοθούν σε φορείς της πόλης για να διατεθούν. Θα μπορούσα να σας απαριθμήσω πολλά παρόμοια για μια χώρα που ζει και υπάρχει στη γκρίζα ζώνη που ορίζει η αλληλεγγύη και η φιλανθρωπία, για μια πόλη που κυριολεκτικά πεινάει.

Κι εγώ, που πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου "πολίτη του κόσμου", που πάντα θεωρούσα την προσαρμοστικότητά μου σε διαφορετικές χώρες, ηπείρους και κουλτούρες μεγάλο προσόν, που πάντα υπερηφανευόμουν για τη δεξιότητά μου αυτήν θεωρώντας την σπουδαία, εγώ για πρώτη φορά, μέσα σε αυτήν την αβάσταχτη οδύνη και το αίσθημα ντροπής, αισθάνομαι για πρώτη φορά τη "γενέθλια πόλη μου" ως τόπο μου. Τόσο βαθιά δικιά μου, τόσο αδιαχώριστη από μένα, που ανοίγω το βήμα μου στο δρόμο για να μη με προλάβει η συγκίνηση και κάνει τον κόμπο στο λαιμό δάκρυ. 

Και για πρώτη φορά, εγώ, γνήσιο τέκνο του θυμού, όπως λέει και ο ποιητής, καταλαβαίνω ότι αυτός ο θυμός που μόλις ένα χρόνο πριν τον θεωρούσα απαραίτητο και αναγκαίο, τώρα δεν είναι. Τώρα προέχουν άλλα...


Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Μια ευχή θα μας σώσει (καλά και μια νονά νεράϊδα!)

Είναι μεσημέρι και περπατάω με το χαρακτηριστικό βιαστικό μου βήμα στην Τσιμισκή. Ακούω κάποιον να φωναζει δυνατά Angel! Angel! (Άγγελε! Άγγελε!), δε γυρίζω όμως ούτε καν. Στο επόμενο λεπτό η φωνή είναι δίπλα μου. Angel! Angel! Angel! Angel! Angel! Angel! Μου φωνάζει συνεχώς. You ΄re an angel! (είσαι ένας άγγελος). Σταματάω κι αρχίζω να γελάω δυνατά. Είναι ένας αφρικανός που συνεχίζει να φωνάζει τα ίδια. Τον κοιτώ για 1-2 δευτερόλεπτα και συνεχίζω να περπατάω γελώντας. Είναι από τους ωραιότερους άνδρες που έχω συναντήσει στη ζωή μου αναμφίβολα. Με ακολουθεί ζητώντας μου να σταματήσω για ένα λεπτό. Σταματάω το βήμα μου αλλά δεν μπορώ να σταματήσω τα γέλια. Είσαι ένας άγγελος συνεχίζει να μου λέει με τα υπέροχα αγγλικά του και βγάζοντας ένα βραχιολάκι από κόκινες, μαύρες και λευκές κλωστές, αρχίζει να το δένει στον αριστερό μου καρπό. Του λέω κι εγώ με τα δικά μου αγγλικά (τελικά αυτή ήταν η γλώσσα επικοινωνίας), ότι δεν πρόκειται να το αγοράσω, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να γελάω με την έντασή του, την έξαψή του, τον τόνο της φωνής του, τα angel angel που πάνε σύνεφο. Μου λέει ότι δε χρειάζεται, είναι δώρο, θα μου φέρει αγάπη, υγεία και ευημερία. Του λέω ότι δεν πιστεύω σε αυτά κι εκείνος φαίνεται για ένα δέκατο του δευτερολέπτου σαστισμένος, αλλά αμέσως μετά, σα να του είπα κάτι απόλυτα αμελητέο, συνεχίζει να μου επαναλαμβάνει με την ίδια ένταση ότι είναι δώρο, ότι θα μου φέρει αγάπη, υγεία και ευημερία. Λίγο πριν κάνει τον τελευταίο κόμπο μου λέει να κάνω μια ευχή. Του λέω ότι κανείς δεν πιστεύει σε αυτές τις ευχές. Αντιδρά σα να του είπα μια χαζομάρα και μου λέει ότι όλοι πιστεύουν στις εύχες. Έλα, με παρακινεί και είναι εμφανές ότι περιμένει να κάνω την ευχή μου για να κόψει τις κλωστές που περισσεύουν. Εντάξει του λέω. Κάνω μια ευχή και λες και το καταλαβείνει κόβει τις κλωστές. Δε ξέρω γιατί όλο αυτό μου έφτιαξε τη διάθεση. Ίσως γιατί γέλασα για τόση ώρα. Εντάξει θα το αγοράσω του λέω. Όχι, όχι μου λέει, είναι δώρο angel. Όχι, όχι είναι δώρο. Έχει σταματήσει να φωνάζει και τώρα απλά με κοιτάζει χαμογελώντας. Σίγουρα, τον ξαναρωτάω. Ναι, είναι δώρο μου απαντάειο ξανά, αγάπη, υγεία, ευημερία και η ευχή σου. Η ευχή σου θα γίνει! Εντάξει του λέω, ευχαριστώ πολύ! Τον κοιτάζω μια τελευταία φορά χαμογελώντας και φεύγω.
Στην υπόλοιπη μέρα ξέχασα εντελώς το «βραχιολάκι της ευχής». Στην πραγματικότητα δεν το θυμήθηκα καθόλου, το είδα αργά το βράδυ στο χέρι μου. «Λες» σκέφτηκα, «να είναι όλα τόσο απλά και να χρειάζεται μόνο μια ευχή?» Και ικανοποιημένη με τον εαυτό μου που δε σκέφτηκα, «λες να είμαι στα αλήθεια ένας άγγελος?», πήγα για ύπνο.