Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Μια βόλτα στην πόλη

Είναι αυτά τα σαββατιάτικα ηλιόλουστα πρωινά μέσα σε έναν παγερό χειμώνα που δεν μπορείς να τους αντισταθείς. Έτσι, προσπάθησα να θυμηθώ πως είναι να φοράς εκείνη την ανέμελη, λίγο τεμπέλικη διάθεση και να βγαίνεις έξω. Πως είναι να περπατάς αργά, κοιτάζοντας τον κόσμο και τις βιτρίνες, χωρίς προορισμό, χωρίς ένταση στο βήμα, χωρίς αυτό το σφίξιμο των τελευταίων δύο χρόνων. Προσπαθούσα να μπω σε αυτήν την αίσθηση, σε αυτήν την κατάσταση του «άδειου μυαλού», σε αυτήν τη μικρή απόλαυση, που ποτέ πριν δεν την είχα αισθανθεί ως τέτοια. Προσπαθούσα σχεδόν... επιτυχώς.
Κατεβαίνω στο πεζόδρομο του Ναυρίνου και σκέφτομαι πάντα το ίδιο πράγμα: πόσο μου αρέσει αυτή η «κατεβασιά». «Δεν ήταν επειδή έγιναν φτωχοί οι άνθρωποι, αλλά επειδή φτώχηνε η κοινωνία», άκουσα μία φωνή – τιτίβισμα πίσω μου και προσπάθησα να καταλάβω τι να ήθελε να πει άραγε πίσω από το ακατανόητα αντιφατικό της φράσης. Μπα, σκέφτηκα και το παράτησα, καθώς οποιαδήποτε προσπάθεια τη νικούσε η περιέργειά μου. Έτσι, έστρεψα το κεφάλι μου για μια κλεφτή ματιά. Δύο γυναίκες γύρω στα 45 πιασμένες αγκαζέ (!) συζητούσαν για την κατάσταση. Η φωνή – τιτίβισμα τους ταίριαζε τόσο πολύ που ξέχασα μεμιάς την όποια προσπάθεια να καταλάβω τι εννοούσαν.
Στη Τσιμισκή ο κόσμος είναι όπως πάντα περισσότερος. Λέω στον εαυτό μου ότι μπορεί να σταματήσει να δει μία δύο βιτρίνες, αλλά εκείνος ως συνήθως διαφωνεί σχεδόν με ότι του λέω και συνεχίζει με ένα μάλλον γρήγορο βήμα. «Και τα νύχια τι να τα κάνω, κόκινα ή γαλλικό? Είναι εύκολο νομίζεις να καταλήξω?» Δε γύρισα πίσω μου να δω από που ερχόταν αυτή η φωνή. Πως να προσθέσω ένα δύσκολο βλέμμα σε ένα ήδη υπάρχον δύσκολο ερώτημα. Προσπάθησα να καταλάβω τη δυσκολία της απόφασης. Δεν τα κατάφερα, αλλά μάλλον θα ήταν μεγάλη.
Στην Καρόλου Ντηλ ο κόσμος είναι λίγος και βιαστικός σαν κι εμένα. «Η Λιάνα δεν μπορεί, δουλεύει», λέει μια νεανική φωνή πίσω μου. «Δουλεύει?», ρωτάει με έκπληξη μια άλλη και αμέσως ακούγονται επιφωνήματα, σφυρίγματα, ένας μικρός πανικός! «Έλα ρε, που?» «Στην έκθεση, δηλ. σε μια κλαδική που γίνεται τώρα». Τα σφυρίγματα και τα επιφωνήματα συνεχίζονται με ένταση. Γυρίζω και τους κοιτάζω γελώντας. Είναι μια μικρή παρέα φοιτητών τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Χαμογελάω για τον πανικό και μου χαμογελάνε κι εκείνοι.
Αποφασίζω να επιστρέψω από την παραλιακή. Εκεί ο κόσμος δε μιλάει πολύ, απολαμβάνει τον ήλιο. Εξάλλου, πόσα να ακούσει κανείς σε μια βόλτα?