Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Γιώργος Πολυράκης


Η κουβέντα με τον συγγραφέα Γιώργο Πολυράκη είχε για μένα ενδιαφέρον και αυτό δε μου συμβαίνει συχνά. Κυρίως γιατί δεν μπόρεσα να διακρίνω αν ο ίδιος γνωρίζει πόσο μυθιστορηματική είναι η προσωπική του ιστορία. Η ιστορία ενός μικρού αγοριού από ένα απομακρυσμένο χωριό της Κρήτης που έμαθε τα πρώτα του γράμματα από τη μητέρα του, ενός νεαρού φοιτητή Ιατρικής αργότερα στη Θεσσαλονίκη, ενός στρατιωτικού ιατρού στη συνέχεια που γυρίζει την Ελλάδα και ενός άνδρα που το 1987 ξεκινάει να γράφει, για να συμπληρώσει σήμερα με τα δεκαπέντα βιβλία του, εικοσιπέντε χρόνια συγγραφικής παρουσίας. Τον ρωτάω πολλά, κυρίως για τα βιβλία του, τις ηρωίδες του και τους ήρωές του, αλλά λέμε κι άλλα ανάμεσα σε αυτές τις ερωτοαπαντήσεις, καθώς μιλάμε έτσι όρθιοι σε μια γωνιά του βιβλιοπωλείου. Δε μπορώ φυσικά λόγω χώρου να σας μεταφέρω όλη τη συζήτηση. Θα ήθελα ωστόσο να σας μεταφέρω κάποια  σημεία της, χωρίς την απόλυτη σειρά της.
Ερ. : Γιατί επιλέγετε τη Θεσσαλονίκη για τόπο των μυθιστορημάτων σας;
Απ. : Ξέρετε, στη Θεσσαλονίκη ήρθα φοιτητής να σπουδάσω στην Στρατιωτική Ιατρική και δε θα το πιστέψετε, αλλά με κάποιον τρόπο αυτή η πόλη μου θύμησε τον τόπο μου τα Σφακιά. Ένιωσα καλά εδώ και έμεινα εδώ. Έχω το σπίτι μου εδώ, το ιατρείο μου εδώ.  Έτσι έβαλα και τους ήρωές μου εδώ. Μου αρέσει να περπατώ στους δρόμους της και να λέω εδώ περπάτησε ο τάδε ήρωάς μου, εδώ πέρασε ο άλλος, εδώ μένει εκείνη από εκείνο το βιβλίο.
Ερ.: Στρατιωτικός Ιατρός λοιπόν. Παιδικό όνειρο;
Απ.: Γιατρός ναι, στρατιωτικός όχι, αλλά ήμουν από πολύ φτωχή οικογένεια και η στρατιωτική σχολή ήταν ο μόνος τρόπος να σπουδάσω. Αργότερα, όταν συμπλήρωσα 25ετία παραιτήθηκα.
Ερ.: Ειδικότητα;
Απ.: Γενικός χειρουργός στην αρχή και μετά μετεκπαίδευση στην Αμερική ως αγγειολόγος.
Ερ.: Ποια είναι η σχέση σας με τους ήρωές σας; Είναι πάντα σύμφωνοι με τις δικές σας αρχές;
Απ.:  Όχι, όχι πάντα. Παρόλο που οι ήρωες περιέχουν ένα αυτοβιογραφικό κομάτι του συγγραφέα, όχι, οι ήρωές μου δε συμπεριφέρονται πάντα σύμφωνα με τις δικές μου αρχές και απόψεις. Αποκτούν δική τους οντότητα. Ξέρετε, δεν έχω καταφέρει ποτέ να φτιάξω έναν ήρωα με το όνομα Γιώργος. Ακόμη και όταν το προσπάθησα δε μου έβγαινε και στο τέλος το άλλαξα σε Άγγελος. Όχι, δεν είναι «δικοί» μου με αυτόν τον τρόπο.
Ερ.: Πότε αισθάνεσθαι ότι δεν είναι πια δικοί σας, ότι αυτονομούνται και πότε ότι τους αποχωρίζεσθε;
Απ.: Από την πρώτη στιγμή κιόλας αρχίζουν σιγά σιγά και αυτονομούνται και μέχρι την ολοκλήρωση της πλοκής έχει πια πάρει ο καθένας το δικό του δρόμο. Παρόλα αυτά αισθάνομαι ότι τους αποχωρίζομαι όταν το βιβλίο τελειώνει. Εκεί νιώθω ένα περίεγο αίσθημα. Από τη μία, μιας ολοκλήρωσης που δε μοιάζει με καμία άλλη και από την άλλη, αυτό το κενό, καθώς οι χαρακτήρες αυτοί που έζησα μαζί τους τόσο κοντά, για τόσον καιρό, ένα δύο χρόνια ίσως, τώρα φεύγουν.
Ερ.: Αν δεν τους φτιάχνατε εσείς αυτούς τους ήρωες, θα θέλατε να τους γνωρίζατε, αν τους συναντούσατε σε ένα καφέ θα πιάνατε κουβέντα μαζί τους;
Απ.: Μα και βέβαια! Τους βρίσκω ενδιαφέροντες. Ναι, θα μιλούσα μαζί τους, θα ήθελα να μάθω κι άλλα. Με κάποιους από αυτούς θα γινόμασταν και φίλοι. Εξάλλου με εμπνέουν οι καθημερινοί άνθρωποι που συναντάω. Αυτοί θέλω να είναι και οι ήρωές μου. Ο άνθρωπος που μένει δίπλα σου, που περπατάει δίπλα σου.
Ερ.: Και οι ηρωίδες σας; Τι γυναίκες είναι; Πως εμπνέεσθαι για αυτές; Τις προσέχετε; Θέλετε να είναι όμορφες, ιδιαίτερες, ερωτεύσιμες;
Απ.: Ξέρετε, με έχουν ρωτήσει πως μπορώ να μπαίνω στην ψυχολογία των γυναικών και να αποδίδω ένα γυναικείο χαρακτήρα τόσο καλά (γελάει). Με ενδιαφέρουν οι ηρωίδες μου. Με έχουν «κατηγορήσει» λίγο για αυτές. Ναι, θέλω να είναι ιδιαίτερες. Δεν έχει τόση σημασία η εξωτερική ομορφιά, που αναμφίβολα και αυτή μετράει και σημαίνει κάτι, όσο όμως να είναι ιδιαίτερες ως χαρακτήρες, ως προσωπικότητες. Να μπορούν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν πολύ.
Ερ.: Να υποθέσω ότι σας εμπνέουν οι γυναίκες που συναντάτε;
Απ.: Μα ναι, φυσικά!
Ερ.: Συμφωνείτε με τον Λόρκα ότι η άλλη όψη του έρωτα είναι ο θάνατος;
Απ.: Ο θάνατος; Όχι, όχι, ποτέ! Κοιτάξτε, εγώ εξοικειώθηκα από πολύ νωρίς με την ιδέα του θανάτου. Και νομίζω ότι τους ανθρώπους τους φοβίζει πολύ η ιδέα του θανάτου και όχι ο θάνατος ως γεγονός. Αλλά αυτό που έχει πραγματικά σημασία στη ζωή είναι ο έρωτας! Δεν μπορώ να φανταστώ ανθρώπους που δεν έχουν ερωτευθεί. Τους θεωρώ πολύ άτυχους. Που πέρασαν από τη ζωή και δεν το ένιωσαν, δεν το έζησαν αυτό.
Ερ.: Ναι, αλλά κέρδισαν τη μακαριότητα της άγνοιας. Γλύτωσαν και από μια ταλαιπωρία όσο να ΄ναι (γελάω).
Απ.: Ναι, αλλά έχασαν το σπουδαιότερο στη ζωή. Δε ξέρουν τι σημαίνει έρωτας. Δεν έμαθαν. Όχι δεν μπορώ να φανταστώ κάτι τέτοιο. Δε ξέρω τι να πω για αυτούς τους ανθρώπους.
Ερ.: Γιατί είπατε ότι δε θα ξαναγράψετε αστυνομικό μυθιστόρημα;*
Απ.: Το δοκίμασα, το έκανα, δε με συνεπήρε ιδιαίτερα. Τώρα περιμένω με μεγάλο ένδιαφέρον αυτό που ολοκλήρωσα για την Ισπανία του 1392, με τον Μέγα Ιεροεξεταστή…
Ερ.: Είναι ιστορικό μυθιστόρημα;
Απ.: Κοιτάξτε, όλοι οι ήρωες είναι φανταστικοί, αλλά μου πήρε δύο χρόνια έρευνα. Οι ερωτήσεις π.χ. της Ιεράς Εξέτασης είναι πραγματικές, όπως βρέθηκαν σε ιστορικές πηγές καταγεγραμένες. Για αυτό έχω και πολλές παραπομπές.
Μιλάμε αρκετά για την εποχή εκείνη, βοηθάνε και οι σπουδές μου, για το κυνήγι μαγισσών ως φράση και ως πραγματικότητα, για το πόσο κοντά είναι οι 5 αιώνες που πέρασαν, για τις πλούσιες χήρες και τις πλούσιες ανύπαντρες γυναίκες που κάηκαν στην πυρα ως μάγισσες για να δημευτεί η περιουσία τους. Για το σύγχρονο κυνήγι μαγισσών. Για τα σύγχρονα στρατόπεδα μαγισσών στην Αφρική, για μια κατηγορία που τελικά ποτέ δεν αποσύρθηκε και γυναίκες που ποτέ δεν αθωώθηκαν. Θα μπορούσαμε να μιλάμε πολλή ώρα ακόμα, είναι εξάλλου από τα "δυνατά", αγαπημένα μου θέματα και όχι μόνο λόγω σπουδών, αλλά όλα τα ωραία εχουν ένα τέλος. Ευχαριστώ κύριε Πολυράκη, πέρασα ωραία.
*Πρόκειται για το «Έγκλημα στην Παλαιών Πατρών Γερμανού».

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Κέικ, Copa Cabana και μούρη βατόμουρο

Τα σαββατοκύριακα με τις κολλητές σου είναι πάντα απρόοπτα. Είναι πάντα αγαπησιάρικα, αν και ποτέ δε ξέρεις αν θα είναι αγαπησιάρικα κοριστίστικα, ή μυστηριωδώς γυναικεία. Συνήθως μαζεύεσαι με τις φίλες σου όταν όλα σου πάνε χάλια. Όταν σε ρωτάνε τι κάνεις και απαντάς "έχω υπάρξει και καλύτερα, αλλά χειρότερα ποτέ"! Τότε που χρειάζεσαι μια αγκαλιά άνευ όρων και προϋποθέσεων. Χωρίς να χρειαστεί να την κερδίσεις, απλά να τη ζητήσεις. Κι ας είσαι παιδί κακό, τρελό, θεοπάλαβο, άγριο, αδιόρθωτο, αμετανόητο και ότι άλλο. Δεν πειράζει. Οι φίλες σου δε σε κρίνουν. Η σχέση δεν είναι έπαθλο μιας μακράς προσπάθειας, ενός βασανιστικού αγώνα. Ξέρουν τι είσαι, πως είσαι, και όλα καλά. Τι να κάνουμε, έτσι είσαι και όλα καλά. Είναι ωραίο να σε αγαπάνε όπως είσαι. Κι ακόμα πιο πέρα, να σε αγαπάνε επειδή είσαι έτσι. Μια αγκαλιά, φόρμες, πυτζάμες, μάλλινοι σκούφοι και γουνάκια στο λαιμό, πολύ γέλιο, αγάπη χρόνων και στο ραδιόφωνο να παίζει το Copa Campana, τη Λόλα και τον Τόνυ κι εμείς να λικνιζόμαστε σε αυτόν τον λάτιν-ντίσκο σκοπό, καθώς φτιάχνουμε στην κουζίνα ένα κέικ με σοκολάτα και πορτοκάλι. Απλά, κοριτσίστικα πράγματα μιας κρύας, μέσα και έξω από την καρδιά μας, Κυριακής.




Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Τα γλυκά πράγματα στη ζωή!

ΠΟΡΤΟΚΑΛΟΠΙΤΑ!!!

Υλικά:
1 πακέτο (450 γραµ.) φύλλο κρούστας    
1 κ.σ. βούτυρο λιωµένο
1 κ.γλ. κανέλα
2 κ.σ. ζάχαρη
5 αυγά
1 φλ. τσαγιού ζάχαρη
1½ φλ. τσαγιού σπορέλαιο
1½ κεσεδάκι γιαούρτι
2 πορτοκάλια (ξύσμα)
2 κ.γλ. µπέικιν πάουντερ
1 βανίλια
2 κ.σ. κονιάκ
1 πρέζα αλάτι
1/2 φλ. τσαγιού σταφίδα µαύρη
Για το σιρόπι: 1½ φλ. τσαγιού ζάχαρη, 1½ φλ. τσαγιού νερό, 2 ζουµερά πορτοκάλια (χυμός),1 πορτοκάλι (ξύσμα).

Εκτέλεση: Ανακατεύουµε σε µπολ την κανέλα και τις 2 κ.σ. ζάχαρη. Αλείφουμε µε βούτυρο ένα μακρόστενο πυράντοχο σκεύος. Βουτυρώνουμε ένα ένα τα 6 φύλλα, τα πασπαλίζουμε µε κανελοζάχαρη, τα σουρώνουμε πλισέ και τα στρώνουμε πλάι πλάι στο σκεύος. Τα ψήνουμε για 10΄ στους 180°C, να ροδίσουν. Σε μπολ χτυπάμε τα αυγά µε τη ζάχαρη µε σύρµα ή µε µίξερ χειρός, να αφρατέψουν. Προσθέτουμε το ξύσμα, το αλάτι, τη βανίλια, το µπέικιν πάουντερ, το γιαούρτι και ανακατεύουμε καλά µε το σύρμα.  Λίγο λίγο προσθέτουμε το λάδι ανακατεύοντας. Τέλος προσθέτουµε το κονιάκ και τις σταφίδες. Κοµµατιάζουµε σε μικρά κοµµάτια µε τα χέρια τα υπόλοιπα φύλλα. Τα ρίχνουμε στο μείγμα και τα ανακατεύουμε, να βραχούν καλά. Περιχύνουµε τα ψημένα φύλλα στο πυράντοχο σκεύος µε το µείγµα και ψήνουμε την πορτοκαλόπιτα στους 180°C, στον αέρα, για 30΄, να σταθεροποιηθεί το γλυκό. Στη συνέχεια το αφήνουμε να κρυώσει. Ετοιµάζουµε το σιρόπι. Βάζουμε σε κατσαρόλα όλα τα υλικά και βράζουμε σε μέτρια φωτιά 7΄-8΄ από την ώρα που θα πάρει βράση. Περιχύνουμε το κρύο γλυκό µε το ζεστό σιρόπι.


Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Μα δε βλέπεις? Δε βλέπεις?...


Τι θα ήθελε η ζωή να μας πει άραγε, αν μπορούσαμε να σταματήσουμε για ένα λεπτό και αυτή καταδεχόταν να ψιθυρίσει στο αυτί μας? 

Να σταματήσουμε με έναν από εκείνους τους σκληρούς, βίαιους τρόπους που μας κάνει η ίδια να σταματάμε, μας κόβει τη φόρα και με τρεμάμενη φωνή μας κάνει να ψιθυρίζουμε ανάμεσα σε λυγμούς και δάκρυα, μάρτυρες απώλειας και πόνου. 

Ή με εκείνους τους άλλους τρόπους, της χαράς, της μουδιασμένης έκπληξης, του χαμογελαστού αναπάντεχου, που τόσο συχνά μας συμβαίνουν και τόσο λίγο τα αντιλαμβανόμαστε. 

Σε αυτή τη ζωή, που τόσο σύντομα και άσκεφτα ζούμε, που φτιάχνουμε σχέδια σα μικροί αθάνατοι και αναλωνόμαστε μέσα σε αυτά, που νομίζουμε ότι όλα θα μας χαριστούν γιατί προσπαθήσαμε σκληρά για τα πολύτιμα κεκτημένα μας, υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε? 

Παραμερίζοντας αυτά που βαθιά επιθυμούμε, δένοντας τη ζωή μας με άλλα και κάνοντας τη διατήρηση αυτών που έχουμε ζωή, υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε? 

Σε αυτή τη ζωή της κατοχής, της κτήσης, της ιδιοκτησίας. Συμπαγής, στέρεη, ασφαλής, λογική. Αλλά με λίγο αέρα, λίγα όνειρα, μικρές, λίγες επιθυμίες. Χωρίς φωνές, χωρίς εξάρσεις, χωρίς παλιρροϊκά κύματα, χωρίς τρικυμίες. Με μεγάλες βαριές διαδρομές, αλλά χωρίς ταξίδια. Με ατέλειωτα πήγαινε – έλα, αλλά χωρίς περιπλανήσεις. Με μεγάλες, άνετες, οικειότητες, αλλά χωρίς μυστήριο, χωρίς έρωτα, χωρίς πάθος. Υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε?  

Συνάντησα κάποιον  μόλις πριν λίγες μέρες.  Δε ξέρω πολλά πια για αυτόν τον άνθρωπο. Ξέρω μόνο εκείνα τα λίγα που πρόλαβα να διαβάσω στο πρόσωπό του, που έλαμπε από χαρά για τη μικρή έκπληξη, για το συναπάντημα με το αναπάντεχο σε εκείνη την ολιγόλεπτη συνάντηση. Εκείνη τη δυσδιάκριτη διάκριση ανάμεσα στο τι έχει σημασία και τι όχι. Ανάμεσα στην αξία του λίγου χρόνου της μιας συνάντησης και του πολύ χρόνου της μιας ζωής. Κοίταξα το πρόσωπό του και είδα έναν χαρούμενο άνθρωπο. Με μια λεπτή ευγνομωνούσα συστολή για τη χαρά αυτή. Κανένας μικρός αθάνατος δεν κρυβόταν μέσα στο βλέμμα του. Όλα ήταν εκεί, ανοιχτά, φανερά, καθαρά. Με μια ζεστασιά να τη ζηλεύεις. Ζούσε τη ζωή που του έδινε χαρά, με τους ανθρώπους και τα πράγματα που αγαπούσε μέσα σε αυτήν. 
Σπουδαίο, σκέφτηκα, πως τα κατάφερε? 


Κάποιος μου επανέλαβε μόλις χτες ότι το πάθος καθοδηγεί τη ζωή του. Ότι ο πόθος του είναι τελικά πάνω από όλα. Έψαξα στο πρόσωπό του με περιέργεια να δω έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, δεν ήταν εκεί. Έψαξα στο βλέμμα του να βρω έναν σοφό άνθρωπο. Ούτε αυτός υπήρχε. Έψαξα δίπλα του να δω το αντικείμενο του πόθου του. Δεν το είδα κοντά του. 
Κι αν η ζωή που τελικά αποφάσισε να ζήσει καταδεχόταν να του ψιθυρίσει για λίγο στο αυτί και αν και αυτός καταδεχόταν να σταματήσει για ένα λεπτό και να την ακούσει, «μα δε βλέπεις?», θα του έλεγε, «δε βλέπεις?...»



Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

4-8-12

Περιμένω τις αγκαλιές που θα έρθουν, σε αγκαλιές που ήδη υπάρχουν.
Τι μπορεί να είναι πιο όμορφο, πιο παρήγορο, πιο δυναμωτικό από μία αγκαλιά? Που τις αναζητούμε τις αγκαλιές αυτές? Υπάρχουν πάντα για μας? Και αν μας λείψουν βγαίνουμε μπροστά να τις αναζητήσουμε? Κι όταν τις βρούμε, έχουμε το θάρρος να ζητήσουμε να μείνουμε μέσα σε αυτές για όσον καιρό χρειαστεί? Είναι αυτός ο καιρός το "για πάντα"?
Εκείνοι που πιστεύουν στην αυτοϊαση και τη θεραπευτική ιδιότητα της ενέργειας θα πούνε ότι ένας άνθρωπος χρειάζεται 4 αγκαλιές κάθε μέρα για να επιβιώσει, 8 για να συντηρηθεί και 12 για να εξελιχθεί. Αλλά τι ακριβώς είναι αυτή η αγκαλιά? Είναι παραχώρηση? Είναι δώρο? Είναι προσφορά?
Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που αρέσκεται να κάνει αγκαλιές. Να αγκαλιάζει τους άλλους και να τους αφήνει να τον αγκαλιάσουν. Δε ξέρω τι ακριβώς είναι μια αγκαλιά μέσα σε μια φιλική ή ερωτική σχέση, ή ακόμη και μια αγκαλιά μεταξύ αγνώστων. Άλλες φορές νομίζω ότι μπορεί να είναι ένας τόπος που όλοι αναζητούμε λυτρωτικά, άλλες φορές ένα μέρος όπου όλοι επιζητούμε να βρεθούμε κάποια στιγμή, άλλες φορές μια ψυχική συνθήκη τόσο αναγκαία για την ύπαρξή μας. Άλλες φορές ένα ανακουφιστικό καταφύγιο, άλλες ένα μυστικό κρησφύγετο και άλλες η σπηλιά του Κύκλωπα που πρέπει μοιραία να σκοτώσεις για να συνεχίσεις το ταξίδι σου.
Οι αγκαλιές που εγώ κατά καιρούς εξαφανίζομαι, είναι αυτές που έχουν φωνές χαράς, σιωπές λυγμών και συγκίνησης, ψιθύρους αγάπης και ευγνωμοσύνης. Θέλω να είναι αγκαλιές ζωντανές, ζεστές, να νιώθω την ανάσα τους στο λαιμό μου. Ξέρω ότι όλες οι αγκαλιές δεν είναι ίδιες. Ξέρω ότι υπάρχουν αγκαλιές που μπορούν να χωρέσουν πολλά. Και ξέρω ότι υπάρχουν αγκαλιές που μπορούν να χωράνε μια ολόκληρη ζωή. Υπάρχουν πάντα αγκαλιές που η ζωή μας η ίδια θέλει να χωράει σε αυτές. Είμαι τόσο ευτυχισμένη που τις έχω.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Η πόλη είναι σκοτεινή

Όταν γυρνάς σε ένα μέρος ύστερα από καιρό, η αλήθεια είναι ότι το βλέπεις αλλιώς. Ίσως κι εκείνο να σε βλέπει αλλιώς. Γύρισα για λίγο στην πόλη που γεννήθηκα. Τη βρήκα τρομακτικά σκοτεινή. Τα μαγαζιά έχουν μειώσει αισθητά τις ώρες που οι βιτρίνες τους είναι φωτεινές. Κάποια άλλα, αρκετά πλέον, είναι ξενοίκιαστα κι έτσι μοιραία σκοτεινά. Εξαιτίας των χρημάτων που δεν υπάρχουν έχει μειωθεί αισθητά ο φωτισμός της πόλης. Άστεγοι κοιμούνται στις εισόδους των πολυκατοικιών της Τσιμισκή και διαρρήξεις καταστημάτων γίνονται δίπλα στη Χρυσοστόμου Σμύρνης. Το παραδοσιακά "ασφαλές" κέντρο δεν υπάρχει πια. Τα λεωφορεία είναι πιο ζεστά από τα σπίτια ακόμα και τώρα στα μέσα του Νοέμβρη. Η πόλη είναι σκοτεινή. Και η καρδιά μου επίσης. Πως γίναμε αυτό που δε θέλαμε? Ευτυχώς οι άνθρωποι παραμένουν φωτεινοί ακόμα. Είναι η μόνη παρηγοριά. Και η μόνη ελπίδα. Εμείς. Ο ένας για τον άλλον...

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Όχι και άσχημα για αυτούς που ψάχνουν νέες εμπειρίες!


Δε ξέρω τι θα αποφάσιζα να κάνω δύο φορές στην ίδια ζωή. Σε μια ζωή που ζεις μονάχα μια φορά, δεν υπάρχει λόγος να κάνεις τα ίδια πράγματα δύο φορές, να δοκιμάζεις ξανά και ξανά και τέτοια ανόητα. Πάρε το μήνυμα και συνέχισε. Ποτέ δεν υπάρχει εξάλλου τόσος χρόνος όσος νομίζουμε.  Εκτός βέβαια, αν έχεις ανάγκη τη συναισθηματική ανάδευση που δημιούργησε η πρωτογενής εμπειρία, χωρίς να είναι όμως βέβαιο ότι θα συμβεί το ίδιο και με τη δεύτερη προσπάθεια. Ή αν πρόκειται για μια υπαρξιακή ανάγκη επιβεβαίωσης, που σε υποκινεί να προσπαθείς για όσο χρειαστεί. Ευτυχώς, μια περίοδος κρίσης σου ανοίγει ένα πεδίο νέων εμπειριών. 
Αναμφίβολα για τους έλληνες βουλευτές δεν ισχύει το παραπάνω, καθώς είτε χάρη στην οικογενειακή τους παράδοση, είτε στο υψηλό τους εισόδημα, έχουν τη δυνατότητα να δοκιμάζουν όσες φορές χρειαστεί – στην πρώτη περίπτωση όχι πολλές – μέχρι να πείσουν το ψηφοφόρο ότι αξίζουν να έχουν μια ευκαιρία να σώσουν  αυτήν τη χώρα. Το να είσαι παλιός βουλευτής θα φανταζόταν κανείς ότι αυτές τις κρίσιμες ώρες, σημαίνει να έχεις «μια ευθύνη παραπάνω», αλλά σε μια εποχή που κανείς στον πολιτικό κόσμο δε θέλει να αναλάβει καμιά ευθύνη, ποιος θέλει να αναλάβει τώρα την «παραπάνω»? Το να είσαι νέος βουλευτης δεν έχει καμιά ευθύνη – καθώς εδώ δεν έχουν οι παλιοί, οι νέοι θα έχουν? – αλλά δεν παύει να πρέπει κάτι να εφευρίσκουν να λένε στους ψηφοφόρους τους, ιδίως όταν ψηφίζουν το ένα μνημόνιο μετά το άλλο. 
Το να είσαι νέο υποψήφιο φυντάνι, μάλλον θα σε διασώσει για λίγο καιρό παραπάνω. Ξέρετε ο πρώτος καιρός, το φορμάρισμα, οι πρώτες δηλώσεις, τα αυτόγραφα, όσο να πεις θέλουν το χρόνο τους. Και προς το παρόν, αυτή η κατηγορία μοιάζει να είναι η πιο ενδιαφέρουσα! Επίδοξοι σωτήρες, μεγαλομανείς ανόητοι, αλαζόνες κρυφο-πολιτευτές, εξουσιολάγνοι, ερωτοτροπούντες με θέσεις και καρέκλες και πάει λέγοντας, μέσα στο δίπολο «Εξουσία – Σωτηρία» αυτού του τόπου. Ο καθένας ξεχωριστά, κάνουν δραματοποιημένες εμφανίσεις προς τέρψιν του κοινού, που όσο να πεις μέσα στο δράμα του αρέσκεται σε κάτι τέτοια. Όχι με καμία ιδιαίτερη δυσκολία, αλλά πιθανόν και εν αγνοία τους, συνθέτουν έναν περίεργο και γραφικό περιφερόμενο θίασο, ένα μπουλούκι της κακιάς ώρας, που δεν αποκλείεται μέλη του, τουλάχιστον τα πιο μεγάλα ονόματα, να κυβερνήσουν αύριο. Βέβαια ίσως και να τους πετάξουν αφού τους στίψουν καλά καλά. Όσο να πεις, είναι και οι παλιές καραβάνες που ξέρουν καλά το παιχνίδι. Ξέρουν να περιμένουν να έρθει η κατάλληλη ώρα κι έτσι αφήνουν να «φυντάνια» να κελαϊδάνε από δω κι από εκεί και να τους κάνουν την όποια δουλειά. Κι εμείς, μιας που μας λείπει ο άρτος, ας απολαύσουμε τα θεάματα αυτά. Μνημόνια, μεσοπρόθεσμα, ψηφοφορίες στη Βουλή, λίγο δράμα, πολύ κωμωδία, βαρύγδουπες ερμηνείες, χρυσά βατόμουρα, από όλα έχει. Όχι και άσχημα για αυτούς που ψάχνουν νέες εμπειρίες!


Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Ένα υπέροχο μέρος, ένα εξαιρετικό πρωινό

Το τηλέφωνο χτύπησε χωρίς να το περιμένει. Το σήκωσε χωρίς να κοιτάξει καν το νούμερο.
- Που είσαι? άκουσε μια γνώριμη φωνή από την άλλη πλευρά. Είχε πολύ καιρό να την ακούσει, αλλά ήξερε τόσο καλά  τη φωνή του που θα την αναγνώριζε πάντα.

- ....

- Λοιπόν, που είσαι? ξαναρώτησε με σταθερή επιμονή και έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό.

- Έχει καμιά σημασία, του είπε εκείνη προσπαθώντας να αποφύγει την απάντηση.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν γεμάτη σκέψεις, ερωτήσεις, απαντήσεις, συμπεράσματα.

- Έχει. Σκεφτόμουν να έρθω αύριο το πρωί να σε πάρω να πάμε σε ένα υπέροχο μέρος για ένα εξαιρετικό πρωινό.

- Ουάου! Τόσα υπέροχα και εξαιρετικά σε μία πρόταση, όλα μαζί. Και πως σκέφτεσαι να το καταφέρεις αυτό?

- Ναι, όλα μαζί. Εύκολα, δύσκολα, όπως χρειαστεί. Λοιπόν... που είσαι?

(συνεχίζεται...?)


Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Δύσκολα μαθήματα νο 3.815

Τι είναι πιο σκληρό? Να χάνεις όλες σου τις βεβαιότητες? όλα εκείνα που ξέρεις, γνωρίζεις και αγαπάς?

Ή να χάνεις όλα σου τα όνειρα? όλα εκείνα που επιθύμησες, φαντάστηκες και ερωτεύτηκες?

Και αν συμβαίνει να χάνεις και τις βεβαιότητες και τα όνειρά ταυτόχρονα, ποιο είναι το μάθημα που πρέπει να καταλάβεις?

Πάμε πάλι. Τι  είναι πιο σκληρό?

Να ανταλλάσσεις ένα άγνωστο αύριο για μία γνωστή πραγματικότητα?

Ή να μη διαπραγματεύεσαι ένα ανούσιο σήμερα για ένα συναρπαστικό αύριο?

Κι αν δεν μπορείς να ερωτευθείς το αύριο, αλλά ούτε να αγαπήσεις το σήμερα, τι είναι αυτό που πρέπει να ξέρεις για σένα?

Πάμε πάλι. Τι είναι πιο σκληρό?

Να παραμένεις αυτό που οι άλλοι νομίζουν ότι είσαι?

Ή να γίνεσαι αυτός που πραγματικά εσύ γνωρίζεις ότι είσαι?

Κι αν δεν μπορείς να διακρίνεις το φαίνεσθαι από το είναι, πως γνωρίζεις που βρίσκεται η αλήθεια?

Πάμε πάλι. Τι είναι πιο σκληρό?

Να ομολογείς και να ζητάς πάλι?

Ή να μένεις μόνος αλλά αυτάρκης?

Και αν δεν μπορείς να καταλάβεις τη διαφορά... τότε τι απέμεινε πια να περιμένεις...?

Μυστήριο πράγμα η ζωή! Ευτυχώς πιο μεγάλη από τις ανθρώπινες συμπεριφορές, πιο πλούσια, πιο γαλαντόμα! Μυστήρια μαθήματα! Δύσκολα. Άλλου επιπέδου...

Καλό διάβασμα!



Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

"Η ζωή είναι αλλού"

Τι είναι αυτό που πραγματικά ζητάμε από τον άλλον μέσα από την επιθυμία μας να είμαστε μαζί του? 

Δε ζητάω τίποτα, θα πούνε κάποιοι και είναι απόλυτα βέβαιο ότι λένε ψέματα, αλλά λίγοι πραγματικά γνωρίζουν γιατί καταφεύγουν σε ένα τόσο μεγάλο και πασιφανές ψέμα. Λίγα πράγματα ζητάω, θα πούνε κάποιοι άλλοι και θα συμπληρώσουν ότι ξέρουν τι ζητάνε στη ζωή, τι αξίζει και αυτό γυρεύουν. Λίγοι θα πούνε ότι ζητάνε πολλά και δε θα δώσουν πολλές εξηγήσεις, γιατί πολλά αυτά που ζητάνε, πολλές οι εξηγήσεις, που να βγάλεις άκρη. Ακόμα πιο λίγοι, ελάχιστοι, θα δηλώσουν με το θράσος και την υπερηφάνεια που λίγοι έχουν, ότι τα θέλουν όλα. Δε θα εξηγήσουν, δε θα προσθέσουν, δε θα πούνε τίποτα άλλο. Τι άλλο χρειάζεται να πει κανείς μετά από αυτό?

Δε ξέρω πιο από όλα είναι το δύσκολο, πιο από όλα είναι το εύκολο, που είναι η αλήθεια, που είναι το ψέμα. Και ίσως μέσα στο "πολύ", στο "λίγο", στο "περισσότερο", στο "λιγότερο", στο "όλα", όλα να μπορούν να γίνουν. Ίσως πάλι να μην υπάρχει χώρος να γίνει τίποτα. Κανείς δε ξέρει. Και αυτοί που λένε ότι ξέρουν είναι ανόητοι και αλαζόνες. Κανείς δε ξέρει. Ούτε η ζωή. Αυτή βέβαια, γιατί δεν ενδιαφέρεται να μάθει. "Η ζωή είναι αλλού".


Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Αν τα θαύματα δεν ήταν τόσο αναγκαία στη ζωή, δε θα υπήρχαν στα βιβλία

Τελικά όλοι ένα θαύμα προσδοκούμε, που θα έρθει και θα αλλάξει τη ζωή μας, εμάς, τον άλλον. Ένα θαύμα σε όλα τα πεδία. Στην προσωπική μας ζωή, στην επαγγελματική μας κατάσταση, στην πολιτική ζωή της χώρας, στην οικονομική κατάσταση της Ευρώπης, παντού. Εκείνοι που πιστεύουν, το περιμένουν φωνάζοντας και διαλαλώντας το, με την πεποίθηση ότι το δικαιούνται. Εκείνοι που δεν πιστεύουν, το περιμένουν μέσα σε μια σιωπή που δεν τολμούν να ομολογήσουν. Το περιμένουν όμως. Κάτι να γίνει. Κάτι να γίνει που θα τα αλλάξει όλα!

Τις περισσότερες φορές, όπως όλοι γνωρίζουμε, το θαύμα δεν έρχεται, ή τουλάχιστον όχι στο προκαθορισμένο ραντεβού. Αναμφίβολα είναι μια δύσκολη και δυσάρεστη στιγμή να το ζεις αυτό. Αυτοί που αρέσκονται να αυτοχαρακτηρίζονται "ορθολογιστές", θα σου πούνε ότι "θαύματα δεν υπάρχουν". Αυτοί που προτιμούν να αυτοχαρακτηρίζονται "ρομαντικοί", θα σου πούνε ότι "η ζωή είναι γεμάτη θαύματα". Κάποια σπάνια ράτσα θα τραβήξει μπροστά για να κάνει μόνη της το δικό της θαύμα, για τον εαυτό της και τους άλλους, δε θα πει τίποτα και θα αποφύγει κάθε αυτοχαρακτηρισμό. Σπάνια ράτσα, παρεξηγημένη και κακοχαρακτηρισμένη, αλλά τι να κάνουμε, έτσι είναι.

Δε βρίσκω τίποτα κακό στους ανθρώπους που περιμένουν ένα θαύμα, ή κατά το κοινώς λεγόμενο "κάτι να γίνει". Είναι συνυφασμένο με το υλικό των ανθρώπων, αν όπως λέει ο ποιητής είναι αυτό των ονείρων, με τα βαθύτερα κομάτια της ανθρώπινης ψυχής και τελικά ο συνδετικός κρίκος της με τη θεϊκή φύση. Δε βρίσκω τίποτα απαξιωτικό στη συντριβή που ακολουθεί, όταν αυτό το θαύμα δε συμβαίνει. Ίσα ίσα, μόνο λόγια παρηγορίας έχω να πω.

Γνωρίζοντας όμως πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, παίζοντας τόσους ρόλους, περιμένοντας το θαύμα να έρθει, συντετριμμένη που δεν ήρθε, ή αποφασίζοντας να το κάνω εγώ για μένα και τους άλλους, μόνο ένα πράγμα μπορώ να πω με σιγουριά: για να έρθει ένα θαύμα στη ζωή σου, πρέπει να το αξίζεις. Και η αξία ενός ανθρώπου, όπως ακριβώς και η αξία ενός θαύματος, είναι πέρα από κάθε κόστος. Και η επιλογή για το τι αξίζει και το τι κοστίζει στη ζωή, είναι πάντα, μα πάντα, δικιά μας.


Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Ένα μικρό και ένα μεγάλο κάτι...

Ένα από τα πράγματα που με ταλαιπωρούσα στο σχολείο, εκτός από το ίδιο το σχολείο που ήταν βαρετό και πληκτικό και πήγαινα πάντα με την εντύπωση ότι χάνω το χρόνο μου γιατί όλα τα σπουδαία και σημαντικά γίνονταν πάντα κάπου αλλού, ήταν η διπλανή μου η Σμαρώ. Δε ξέρω πως έκατσε έτσι και κάτσαμε μαζί, αλλά κάτσαμε. Το καλύτερο κομάτι λοιπόν κάθε πρωί για τη Σμαρώ ήταν να αφηγείται τα θρίλερ που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Σας μιλάω για μανία με τα θρίλερ! Δύο και τρία κάθε βράδυ! Εγώ, που δεν ήξερα πως θα είναι η ζωή μου μετά, δεν μπορούσα με τίποτα όλη εκείνη την περιγραφή από μανιακούς δολοφόνους, από αίμα που έτρεχε, από τσεκούρια που υψώνονταν, από πόρτες που έτριζαν, και ότι άλλο τέλος πάντων. Δηλαδή, δεν μπορούσα με τίποτα! Τόσο με τίποτα, που προτιμούσα να προσέχω στο μάθημα! Πράγμα βέβαια που δεν πτοούσε τη Σμαρώ, γιατί τα έλεγε σε αυτήν που καθόταν πίσω μας (και δε θυμάμαι το όνομά της). Το γεγονός ότι και εγώ και η Σμαρώ γίναμε δημοσιογράφοι είναι όπως καταλαβαίνετε εντελώς συμπτωματικό, και δεν επιδέχεται καμία άλλη ερμηνεία. Σήμερα, που η ζωή έχει γίνει τρελό θρίλερ, που έχω δει τόσο αίμα όσο για τρεις ζωές, που τα τσεκούρια υψώθηκαν στο κέντρο της Αθήνας κάποιο απόγευμα, που οι πόρτες της ζωής μας τρίζουν συνθέμελα, αισθάνομαι ότι μάλλον χρωστάω ένα μικρό κάτι στη Σμαρώ για όλη εκείνη την εκπαίδευση! Σήμερα, αυτό το υπέροχο, ζεστό μεσημέρι του Σαββάτου, το σχεδόν καλοκαιρινό, που κάθομαι σε μια υπέροχη βεράντα με τα μάτια κλειστά, απολαμβάνω το τσάι μου και ευχαριστιέμαι τον ήλιο πάνω μου, αισθάνομαι ότι μάλλον χρωστάω ένα μεγάλο κάτι στη ζωή! Καλημέρα σε όλους! Να έχετε ένα ωραίο Σ/Κ.

Πως λέγονται? Ποιοι είναι?

Η κρίση μας κάνει "καλύτερους ανθρώπους"? όλους? ή κάνει μόνο τους "καλούς" "καλύτερους" και τους "κακούς" "χειρότερους"? 
Έχουμε ανάγκη μια καλή κουβέντα, έναν παρήγορο λόγο, ή κάτι περισσότερο πια? Είναι όλα τόσο απλά και ρομαντικά? Ή είναι κάτι πιο πολύπλοκο, όπως πάντα ήταν οι ανθρώπινες σχέσεις? 

Νομίζω ότι πια δεν είναι. Τώρα, καθώς η δυσκολία μας ξεπέρασε, μας κύκλωσε από παντού, τώρα τα πράγματα αλλάζουν μεγέθη και θέσεις μέσα μας και έξω. Τώρα επαναξιολογούμε ταχύτερα με άλλα κριτήρια μοιραία, καθώς και οι συναισθηματικές ανάγκες είναι άλλες. Μεγαλύτερες, βαθύτερες, απαιτητικότερες. 

Κι εμείς? Μένουμε ίδιοι ή αλλάζουμε? Κι αν αλλάζουν οι ανάγκες μας, πως ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες των άλλων? Μπορούμε, θέλουμε, τελικά τα καταφέρνουμε? Και πως λέγετε αυτό? Ευαισθησία? Ενσυναίσθηση? Αλληλεγγύη? Μήπως γινόμαστε απλά αυτοί που είμαστε? Και αυτοί που παραμένουν αλύγιστοι ηθικοπλάστες και "λογικοί" στην εποχή του παραλογισμού, είναι "καλοί" ή "κακοί"? πως λέγονται? ποιοι είναι? αξίζει να θέλει να τους καταλάβει κάποιος?


Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Η τέχνη του απολαμβάνειν

Το να απολαμβάνεις έναν καφέ ή ένα τσάι ήταν πάντα μια τέχνη. 
Όχι η τέχνη της προετοιμασίας τους, αλλά η τέχνη του "απολαμβάνειν τον άλλον". Τι μπορεί να συνιστά αυτήν την τέχνη?

Απλά και σύνθετα πράγματα, γιατί μία τέχνη δεν μπορεί ποτέ να είναι μόνο απλή. Αναμφίβολα ένα ωραίο μέρος. Ένα καλοσερβιρισμένο πράσινο τσάι κι ας μην είναι ιδιαίτερα καλό ως ποικιλία. Είναι μια καλή παρέα. Είναι ο άλλος που μπορεί να μιλήσει, που έχει πράγματα να πει και θέλει και μπορεί να το κάνει. Να ανοιχτεί, σε έναν καινούριο άγνωστό του άνθρωπο. Με μια κοσμοπολίτικη αυταρέσκεια? Ίσως, γιατί όχι. Με μια ειλικρινή παρουσία? Ναι, αυτό είναι το ιδεατό. Κι ύστερα να υπάρχει και ένα κοινό πεδίο, που να δέχονται και οι δύο να βρεθούν σε αυτό. Να μιλήσουν, να ανταλλάξουν απόψεις, ανησυχίες, να σχεδιάσουν ή να αδιαφορήσουν για το κοντινό ή μακρινό μέλλον. Και όλο αυτό να έχει μια αυθεντικότητα, χωρίς ανόητες επιτηδεύσεις και μικροαστικές χαζές υποκρισίες και επιδείξεις. Ωραία πράγματα. Όχι απλά, όχι εύκολα. Ευτυχώς. Γιατί όλη αυτή η εξιδανείκευση και ιδεολογικοποίηση του "απλού", μας είχε στερήσει πολλή ομορφιά. Και τώρα, που πιο δύσκολα ίσως να μη γίνεται, η απομυθοποίηση του "δύσκολου" δε φαντάζει πια τόσο τρομακτική. Έτσι θα ονειρευτούμε, θα επιθυμήσουμε και θα διεκδικήσουμε τα όμορφα. Και ας είναι δύσκολα. Ένα πράσινο τσάι, ένας καφές, δυο αυθεντικοί άνθρωποι με γνήσιες και ειλικρινείς ανησυχίες. Η τέχνη του απολαμβάνειν. 

Ευχαριστώ για το τσάι!



Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Τι πραγματικά αξίζει...

Βιάζομαι, βιάζομαι, βιάζομαι να ντυθώ. Θέλω να πάω στα εγκαίνεια μιας έκθεσης που δε θέλω να χάσω, θέλω και να είμαι πίσω στις έντεκα για ένα ραντεβού που δε θέλω να χάσω, τα θέλω όλα μέσα σε λίγες ώρες και έτσι μπαινοβγαίνω βιαστική και ετοιμάζομαι. Η οθόνη του τηλεφώνου μου αναβοσβήνει και καθώς είναι μήνυμα ή αναπάντητη κλήση, φαντάζομαι ότι είναι από τον Άρη, ένα φίλο μου που μπορεί να πάμε μαζί. Το παίρνω γρήγορα, κοιτάζω βιαστικά το νούμερο, δεν το αναγνωρίζω, αλλά έτσι κι αλλιώς το καλώ. Μια γυναικεία φωνή ακούγεται. Μου λέει το όνομά της και ... Ω Θεέ μου! Μεμιάς τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια, οι πρώτες μου σπουδές, στη δημοσιογραφία, ξεπηδούν από παντού! Η Φωτεινή! Η Φωτεινή! Πως με βρήκες ρωτάω έκπληκτη και χαρούμενη κι εκείνη μου αφηγείται έναν μικρό μαραθώνιο τηλεφωνημάτων. Η Φωτεινή! Σταθερή αξία πάντα. Αν σε κάτι συμφωνούσαμε όλοι ανεξαιρέτως και εκτιμούσαμε όλοι ανεξαιρέτως στη Φωτεινή, ήταν ότι ήταν μια παραδοσιακή, κλασική αξία. Ήρεμη, γλυκομίλητη, ήξερε και να μαγειρεύει! Εγώ, χμ, εγώ όχι δεν ήμουν έτσι και ούτε ήξερα να μαγειρέψω τίποτα. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια, πολλά ταξίδια για να καταφέρω να φτιάχνω κάτι. Άλλο πράγμα εγώ. Η Φωτεινή είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει και γίναμε αμέσως φίλες. Μη με ρωτάτε πως και γιατί δύο τόσο διαφορετικά άτομα έγιναν φίλες. Δε ξέρω. Με εκείνον τον ενθουσιασμό και το άδολο της νεανικής μας ηλικίας υποθέτω. Η Φωτεινή! Η Φωτεινή, η Λίλιαν και εγώ. Ο μεγάλος πονοκέφαλος του τμήματος. Και την Φωτεινή την έπαιρνε άδικα η μπόρα και οι καθηγητές απορούσαν πως έκανε παρέα μαζί μας. Και ερχόταν πάντα ιδιαίτερα ντυμένη και προσεγμένη. Και τι στιγμές ζήσαμε μαζί! Το αξέχαστο με τον καθηγητή του Ποινικού (την ώρα που έμπαινε στην αίθουσα)"Πολιτάκη πέρασε έξω", "μα δεν έκανα τίποτα", "θα κάνεις παιδί μου, θα κάνεις!" Το αμίμητο λογοπαίγνιο που σκάρωσε η Λίλιαν για το επίθετο της Φωτεινής, ως απάντηση σε έναν καθηγητή φιλοσοφίας μια μέρα των εξετάσεων! Α, αυτός ο καθηγητής φιλοσοφίας! Με μια ιδιαίτερη αδυναμία στη Φωτεινή! Ευγενέστατος, καλότατος και στην ηλικία του μπαμπά της. Τι πείραγμα έχει φάει για αυτό η Φωτεινή, δεν περιγράφεται! Της μιλούσα με μια χαρούμενη έξαψη. Δε νομίζω ότι έλεγα κάτι, απλώς επαναλάμβανα πόσο χαιρόμουν που την άκουγα. Γελούσα δυνατά καθώς εικόνες και περιστατικά ξεπηδούσαν από παντού. Ναι, και εκείνη η φορά που μουλάρωσα μετά το μπάνιο στη θάλασσα και δεν έλεγα να περπατήσω μισό βήμα παραπάνω. Η Φωτεινή ήταν ο ίδιος γλυκομίλητος, ευθύς άνθρωπος που ήξερα και θυμόμουν. Με ρώτησε μόνο δύο πράγματα. Αν είμαι καλά και αν είμαι ευτυχισμένη. Κι όταν συνέχισα με γέλια να της λέω διάφορα μου είπε με εκείνον το τόσο γνώριμο και αγαπημένο τόνο "όχι, δεν άλλαξες καθόλου!". Και αυτή η μικρή φράση, ειπωμένη από τη Φωτεινή τόσο επιβεβαιωτικά σε αυτό το τηλεφώνημα, έγινε ξαφνικά ο πιο ειλικρινής απολογισμός της ζωής μου. Και είναι πραγματικά ωραίο να κρατάς ότι καλό από τον νεανικό σου ενθουσιασμό, εκείνη την τρέλα, το απρόβλεπτο και το χειμαρρώδες εκείνης της ηλικίας και να γίνονται τελικά κομάτια του χαρακτήρα σου. Και όσοι στη συνέχεια της ζωής μου κοίταξαν βαθιά μέσα μου, νομίζω εύκολα τα αναγνώρισαν. Η αγαπημένη Φωτεινή! Κλείσαμε το τηλέφωνο λέγοντας ότι θα μιλήσουμε ξανά και σύντομα και θα βρεθούμε με την πρώτη ευκαιρία. Ίσως την πείσω να κάνει και σελίδα στο F/B. Είπαμε, παραδοσιακός τύπος η Φωτεινή. Φωτεινή, χάρηκα τόσο που πήρες! Αν και θέλω να σου ομολογήσω κάτι. Άλλαξα. Έγινα αυτό που ήμουν...

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Είναι μια καλημέρα


Σήμερα είναι μια περίεργα όμορφη μέρα. Όχι με εκείνη τη σε όλους διακριτή ομορφιά, αλλά με την άλλη, εκείνη που τη διαισθάνονται όλοι αλλά λίγοι μπορούν να την κοιτάξουν κατάματα και να την καταλάβουν. Αυτήν την επικίνδυνη ομορφιά, που όταν την πλησιάσεις πολύ, μπορεί να σου κόψει την ανάσα, να σου βάλει τρελές ιδέες, να σου γεννήσει βασανιστικές επιθυμίες. Είναι μια μέρα φωτεινή, λαμπερή, που όμως φυσάει ευχάριστα, ευπρόσδεκτα, ίσως λίγο δυνατά, σα να θέλει να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Κι έτσι, μετά από πολύ καιρό, το έξω ήρθε να ευθυγραμμιστεί με το μέσα μας. Με εκείνο το κομάτι που ζητάει να φυσήξει, να ξεκαθαρίσει, να αλλάξει και ταυτόχρονα παραμένει φωτεινό και λαμπερό. Κάτι θα αλλάξει θα πουν οι ονειροπόλοι, ίσως κάτι να αλλάξει θα πουν οι ιδεολόγοι, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει θα πουν οι αμετανόητα πραγματιστές και θα μείνουν σιωπηλοί εκείνοι που δεν πρόσεξαν την καινούρια μέρα και αισθάνονται φοβισμένοι με το ενδεχόμενο της όποιας αλλαγής. Και άλλοι θα παραμείνουν αδρανείς περιμένοντας τις εξελίξεις που άλλοι θα δρομολογήσουν και άλλοι θα διεκδικήσουν με νύχια και με δόντια τη θέση τους στην προσωπική τους ή την ευρύτερη αφήγηση, γιατί τι στο καλό, αφού ζεις μονάχα μια φορά κάνε το όσο καλύτερα μπορείς. Αναμφίβολα σε αυτήν την απόφαση συναντιούνται ενδιαφέρουσες παρουσίες. Ρομαντικοί ιδεαλιστές, μπαρουτοκαπνισμένοι τυχοδιώκτες, σκληροτράχηλοι μισθοφόροι και άλλοι εξέχοντες τύποι. Ευτυχώς η ζωή έχει μια ποικιλία που δε σε αφήνει να π.λήξεις ποτέ. Βέβαια, μπορεί και τίποτα από όλα αυτά να μη συμβαίνει και να είναι απλώς μια μέρα που φύσηξε λίγο και το μόνο που να χρειάζεται να πούμε είναι μια καλημέρα.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Η αρρενωπή γοητεία της Αριστεράς

Αναμφίβολα το πρόσωπο των τελευταίων ημερών είναι ο Αλέξης Τσίπρας. Οι επισκέψεις του σε Παρίσι και Βερολίνο και οι συναντήσεις του με ευρωπαίους ηγέτες έγιναν σε κατάμεστες από δημοσιογράφους αίθουσες, τα αιτήματα για συνεντεύξεις έπεσαν βροχή, τα ξένα ΜΜΕ μιλούν διθυραμβικά για αυτόν και τα ελληνικά ΜΜΕ τρέχοντας όπως πάντα πίσω από τα γεγονότα κουβεντιάζουν αν η συμπεριφορά του συνιστούσε προσβολή στον Γάλλο Πρόεδρο Ολάντ. Και ο Αλέξης Τσίπρας με σύμμαχό του την υπολογίσιμη φωτογένειά του, ναι γράφει ωραία στο φακό και στην κάμερα, και το πλατύ του χαμόγελο που όσο ο ίδιος μεγαλώνει γίνεται πιο αρρενωπό και γοητεύει, ισορροπεί οριακά ανάμεσα στην ειρωνία και την αναίδεια, το χιούμορ και την προσβολή, μη γνωρίζοντας τους λεπτούς κανόνες τακτ και ευγενείας που διέπουν τη συμπεριφορά αυτού του επιπέδου. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι πια ο νεαρός με το T-shirt που του πήγαιναν τα σακάκια. Μεγαλώνει και του πάνε πάρα πολύ τα ανοικτά πουκάμισα χωρίς γραβάτα, που δίνουν έναν πιο "επαναστατικό" αέρα, ένα πιο "ριζοσπαστικό" ενδυματολογικό, πολιτικό στυλ. Κι άμα είσαι νέος, ωραίος και λίγο αναιδής, και τα λες και καλά, ε άμα σου πάνε και τα ανοικτά πουκάμισα χωρίς γραβάτα, πολύ θέλουν οι λαοί της Ευρώπης που αναζητούν έναν νέου τύπου ηγέτη για την Αριστερά? Ο Τσίπρας δε θα είναι από δω και μπρος ποτέ ξανά σκέτο "Αλέξης" και αυτό είναι μια πραγματικότητα που όσο κι αν ζοριστούν κάποιοι στην Αριστερά πρέπει να το πάρουν απόφαση. Βέβαια, δε γνωρίζει το ευρωπαϊκό "φέρεσθαι" αυτού του επιπέδου, το ξέρει και ο ίδιος και άνετο δεν θα τον έλεγες με τίποτα στις συναντήσεις αυτές. Ίσα ίσα, και υποστήριξη ήθελε και την επιζητούσε με κλεφτές ματιές και χαμόγελα αμηχανίας υπήρξαν πολλά. Αλλά είπαμε, νέος, ωραίος, επαναστάστης κέρδισε τις εντυπώσεις. Εξάλλου, για αυτές πήγε. Κι έπειτα, όλα μαθαίνονται σε αυτή τη ζωή. Κι ακόμη κι εγώ που ως γνωστόν μου αρέσουν οι άνδρες με μούσι, ομολογώ ότι είναι η στιγμή του Τσίπρα. Που θα τον φέρει η δυναμική αυτής της στιγμής δε γνωρίζω. Αλλά σκέφτομαι ότι τον γνωρίσαμε όταν οι προβολείς της εγχώριας πολιτικής σκηνής έπεσαν πάνω του ως Πρόεδρο του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. Σήμερα τον ξανακοιτάμε ως ελπιδοφόρο πρόσωπο της ευρωπαϊκής Αριστεράς καθώς τα φώτα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής πέφτουν πάνω του. Δε ξέρω ποια θα είναι η επόμενη φορά, ενδέχεται όμως να είναι η "τρίτη και τυχερή", ή θα κερδίσει την παρτίδα από τώρα? Και πραγματικά δε ξέρω ακόμη αν ο Αλέξης Τσίπρας είναι τόσο καλός παίκτης, ή απλά τυχερός και έτσι βρέθηκε να παίζει σε ένα δυνατό τραπέζι μια ενδιαφέρουσα παρτίδα. Θα δείξει... και σύντομα...

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Τίποτα δεν επαναλαμβάνεται. Εκλογές ξανά.


Κατανοώ απολύτως την άρνηση των media να διακρίνουν κάτι ουσιώδες στην προκήρυξη νέων εκλογών ένα περίπου μήνα, μετά τις προηγούμενες.Λόγος φοβικός, πρόθεση τρομοκρατίας και υποψία ότι ίσως δεν πείσουν τελικά,αγωνιώδη ένταση για το μέλλον της χώρας στη φωνή, τόση όση χρειάζεται για να δικαιολογηθούν τα πολλά μηδενικά στο μηνιαίο μισθό των δημοσιογράφων και σε άλλες παράπλευρες απολαβές, συνθέτουν το mediaκό σκηνικό.Το παιχνίδι είναι όπως πάντα σε μεγάλο βαθμό επικοινωνιακό, αλλά αυτή τη φορά και σε εξίσου μεγάλο βαθμό πολιτικό. Και η μετατόπιση αυτή, που τοποθετεί τις πολιτικές εξελίξεις στο επίκεντρο με έναν τρόπο πιο ουσιώδη και σε καλύτερη, πιο αντίστοιχη σχέση με την πραγματικότητα,είναι το πρώτο μεγάλο όφελος. Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης έδειξε ότι το διακύβευμα των εκλογών δεν μπορούσε να ήταν απλώς η τοποθέτηση από τη μία ή την άλλη πλευρά μιας γραμμής που έγραφε «μνημονιακοί – αντιμνημονιακοί». Από την αρχή ο πολιτικός κόσμος ήξερε ότι το δίλημα αυτό ήταν πολύ μικρό για να αποτελέσει το κεντρικό πολιτικό ερώτημα της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης μετά την κρίση, αλλά επέλεξε να σιωπήσει και να αρκεστεί σε αυτό. Υπέθεσε ότι ο κόσμος για άλλη μια φορά δε θα μπορέσει να αντιληφθεί σε βάθος και στηρίχθηκε σε αυτήν την υπόθεση και πλειοδότησε σε αυτήν την αδυναμία που σε άλλες εποχές, σε άλλες εκλογικές αναμετρήσεις ίσως και να κέρδιζε. Αλλά αυτή τη φορά έχασε. Ο κόσμος, ο λαός, τα πρόβατα, το κοπάδι, όπως ο κάθε πολιτικός χώρος επέλεξε να χαρακτηρίσει το εκλογικό σώμα στη διάρκεια της προηγούμενης προεκλογικής περιόδου, άλλοτε με τον πρέποντα και άλλοτε με κανένα σεβασμό, φάνηκε περισσότερο σκεπτόμενος, πιο αποφασιστικός, πιο έτοιμος από τους πολιτικούς κι αυτό δεν μπορεί να το παραγνωρίσει κανείς από εδώ και πέρα. Είναι αλήθεια ότι το εκλογικό αποτέλεσμα ξάφνιασε. Κλόνησε την παντοδυναμία των δημοσκοπήσεων, χτύπησε με μένος τις κακοφτιαγμένες και υποβαλλόμενες καταστροφολογικές εκδοχές των media, αιφνιδίασε τον πολιτικό κόσμο με διαφορετικό τρόπο στον κάθε χώρο. Έδειξε όμως με μια εικόνα ξεκάθαρη παρά τις πολλαπλές ερμηνείες της, ότι τα ερωτήματα θα θέτονται πια από τη βάση και η εμβάθυνσή τους θα αποφασίζεται εκεί και όχι από τα επικοινωνιακά επιτελεία των κομμάτων και το mediaκό κατεστημένο. Και αυτή ίσως είναι μια από τις πιο ισχυρές παρακαταθήκες στην οικοδόμηση μιας διαφορετικής επόμενης μέρας. Και τώρα ξανά προς εκλογές. Χωρίς την επικυριαρχία του mediaκού πάνω στο πολιτικό, αλλά με επίκεντρο το πολιτικό.Χωρίς ανόητα διλήματα, αλλά με εμβάθυνση στα ερωτήματα. Χωρίς αλλαζονικούς χαρακτηρισμούς και αφελείς κορώνες, αλλά με μεγαλύτερη περίσκεψη. Σε μια διαδρομή από το δικομματισμό στο διπολισμό όπως έχει αρχίσει να χαρακτηρίζεται αυτή η προεκλογική περίοδος, που περιέχει πολλά.Την προσπάθεια συγκρότησης ενός αριστερού μετώπου που θα μπορέσει να αποτελέσει μια αυριανή κυβερνητική λύση και την προσπάθεια ανασυγκρότησης του συντηρητικού χώρου με τον ίδιο σκοπό.Δεν είναι τόσο η συγκρότηση συμμαχιών,προγραμματικών συμφωνιών και άλλων τέτοιων γνωστών προεκλογικών τακτικών. Ίσως να μην είναι το μέσα ή έξω από την Ευρώπη, Ευρώ ή Δραχμή, Ελπίδα ή Φόβος. Είναι ο νέος τρόπος που για πρώτη φορά οι ενδεχόμενες απαντήσεις μοιάζουν να μπορούν να νοηματοδοτήσουν την επόμενη, άλλη μέρα. Τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και ο αρχηγός της δεν καταφέρνουν με κανένα τρόπο στις δημόσιες – τηλεοπτικές εμφανίσεις τους να πιστωθούν τα οφέλη του πρώτου κόμματος.Χωρίς τον αέρα του νικητή, χωρίς καμία δυναμική, άτονοι, ασυντόνιστοι, ακόμα ξαφνιασμένοι, επαναλαμβάνουν κακότεχνα και άκαιρα το παλιό παιχνίδι που περιλαμβάνει τρομοκρατικές κορώνες και αδιέξοδα τρομακτικά διλήματα.Οι δημοσκοπήσεις τους παίζουν τρελά ως πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές, αλλά η αλήθεια είναι πως άγγιξαν οροφή και οι αναποφάσιστοι που είναι στο 18% αν τελικά αποφασίσουν να πάνε να ψηφίσουν μάλλον δε θα φοβηθούν και πολύ από όλα αυτά. Περισσότερο ενδιαφέρουσα παράμετρος η ανάληψη εν λευκώ της επικοινωνιακή εκστρατείας από τον Παναγιώτη Ψωμιάδη, παρά η κίνηση απόγνωση-συμμαχία με Μπακογιάννη και Καρατζαφέρη. Ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ αναμφίβολα φέρει τον αέρα του νικητή και έτσι κι αλλιώς, με μία ευρύτερη ανάγνωση είναι ο νικητής και το ξέρει, στοιχείο όχι απαραίτητα κακό. Έδειξε ότι μπορεί να τοποθετηθεί και να σταθεί με εμπειρία στο mediaκό σκηνικό, αλλά τα πράγματα φάνηκαν να δυσκολεύουν όταν χρειάστηκαν οι εξηγήσεις για το οικονομικό του σχέδιο και άρχισαν να ακούγονται πολλά από πολλές φωνές. Η εμφάνιση του «Υπεύθυνου Οικονομικών» Μηλιού ήταν μια κακή επιλογή. Δε φάνηκε ούτε επαρκής, ούτε πειστικός, ούτε αποφασιστικός και ξεκάθαρος ως χρειαζόταν και η εμφανής τηλεοπτική του απειρία αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο την αδύναμη εικόνα του. Αν ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ δεν εξηγήσει σύντομα με σαφήνεια και πειστικότητα το οικονομικό του σχέδιο, προφανώς θα του στοιχίσει. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ κάπου κρύβεται, κάτι κάνει, κάπου κάτι βγαίνει και ψελίζει μέσω του αρχηγού του που για πρώτη φορά αν και λαλίστατος και ρητορικότατος μοιάζει να θέλει να κερδίσει από τη σιωπή, ξανακρύβεται, παίρνει χάπια για να συνέλεθει από το σοκ και μόνο ο Κουκουλόπουλος μοιάζει να έχει συνέλεθει κάπως και απορώ πως προλαβαίνει να τρέχει καθημερινά σε τόσα κανάλια, σε τόσες εκπομπές και δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνει, καθώς δεν έχει τίποτα να πει κι έτσι επαναλαμβάνει συνεχώς «η πατρίδα» και «η πατρίδα» λες και εκείνος βρίσκεται σε μια άλλη χώρα και μιλάει από μακριά. Αν το ΠΑ.ΣΟ.Κ δεν αλλάξει σύντομα μότο θα αντιμετωπίσει προβλήματα σύγχυσής του με άλλα κόμματα, καθώς και τα ποσοστά του προβλέπεται ότι μετά τις επόμενες εκλογές θα θυμίζουν πια άλλα κόμματα. Το Κ.Κ.Ε. σαφές,ξεκάθαρο και αμετακίνητο ενενήντα χρόνια τώρα, δε θα μας κάνει ούτε αυτή τη φορά τη χάρη. Ποιος ξέρει ίσως στα εκατό. Οι ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ κάτι θα χάσουν, κάτι θα κερδίσουν και θα πρέπει να περιμένουν και άλλες εκλογικές αναμετρήσεις για να αποδείξουν τη βιωσιμότητά τους. Η παρουσία του αρχηγού τους που είναι αρχηγού παρόντος... , είναι αυτή ανθρώπου που πιστεύει ότι θα είναι ο αυριανός Πρωθυπουργός και φαίνεται να εμπνέει ώστε να το πιστεύουν και όλοι οι βουλευτές του που κατά περίεργο λόγο, στις τηλεοπτικές τους εμφανίσεις δεν υστεριάζουν όλοι – πλην Κουντουράς που υστεριάζει για τον Καμμένο - τόσο θα περιμέναμε περί εθνικών θεμάτων. Τα μικρότερα κόμματα αυτά που δεν μπήκαν ούτε θα μπουν στη Βουλή, αναμφίβολα θα χάσουν από τα ποσοστά τους, καθώς οι ψηφοφόροι τους θα μετακινηθούν σε μεγαλύτερα κόμματα, μεγαλύτερης δυναμικής. Η τηλεοπτική τους παρουσία ανύπαρκτη πλέον, καθώς δεν πρόκειται να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην επικείμενη εκλογική διαδικασία. Για τη ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ δεν έχω να πω πολλά.Η παρουσία της θα κριθεί σε εκλογές πέρα και έξω από την κρίση, καθώς όπως και η ιστορία με τον πιο αναντίρρητο τρόπο δείχνει, σε περιόδους κρίσεων τέτοια κόμματα γνωρίζουν άνοδο. Προς το παρόν η τηλεοπτική τους παρουσία είναι απλά και μόνο γραφική. Η πολιτική τους παρουσία ανώφελη και εύχομαι αυτό να γίνει αντιληπτό και από τους ψηφοφόρους. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο υπηρεσιακός Πρωθυπουργός κ. Πικραμμένος πιο επικοινωνιακός από οποιονδήποτε Πρωθυπουργό μέχρι τώρα, άνθρωπος εύχαρις, ευγενής, με διάκριση από ότι φαίνεται για το τι είναι σοβαρό και τι όχι, γνωστός λάτρης της τέχνης, κάνει έξυπνα λογοπαίγνια με το όνομά του αμέσως μόλις αναλαμβάνει τα καθήκοντά του και σε προκαλεί να θέλεις να πιεις ένα τσάι μαζί του. Οψόμεθα.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Η τυρρανία του προσωπικού μέτρου μιας υπέροχης ζωής


Ποια είναι η αξία του προσωπικού μας μέτρου? Ποια η αναγκαιότητα της ύπαρξής του? Να ελέγχει και να κατευθύνει τη ζωή μας, ή να περιβάλει με κατανόηση τη ζωή των άλλων? Και τι είναι αυτό που επιζητούμε όταν καταφεύγουμε στην επίκληση του μέτρου των άλλων? Και τι είναι αυτό που εννοούμε λέγοντας για κάποιον ότι "δεν έχει μέτρο"? Είμαι ένας άνθρωπος που πάντα προβληματιζόταν με το μέτρο και την έννοιά του. Με τρόπους φιλοσοφικούς, Λογικούς, πρακτικούς. Ίσως γιατί ποτέ δεν έζησα με ένα "κοινό μέτρο", σαν αυτό που μετράνε οι περισσότεροι άνθρωποι την λίγο πιο πάνω, λίγο πιο κάτω από το μέτρο και την καθημερινότητα, ζωή τους. Αρχικά δεν επιθυμούσα κάποιο μέτρο γιατί δεν ήταν εύκολο. Δεν ήταν εύκολο να έχεις ένα κοινό μέτρο με τους άλλους, όταν εσύ χρειαζόταν να περπατήσεις κάθε μέρα 3 χλμ μέσα στην άμμο για ένα μικρό μπουκάλι νερό και στο τέλος να το δίνεις σε κάποιον πιο διψασμένο από σένα, υπολογίζοντας ότι εσύ θα καταφέρεις να κάνεις τα 3 χλμ της επιστροφής και χωρίς νερό, ενώ εκείνος όχι. Δεν ήταν εύκολο να έχεις ένα κοινό μέτρο με τους άλλους, όταν σκάει η βόμβα των Ταλιμπάν δίπλα σου σε έναν χωμάτινο δρόμο του Πακιστάν κι αντί να σκοτωθείς εσύ, σκοτώνεται ο διπλανός σου. Δεν ήταν εύκολο να έχεις ένα κοινό μέτρο με τους άλλους όταν έχεις κοιτάξει για πολύ καιρό κατάματα την ανθρώπινη δυστυχία, τον ανθρώπινο πόνο, την απελπισία, την απόγνωση για ένα πιάτο φαί, ένα μπουκάλι νερό, μία γάζα και ένα αιμοστατικό. Δεν είναι εύκολο όταν έχεις δει τη ζωή να στραγγίζει από μία αιμορραγία που δεν μπορείς να σταματήσεις, να σβήνει από μία αντιβίωση που δεν έχεις να δώσεις, να σκορπίζει και να εξαφανίζεται από έναν εκρηκτικό μηχανισμό, να χάνεται από μια φυσική ή ανθρώπινη βιαιότητα. Πραγματικά σου είναι πολύ, πολύ δύσκολο, ζώντας σε μια τέτοια καθημερινότητα να έχεις ένα μέτρο κοινό με το μέτρο των άλλων. Μετά, καθώς ο καιρός περνούσε, θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό που δεν είχε ένα μέτρο. Γιατί ποιος πραγματικά θα μπορούσε να σταθεί όρθιος απέναντι, ποιος πραγματικά θα μπορούσε να κριθεί και πόσο μάλλον να αντέξει σε ένα τέτοιο μέτρο? Ποια ζωή, ποια καθημερινότητα, ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να φαντάξει έστω και με λίγο ενδιαφέρον συγκρινόμενος με όλα αυτά? Με ποιο μέτρο να θαυμάσεις, να εκτιμήσεις, να αναγνωρίσεις κάποιον πέρα από τον εαυτό σου, που εύκολα θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε ένα εγωιστικό, υπερφίαλο Εγώ? Πόσο μάλλον να "αφήσεις" κάποιον να φανεί πιο θαυμαστός, πιο ξεχωριστός και τελικά ερωτεύσιμος? Και παρόλο που γρήγορα κατάλαβα ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν τη ζωή που ζουν φοβερή, καταπληκτική, ενδιαφέρουσα κι ένα κάρο τέτοια, επέλεξα να μην "κρίνω" τους άλλους με ένα προσωπικό "μέτρο", αλλά να προσπαθώ να τους κοιτάω μέσα στη δική τους πραγματικότητα, μέσα στη δική τους καθημερινότητα, στις δικές τους επιλογές, χωρίς χαρακτηρισμούς, χωρίς συγκρίσεις και κυρίως χωρίς απαξίωση για ότι και αν αυτή η καθημερινότητα ήταν. Με μια σεμνότητα, με μια αποδοχή που γρήγορα έγιναν δεύτερη φύση μου. Με τον καιρό έμαθα να μην κρίνω καθόλου τους άλλους και τις ζωές τους, γιατί δεν υπάρχει κανένας, μα κανένας λόγος να κάνουμε κάτι τέτοιο έτσι κι αλλιώς.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Σιχαμένες σεμνότητες και βαρετοί προβληματισμοί

Δύο χρόνια μέσα στη σκληρή κρίση, ένα μήνα πριν από τις πρώτες εθνικές εκλογές μετά την κρίση, δυο ανάσες πριν από ένα θεραπευτικό καλοκαίρι που όλοι έχουμε ανάγκη, σκέφτομαι ποιο είναι το πραγματικό ζητούμενο όλου αυτού. 

Ένα νέο πρότυπο αλήθειας που θα καθαγιάσει το αμαρτωλό παρελθόν μας? Ένα νέο συλλογικό κληροδότημα πάνω στο οποίο η κοινωνία θα επενδύσει τα παλιά και νέα της πάθη? Μια νέα θεάρεστη κολυμβήθρα του Συλωάμ όπου όλοι θα τρέχουμε να βαπτιστούμε ή ένα νέο αιμοσταγές Καπιτώλειο όπου θα σηκώνουμε και θα κατεβάζουμε το δάχτυλο αποφασίζοντας για την τύχη του ηττημένου μονομάχου? 

Σκέφτομαι και δεν μπορώ να ξεφύγω από αυτό το «νέο». Μοιάζει σα να είμαι στα μισά ενός δρόμου όπου κάθε επόμενο βήμα μου σβήνει το δρόμο που μόλις άφησα πίσω. Σκέφτομαι ότι οι κοινωνίες αρέσκονται στις ενότητες και ξεχνιούνται στις συνέχειες. Ξεχνούν να επαναστατήσουν, πολυσυζητούν τις ρήξεις χωρίς να είναι βέβαιο ότι τελικά θα τις κάνουν και περνάνε στην ιστορία τις όποιες ασυνέχειες για να εξετάσει εκείνη σε ένα χρόνο άγνωστο, αλλά ανακουφιστικά μακρινό τι «πραγματικά» συνέβη. 

Παρόλα αυτά όμως ευτυχώς, η ζωή αναδιατάσσεται. Άλλοτε βασανιστικά αργά και άλλοτε σε ένα χρόνο που φαίνεται λίγο πιο σύντομος, αλλά εσύ σε κάθε περίπτωση πιστεύεις ότι είναι ο «κατάλληλος» . Αλλά ποτέ δε ξέρεις πότε είναι ο κατάλληλος. Και προσπαθείς να οσμισθείς τη στιγμή κάπου στον αέρα, κάπου έξω από σένα. Αλλά η στιγμή είσαι εσύ. Όλα είσαι εσύ.

Το πολιτικό σύστημα εντός και εκτός Κοινοβουλίου συζητά. Όχι με τον κόσμο. Κάπου κρυμένο, συνωμοτεί για νέες τερατογενέσεις και τον τρόπο που αυτές θα ενταχθούν ομαλά στη ζωή μας και θα συγκροτήσουν νέες πολιτικές και κοινωνικές πραγματικότητες, ή περιαυτολογεί ψιθυρίζοντας με θλιβερή εσωστρέφεια και περισσή σιχαμένη σεμνότητα. Πάντως συζητά, με την αφέλεια ενός κακού ομιλητή που θεωρεί ότι έχει όλο το χρόνο δικό του. Άλλοι μοιάζουν ακόμα να παραπέουν σε έναν ορυμαγδό ερωτημάτων και αποριών χωρίς καμία αίσθηση του χρόνου και της στιγμής. Άλλοι αισθάνονται ήδη νικητές επειδή αντιλήφθηκαν τα ερώτηματα, παρόλο που αδυνατούν να δώσουν απαντήσεις. Άλλοι ιεροποιούν το διάλογο προσπαθώντας να πείσουν ότι με τον τρόπο αυτόν τον νοηματοδοτούν με κάτι υψηλότερο των περιστάσεων. Και άλλοι κάπου στα άκρα, κάποιοι δυσάρεστα και εφήμερα δημοφιλείς και κάποιοι αιώνια βαρετοί και επαναλαμβανόμενοι, παπαγαλίζουν τσιτάτα άλλων εποχών. 
 Αλλά ο κόσμος μοιάζει να αδιαφορεί για τους ορυμαγδούς των ερωτημάτων και των αποριών που κρατούν χρόνια και να επιζητά απαντήσεις στο τώρα. Σε μια εποχή που τίποτα δεν είναι ιερό, όλα μπορούν να λεχθούν και η σιωπή θα κοστίσει. Η δημοφιλία θα εξαργυρωθεί και αυτή με το μικρό ποσοστό που της αναλογεί, γιατί όλες οι τούρτες χρειάζονται ένα κερασάκι και αυτό είναι όλο.

Η ιστορία κάνει αυτό που της αναλογεί, συντομεύει τα χρονικά διαστήματα και ο χρόνος ακονίζει τα γεγονότα για να φτιάξει τη νέα ιστορική ερμηνεία. Καμιά φορά μοιάζει λίγο με θεωρία παιγνίων κι εγώ την επικαλούμαι γιατί μου αρέσει να αναστατώνω με τις «αιρετικές» απόψεις μου τους καθώς πρέπει ιστορικούς. 
Ένα μήνα πριν από τις πρώτες εθνικές εκλογές μετά την κρίση, κάποιοι μοιάζουν ακόμη να σκέφτονται που θα σταθούν, με ποιους θα πάνε και ποιους θα αφήσουν. Μοιάζουν ακόμη να μαθαίνουν τα λόγια τους, ενώ το έργο έχει αρχίσει εδώ και καιρό. Μοιάζει σα να μην είναι αποφασισμένοι να παίξουν και στέκονται διστακτικά κάπου στην άκρη της σκηνής. Δεν τους αδικώ. Είναι κάπως δυσάρεστα στο κέντρο της, κάτω από τα πολλά φώτα. Αλλά και πάλι, πως να πεις όχι όταν η δράση είναι μπροστά σου? Γιατί δε θυμάμαι αν σας το είπα, το έργο παίζεται κι έφτασε η στιγμή που όλοι περιμέναμε: Κυρίες και κύριοι έφτασε η στιγμή για δράση! Φυσικά υπάρχει πάντα η αυλαία – ορόσημο. Υπάρχουν στιγμές που η αυλαία πέφτει, αλλά η ιστορία συνεχίζεται και τίποτα δεν τελειώνει.

Και μη ξεχνάτε: το χειροκρότημα είναι η τροφή του καλλιτέχνη, ενίοτε και του πολιτικού (το γιαούρτι αποτελεί πάντα επιδόρπιο, αλλά όχι στα επίσημα γεύματα). Σας εύχομαι να απολαύσετε την παράσταση!



Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Το πραγματικό, η πραγματικότητα και το αναγκαίο

Ο τρόπος που οι λέξεις συγκροτούν τα γλωσσικά μας συστήματα και κατ΄επέκταση τους εκφραστικούς μας κόσμους, η χρησιμότητα των οποίων είναι μάλλον περισσότερο να τους επιβάλουμε ως κόσμους πραγματικούς και υπάρχοντες, παρά να συναντήσουμε με πληρότητα τον εαυτό μας και τους άλλους, συγκροτούν ταυτόχρονα και αναντίρρητα τόσο τους εννοιολογικούς μας κόσμους, όσο και τις δομές εξουσίας. Καθώς η σκέψη του ατόμου αποτελεί κοινωνικό γεγονός, το όποιο έλλειμα ελευθερίας και δημοκρατίας ενυπάρχει στην επιλογή και στη χρήση των λέξεων, στη συγκρότηση των ιδεών και των απόψεων και τελικά στον τρόπο που η κυρίαρχη θέση συνθέτει το λεξιλόγιό της για να αποδώσει την επιβαλλόμενη πραγματικότητα ή τη δοξαστική παρελθοντολογική της μυθολογία, γίνεται απόλυτα ορατό στην καθημερινή μας ζωή.
Η απόσταση που ενυπάρχει ανάμεσα στα «κέντρα φιλοξενίας» και στα «κέντρα κράτησης» μεταναστών δεν είναι απόσταση απλών γλωσσικών συμβάντων που στερούνται συνεκτικής επιχειρηματολογίας. Είναι η εκφραστική απεικόνιση μιας ηθικής μετατόπισης και μιας μεγάλης πολιτικής ευρωπαϊκής αποτυχίας, οι οποίες νοηματοδοτούν με ένα νέο, αδύναμο, ανεπαρκές και τελικά φοβικό περιεχόμενο το διάλογο που ευτυχώς ακόμα γίνεται στα πλαίσια του Διεθνούς Δικαίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Οι γενικολογίες της Συνθήκης της Λισαβόνας, οι αρνήσεις της Συνθήκης του Τάμπερε, οι ασάφειες της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης, η διστακτικότητα και η ατολμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η επιφύλαξη και ο φόβος της Ευρώπης να αποδεχθεί τη Διεθνή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων των μεταναστών, βοήθησαν έντεχνα να ξεχαστεί ότι η διασφάλιση στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ακόμη και για όσους εισέρχονται παράνομα στη χώρα, προστατεύεται από τα Οικουμενικά Ανθρώπινα Δικαιώματα και είναι αδιαπραγμάτευτη.
Η Ελλάδα ως χαμένος, αποπροσανατολισμένος ουραγός, ψηλαφίζοντας τις εξελίξεις και στην καλύτερη περίπτωση παπαγαλίζοντας τις συμφωνίες, οικοδόμησε μια μεταναστευτική πολιτική θεωρώντας τη μετανάστευση επιβλαβή για την ελληνική κοινωνία σε όλα τα επίπεδα κι έτσι μοιραία έδωσε έμφαση στον εσωτερικό και εξωτερικό έλεγχο και όχι στην νομιμοποίηση των παράτυπων μεταναστών. Αυτό που μόλις λίγα χρόνια πριν οι φασίζουσες πλευρές της πολιτικής ζωής δε θα τολμούσαν να θέσουν, τον εγκλεισμό των μεταναστών σε στρατόπεδα, σήμερα μία κυβέρνηση που ισχυρίζεται για τον εαυτό της ότι δεν είναι τέτοια, προβαίνει στην υλοποίηση τέτοιων μέτρων. Θα ήταν εμπαιγμός της μέσης νοημοσύνης να υποστηρίξει κάποιος, ότι ένα εγκαταλελειμένο στρατόπεδο το οποίο θα «ανακαινιστεί», έξω από τον οικιστικό ιστό ή στα όριά του, με δύο σειρές εξωτερικού τοίχους με συρματόπλεγμα και αρκετούς εσωτερικούς τσιμεντένιους φράκτες, όπου οι «φιλοξενούμενοι» δεν θα μπορούν να κυκλοφορήσουν έξω από αυτό αλλά μόνο να προαυλιστούν, αποτελεί κάτι άλλο από χώρο εγκλεισμού, από στρατόπεδο κράτησης, πόσο μάλλον «κέντρο φιλοξενίας». Και θα ήταν επίσης εμπαιγμός στην κοινή νοημοσύνη να ισχυριστεί κάποιος ότι το μέτρο αυτό συνιστά μεταναστευτική πολιτική.Το γεγονός ότι κανείς δε χρήστηκε, ονοματίστηκε, χρεώθηκε έστω ως φορέας διαχείρισης αυτό του προγράμματος, ότι κανένας διάλογος δεν έγινε, κανένας σχεδιασμός, κανένα βήμα στην ελληνική μεταναστευτική πολιτική, ότι οι φήμες οργιάζουν για συμφωνημένες ήδη αναθέσεις σχετικά με την οικοδομική επέμβαση στους χώρους και την τροφοδοσία, είναι σημεία που δεν εκπλήσουν πια κανέναν. Είναι εκφράσεις ενός συστήματος που όλοι γνωρίζουμε πλέον καλά. Αυτό όμως που με εκπλήσσει είναι το επιχείρημα που εμφυτεύτηκε και κυκλοφορεί σε κάθε mediaκή νίξη του θέματος. Όχι τόσο οι έντονες αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών οι οποίες ήταν αναμενόμενες, αλλά η προθυμία του έλληνα πολίτη να μπει εκείνος σε αυτά τα «κέντρα φιλοξενίας» όπου θα απολαμβάνει δωρεάν σίτιση και ταυτόχρονα θα αποσωβεί με τον τρόπο αυτόν τη μαζική εγκατάσταση μεταναστών στον τόπο του. Αυτών των ίδιών μεταναστών που θα χρησιμοποιήσει με εξευτελιστικούς όρους ως εργατικό δυναμικό στη συγκομιδή φράουλας, ενός από τα λίγα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας και θα στοιβάξει όπως όπως σε παραπήγματα για έναν ύπνο.
Αναμφίβολα ζούμε μια άκρως ενδιαφέρουσα εποχή. Την εποχή όπου η πραγματικότητα στερείται του πραγματικού και μάλιστα με έναν τρόπο πολύ λιγότερο ανορθολογικό ή παράδοξο από ότι θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Αλλά και χωρίς το φαντασιακό αυτό να μπορεί να υποκαταστήσει ή να καλύψει την απουσία του πραγματικού. Είναι ανάγκη να διεκδικήσουμε ξανά το πραγματικό. Η πραγματικότητα μπορεί να περιμένει.

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Πιθανό μάθημα ζωής (νο. 183)

Τι ψάχνουμε να βρούμε πραγματικά στον Άλλον? Είναι η φευγαλέα λάμψη της δικής μας αντανάκλασης αποτυπωμένη στο βλέμμα του που μας γοητεύει, ή αντέχουμε να γοητευτούμε από το ολότελα άγνωστο και ακατανόητο δικό του? Πόσο δικό μας θέλουμε να τον κάνουμε? Πόσο Άλλον αντέχουμε να τον αφήσουμε? Πόσα έτοιμα αιτήματα/συμπεράσματα της προηγούμενης ζωής μας επιθυμούμε να του φορτώσουμε και πόσα ολότελα καινούρια, ξένα, πρωτόγνωρα πράγματα αντέχουμε να ζητήσουμε από εκείνον? Γιατί ζητάμε ξανά τα γνώριμα "δικά μας"? Και άραγε θα συναντήσουμε πραγματικά εκείνον τον Άλλον, όντες εμείς ίδιοι?

Κουβαλώντας όλα αυτά που ξέρουμε, που γνωρίζουμε για τον εαυτό μας, όλες αυτές τις βεβαιότητες που με κόπο και προσπάθεια αποκτήσαμε για αυτόν, σπάνια καταλαβαίνουμε το μάταιο της προσπάθειάς μας να συνευρεθούμε με αυτούς τους όρους με τον Άλλον. Σπάνια διακρίνουμε το επαναλαμβανόμενο, γνωστό και ασφαλές των αιτημάτων μας. Θέλω να... και είναι το ίδιο να, με όλα τα προηγούμενα να. Και είναι το ίδιο θέλω, σαν όλα τα προηγούμενα θέλω. Του ζητάμε να προσφέρει αυτό το άγνωστο που φέρει, με τους δικούς μας γνωστούς σε εμάς τρόπους. Για να κατανοήσουμε, να καταλάβουμε, να μάθουμε, να αισθανθούμε ξανά ασφαλείς και δεν καταλαβαίνουμε το καταστροφικό της απαίτησής αυτής. Δεν μας αρκεί να αισθανθούμε, όταν αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε χωρίς αιτήματα στον άλλον παρά μόνο στον εαυτό μας. Ζητάμε από τον άλλον, ενώ ο μόνος από τον οποίο μπορούμε να ζητήσουμε είναι ο εαυτός μας.

Θέλω να...

Ο άγνωστος και συναρπαστικός Άλλος, αυτή η terra ingognita, αχαρτογράφητη, τρομακτική και επικίνδυνη, ίσως δεν έρχεται επιθυμώντας να γίνει ένα κομμάτι του γνωστού και πιθανά σπουδαίου κόσμου σου, να πάρει τη θέση της σαν χαρακτηρισμένο σημάδι στο χάρτη της γνωστής και πιθανά σπουδαίας ζωής σου. Μπορεί απλά να ήρθε να χαράξει το όνομά της πάνω σου και να ξαναφύγει. Κι εσύ...?


Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Τα λαμπερά πρωινά που σου ψιθυρίζουν στο αυτί καλημέρα

Είναι ένα υπέροχο ανοιξιάτικο πρωινό Κυριακής. Ζεστό, λαμπερό, σου ψιθυρίζει στο αυτί ότι το καλοκαίρι είναι κοντά. Έχω ξυπνήσω και αφήνω τα μάτια μου κλειστά κάτω από αυτές τις γενναιόδωρες αχτίδες. Δε θέλω να τα ανοίξω με τίποτα, θέλω αυτό το παιχνίδι να κρατήσει κι άλλο. Τεντώνομαι νωχελικά ξανά και ξανά και μετά σηκώνομαι μόνο για να ανοίξω το παράθυρο και να ξαναβουτήξω στο κρεβάτι μου. Έχει μια μοναδική ησυχία που δε ξέρω πόσο θα κρατήσει. Δεν έχει και τόση σημασία. Το πρωινό συνεχίζει να είναι ζεστό, λαμπερό και να μου ψιθυρίζει στο αυτί. Κάθε φορά που τελειώνει ο χειμώνας σκέφτομαι πόση ενέργεια χρειάστηκα για να τον αντιμετωπίσω. Με κουράζει, απομυζά την ενέργειά μου και δε μου αρέσει καθόλου. Πρέπει να πάω κάπου πολύ ζεστά, να έχει μόνο καλοκαίρι. Μόνο ζεστά, λαμπερά πρωινά να σου ψιθυρίζουν στο αυτί. Είναι ωραία. Αυτές οι νωχελικές στιγμές που το μυαλό σου διστάζει και το σώμα σου ζεστό ακόμα αρνείται να αλλάξει κατάσταση. Ξανατεντώνομαι αργά κι ακούω το σώμα μου να αναρωτιέται τι θα κάνουμε σήμερα. Τίποτα, του λέω. Σήμερα θα απολαύσουμε την Κυριακή μας και ψάχνω το σεντόνι για να σκεπάσω τον γυμνό μου ώμο. Το πρωινό συνεχίζει να μου ψιθυρίζει στο αυτί κι εγώ γελάω... Καλημέρα

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Τα πρωινά που μας είχαν λείψει


Σήμερα ήταν ένα ηλιόλουστο, λαμπερό, ανοιξιάτικο πρωινό. Όσο ζεστό και όσο τσουχτερό χρειάζεται να είναι ένα σαββατιάτικο πρωινό του Μαρτίου. Στεκόμαστε στην Μ. Ιωσήφ κρατάμε τον καφέ μας στο χέρι και κουνιόμαστε ρυθμικά στο ρυθμό από τα κρουστά που παίζουν τα παιδιά από το κέντρο απεξάρτησης "Αργώ". Δίπλα είναι το stand των Thessalonistas μιας μεγάλης, νεανικής οργάνωσης της πόλης και δίπλα το stand των Γιατρών του Κόσμου, που σήμερα έχουν το παζάρι βιβλίων στο νέο Κατώι του Βιβλίου του Αλέξανδρου Μπαρμπουνάκη. Θέλουμε να τελειώσουμε γρήγορα τον καφέ μας για να έχουμε τα χέρια μας ελεύθερα να μπορούμε να κρατάμε το ρυθμό και να αφήσουμε το σώμα μας να τον ακολουθήσει με μια πιο έντονη κίνηση. Ο κόσμος περνάει σταματάει αγοράζει, συμπληρώνει φόρμες μέλους, κατεβαίνει στο Κατώι, διαλέγει βιβλία. Υπάρχει μια υπέροχη διάθεση και πολλά χαμόγελα σε πείσμα των "δύσκολων καιρών". Ανταλλάσσουμε καλημέρες, χαιρετισμούς, αγκαλιές, φιλιά. Κάθε φορά που τα παιδιά με τα κρουστά λένε "τελευταίο κομμάτι" φωνάζουμε "κι άλλο" και παίζουν άλλο ένα. Οι λίγο πιο μεγάλες στην ηλικία κυρίες της Μητροπόλεως μας κοιτάνε χαμογελώντας καθώς λικνιζόμαστε σε αυτόν τον ολοένα και αυξανόμενο σε ένταση ρυθμό των κρουστών. Πρόσωπα άγνωστα που τα ενώνει η ίδια αόρατη γραμμή χαράς και ικανοποίησης. Είχε καιρό να συμβεί. Σχεδόν πιστέψαμε ότι δε θα μπορούσε να γίνει. Δε θα μπορούσε να υπάρξει αυτή η προσέλευση, αυτά τα χαρούμενα πρόσωπα, αυτή η διάθεση της προσφοράς. Ασφαλώς και δε γνωρίζω το τελικό ποσό που συγκεντρώθηκε, αλλά και μόνο ότι αυτό συνέβη, και μόνο ότι υπήρξε μια ιδέα που ενέπνευσε τον κόσμο, τον έβγαλε έξω, τον έφερε εκεί κι ο κόσμος αυτός μοιράστηκε με χαρά αυτό που γινόταν, ήταν σπουδαίο. Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό από αυτά που μας είχαν λείψει. Χάρηκα πολύ που ήμουν εκεί. Σας ευχαριστώ που ήσασταν κι εσείς. Θα τα ξαναπούμε σύντομα

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Ίσως ναι, ίσως όχι

Και πριν τρεις μέρες το αποφάσισα: τέλος ο χειμώνας για φέτος! Όχι ότι ήταν καμιά τρελά καλοκαιρινή μέρα, αλλά ήμουν σε τρελά καλή διάθεση. Κι έτσι λίγο ο καιρός, πολύ η διάθεση, το αποφάσισα! Είναι γνωστό βέβαια, ότι αυτήν την απόφαση την παίρνω κάποια στιγμή μέσα στο χρόνο όταν δεν αντέχω άλλο χειμώνα, εκεί δηλ. μέσα στο Μάρτιο και απλά το ανακοινώνω στους φίλους μου. Είναι επίσης γνωστή σε όλους εκείνη η χρονιά, που αρχές Μαρτίου αποφάσισα ότι τελείωσε ο χειμώνας και μέσα Μαρτίου χιόνισε. Και ξέχασα να σας πω πως όταν παίρνω αυτήν την απόφαση, μαζεύω τα βαριά πανωφόρια μου, τις μάλλινες μπλούζες, κατεβάζω κάτι πιο ελαφρύ και χρωματιστό έως πολύ, αντικαθιστώ τα κασκόλ μου με τα μαντήλια που λατρεύω και φυσικά μαζεύω και τις μπότες μου. Και φυσικά όλοι θυμούνται τη Φένια να λέει εκείνο τον Μάρτιο "καλά βρε πουλάκι μου τα ρούχα, αλλά ένα ζευγάρι μπότες κατέβασέ τες, δε θα το πούμε σε κανέναν, μόνο εμείς θα το ξέρουμε". Και φυσικά δεν κατέβασα, γιατί όταν αποφασίσω κάτι, πάει και τέλειωσε. Κι έτσι έβγαλα εκείνες τις μέρες με τα χιόνια, φορώντας ελαφρά ανοιξιάτικα ρούχα το ένα πάνω στο άλλο, κάτι ελαφριά τζάκετ και κάτι μονίμως μουσκεμένα από το χιόνι παπούτσια.
Το να αποφασίζει κάποιος ότι τελείωσε ο χειμώνας, ίσως είναι η καλύτερη απόφαση που μπορεί να πάρει, έστω κι αν δεν αφορά όλη του τη ζωή, αλλά μόνο μια χρονιά. Και εξίσου ωραίο είναι ότι ακολουθεί, τα χρωματιστά ρούχα, τα πιο ελαφρά υφάσματα, η ανεβασμένη διάθεση, τα πολλά χαμόγελα, ο ενθουσιασμός που ακολουθεί τις πρώτες απανωτές λιακάδες, οι τεμπέλικες αγκαλιές στον ήλιο και τα ίχνη από τα βήματα πάνω στην υγρή ακόμα άμμο της παραλίας. Είναι από εκείνες τις αποφάσεις που ποτέ δε σκέφτεσαι ότι χρειάζεται να πάρεις. Πως καλά είναι κι έτσι και η άνοιξη νομοτελειακά θα έρθει κάποια στιγμή. Αλλά ποιος σίγουρα το ξέρει? Ίσως ναι, ίσως όχι. Αλλά ακόμα κι αν είναι έτσι και θα έρθει, όλες αυτές οι βεβαιότητες και τα αυτονόητα δε στεγνώνουν τη ζωή απελπιστικά πολύ? Δε της στερούν αυτό το περίσσιο χρώμα, αυτό το φωτεινό βλέμμα, αυτό το αυθόρμητο γέλιο που η ζωή πάντα έχει ανάγκη? Όλη αυτή η παραμονή σε ένα χειμώνα, που κάποιος άλλος και όχι εμείς θα αποφασίσει για το τέλος του, δε μας στερεί με έναν τρόπο ένα κομμάτι ζωής? Κι αν αντί να τελειώσει κρατήσει πάρα πολύ?
Η άνοιξη για μένα δεν είναι και καμιά σπουδαία εποχή, ανήκω αποκλειστικά στο καλοκαίρι, αλλά είναι εδώ, μόλις μια απόφαση απόσταση. Πάρτε την να πάμε παρακάτω, στο καλοκαίρι, που αρχίζουν πραγματικά τα καλά...

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Είναι πάντα δύσκολο

Ήξερα πάντα ότι ήταν δύσκολο. Ότι ήταν από τα πολύ δύσκολα αυτού του κόσμου το να διαχειριστείς την ελευθερία σου. Και μαζί με αυτήν, να διαχειριστείς και όλη την ελευθερία που σου παραχωρεί ο άλλος όταν σε αγαπάει. Μια ελευθερία χωρίς περιορισμούς, χωρίς όρους, χωρίς συμφωνίες κι έτσι μια ελευθερία χωρίς φόβους, χωρίς αμοιβαιότητες και χωρίς αιτήματα. Είναι εκείνη η ελευθερία που μπλέκεται με την αγάπη που ο άλλος σου έχει και τον κάνει να λέει ναι, ακόμα και όταν θέλει να πει όχι, ακόμα και όταν χρειάζεται να αναποδογυρίσει το μέσα του, το έξω του, να ταράξει την ψυχή του ολόκληρη και να στη δώσει. Αυτή η ελευθερία είναι μια πάρα πολύ δύσκολη ελευθερία. Και μπορεί από τον άλλον να φαίνεται ότι απαιτεί πολλά, από εσένα όμως απαιτεί πάντα περισσότερα. Το να είσαι ένας ελεύθερος νους, μια ελεύθερη αδάμαστη ψυχή, απαιτεί πάντα πολλά, απαιτεί να καταθέσεις σε αυτό όλα όσα έχεις και όλα όσα είσαι. Απαιτεί να είσαι αυτός που πραγματικά είσαι. Και είναι τόσο σκληρή η απαίτηση αυτή, που εσύ δεν μπορείς να είσαι παρά ο εαυτός σου.
Κάθε φορά που μέσα στην υπέροχη γεύση της ελευθερίας μου περιορίζω την ελευθερία του άλλου, λυπάμαι πραγματικά. Όχι μόνο γιατί απέτυχα να σεβαστώ την ελευθερία του, αλλά γιατί απέτυχα να τιμήσω τη δικιά μου.

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Και συνεχίζουμε το πρόγραμμά μας με τα ιπτάμενα γουρούνια!

Το ότι έφτασε στη Θεσσαλονίκη μια μεγάλη ανθρωπιστική βοήθεια από Έλληνες και Γερμανούς της Β. Γερμανίας και αυτές τις μέρες ξεφορτώνεται για να διατεθεί σε φορείς που θα τη μοιράσουν, είναι μια είδηση που δεν έπαιξε οπωσδήποτε στα μεγάλα, αλλά και στα μικρότερα κανάλια. Είναι μια είδηση που δεν έχει θέση στην υπέροχη εικόνα που παρουσιάζει ο Υπουργός Οικονομικών για τη χώρα και μαζί του τα media. Μια χώρα που "σώθηκε", που παρέμεινε στο club του ευρώ και της Ευρώπης, μια χώρα που συνεχίζει την ευρωπαϊκή της πορεία και όποια άλλη απιθανότητα μπορεί να τρυπώσει σε αυτό το ευφάνταστο μυαλό και να κάνει ακόμα πιο ευφάνταστο - μέχρι τα όρια αβάσταχτης ανοησίας - το λόγο του. Οπωσδήποτε αυτή η εικόνα δεν ταιριάζει.

Το ΑΠΘ ξεκινά κοινωνικό συσσίτιο ευρείας κλίμακας σε συνεργασία με το Δήμο Θεσσαλονίκης, ύστερα από ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ξεκινάει σύντομα παραστάσεις όπου αντί για εισιτήριο, ο θεατής θα "πληρώνει" αφήνοντας τρόφιμα. Στο τέλος των παραστάσεων θα δοθούν σε φορείς της πόλης για να διατεθούν. Θα μπορούσα να σας απαριθμήσω πολλά παρόμοια για μια χώρα που ζει και υπάρχει στη γκρίζα ζώνη που ορίζει η αλληλεγγύη και η φιλανθρωπία, για μια πόλη που κυριολεκτικά πεινάει.

Κι εγώ, που πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου "πολίτη του κόσμου", που πάντα θεωρούσα την προσαρμοστικότητά μου σε διαφορετικές χώρες, ηπείρους και κουλτούρες μεγάλο προσόν, που πάντα υπερηφανευόμουν για τη δεξιότητά μου αυτήν θεωρώντας την σπουδαία, εγώ για πρώτη φορά, μέσα σε αυτήν την αβάσταχτη οδύνη και το αίσθημα ντροπής, αισθάνομαι για πρώτη φορά τη "γενέθλια πόλη μου" ως τόπο μου. Τόσο βαθιά δικιά μου, τόσο αδιαχώριστη από μένα, που ανοίγω το βήμα μου στο δρόμο για να μη με προλάβει η συγκίνηση και κάνει τον κόμπο στο λαιμό δάκρυ. 

Και για πρώτη φορά, εγώ, γνήσιο τέκνο του θυμού, όπως λέει και ο ποιητής, καταλαβαίνω ότι αυτός ο θυμός που μόλις ένα χρόνο πριν τον θεωρούσα απαραίτητο και αναγκαίο, τώρα δεν είναι. Τώρα προέχουν άλλα...


Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Μια ευχή θα μας σώσει (καλά και μια νονά νεράϊδα!)

Είναι μεσημέρι και περπατάω με το χαρακτηριστικό βιαστικό μου βήμα στην Τσιμισκή. Ακούω κάποιον να φωναζει δυνατά Angel! Angel! (Άγγελε! Άγγελε!), δε γυρίζω όμως ούτε καν. Στο επόμενο λεπτό η φωνή είναι δίπλα μου. Angel! Angel! Angel! Angel! Angel! Angel! Μου φωνάζει συνεχώς. You ΄re an angel! (είσαι ένας άγγελος). Σταματάω κι αρχίζω να γελάω δυνατά. Είναι ένας αφρικανός που συνεχίζει να φωνάζει τα ίδια. Τον κοιτώ για 1-2 δευτερόλεπτα και συνεχίζω να περπατάω γελώντας. Είναι από τους ωραιότερους άνδρες που έχω συναντήσει στη ζωή μου αναμφίβολα. Με ακολουθεί ζητώντας μου να σταματήσω για ένα λεπτό. Σταματάω το βήμα μου αλλά δεν μπορώ να σταματήσω τα γέλια. Είσαι ένας άγγελος συνεχίζει να μου λέει με τα υπέροχα αγγλικά του και βγάζοντας ένα βραχιολάκι από κόκινες, μαύρες και λευκές κλωστές, αρχίζει να το δένει στον αριστερό μου καρπό. Του λέω κι εγώ με τα δικά μου αγγλικά (τελικά αυτή ήταν η γλώσσα επικοινωνίας), ότι δεν πρόκειται να το αγοράσω, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να γελάω με την έντασή του, την έξαψή του, τον τόνο της φωνής του, τα angel angel που πάνε σύνεφο. Μου λέει ότι δε χρειάζεται, είναι δώρο, θα μου φέρει αγάπη, υγεία και ευημερία. Του λέω ότι δεν πιστεύω σε αυτά κι εκείνος φαίνεται για ένα δέκατο του δευτερολέπτου σαστισμένος, αλλά αμέσως μετά, σα να του είπα κάτι απόλυτα αμελητέο, συνεχίζει να μου επαναλαμβάνει με την ίδια ένταση ότι είναι δώρο, ότι θα μου φέρει αγάπη, υγεία και ευημερία. Λίγο πριν κάνει τον τελευταίο κόμπο μου λέει να κάνω μια ευχή. Του λέω ότι κανείς δεν πιστεύει σε αυτές τις ευχές. Αντιδρά σα να του είπα μια χαζομάρα και μου λέει ότι όλοι πιστεύουν στις εύχες. Έλα, με παρακινεί και είναι εμφανές ότι περιμένει να κάνω την ευχή μου για να κόψει τις κλωστές που περισσεύουν. Εντάξει του λέω. Κάνω μια ευχή και λες και το καταλαβείνει κόβει τις κλωστές. Δε ξέρω γιατί όλο αυτό μου έφτιαξε τη διάθεση. Ίσως γιατί γέλασα για τόση ώρα. Εντάξει θα το αγοράσω του λέω. Όχι, όχι μου λέει, είναι δώρο angel. Όχι, όχι είναι δώρο. Έχει σταματήσει να φωνάζει και τώρα απλά με κοιτάζει χαμογελώντας. Σίγουρα, τον ξαναρωτάω. Ναι, είναι δώρο μου απαντάειο ξανά, αγάπη, υγεία, ευημερία και η ευχή σου. Η ευχή σου θα γίνει! Εντάξει του λέω, ευχαριστώ πολύ! Τον κοιτάζω μια τελευταία φορά χαμογελώντας και φεύγω.
Στην υπόλοιπη μέρα ξέχασα εντελώς το «βραχιολάκι της ευχής». Στην πραγματικότητα δεν το θυμήθηκα καθόλου, το είδα αργά το βράδυ στο χέρι μου. «Λες» σκέφτηκα, «να είναι όλα τόσο απλά και να χρειάζεται μόνο μια ευχή?» Και ικανοποιημένη με τον εαυτό μου που δε σκέφτηκα, «λες να είμαι στα αλήθεια ένας άγγελος?», πήγα για ύπνο.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Μια βόλτα στην πόλη

Είναι αυτά τα σαββατιάτικα ηλιόλουστα πρωινά μέσα σε έναν παγερό χειμώνα που δεν μπορείς να τους αντισταθείς. Έτσι, προσπάθησα να θυμηθώ πως είναι να φοράς εκείνη την ανέμελη, λίγο τεμπέλικη διάθεση και να βγαίνεις έξω. Πως είναι να περπατάς αργά, κοιτάζοντας τον κόσμο και τις βιτρίνες, χωρίς προορισμό, χωρίς ένταση στο βήμα, χωρίς αυτό το σφίξιμο των τελευταίων δύο χρόνων. Προσπαθούσα να μπω σε αυτήν την αίσθηση, σε αυτήν την κατάσταση του «άδειου μυαλού», σε αυτήν τη μικρή απόλαυση, που ποτέ πριν δεν την είχα αισθανθεί ως τέτοια. Προσπαθούσα σχεδόν... επιτυχώς.
Κατεβαίνω στο πεζόδρομο του Ναυρίνου και σκέφτομαι πάντα το ίδιο πράγμα: πόσο μου αρέσει αυτή η «κατεβασιά». «Δεν ήταν επειδή έγιναν φτωχοί οι άνθρωποι, αλλά επειδή φτώχηνε η κοινωνία», άκουσα μία φωνή – τιτίβισμα πίσω μου και προσπάθησα να καταλάβω τι να ήθελε να πει άραγε πίσω από το ακατανόητα αντιφατικό της φράσης. Μπα, σκέφτηκα και το παράτησα, καθώς οποιαδήποτε προσπάθεια τη νικούσε η περιέργειά μου. Έτσι, έστρεψα το κεφάλι μου για μια κλεφτή ματιά. Δύο γυναίκες γύρω στα 45 πιασμένες αγκαζέ (!) συζητούσαν για την κατάσταση. Η φωνή – τιτίβισμα τους ταίριαζε τόσο πολύ που ξέχασα μεμιάς την όποια προσπάθεια να καταλάβω τι εννοούσαν.
Στη Τσιμισκή ο κόσμος είναι όπως πάντα περισσότερος. Λέω στον εαυτό μου ότι μπορεί να σταματήσει να δει μία δύο βιτρίνες, αλλά εκείνος ως συνήθως διαφωνεί σχεδόν με ότι του λέω και συνεχίζει με ένα μάλλον γρήγορο βήμα. «Και τα νύχια τι να τα κάνω, κόκινα ή γαλλικό? Είναι εύκολο νομίζεις να καταλήξω?» Δε γύρισα πίσω μου να δω από που ερχόταν αυτή η φωνή. Πως να προσθέσω ένα δύσκολο βλέμμα σε ένα ήδη υπάρχον δύσκολο ερώτημα. Προσπάθησα να καταλάβω τη δυσκολία της απόφασης. Δεν τα κατάφερα, αλλά μάλλον θα ήταν μεγάλη.
Στην Καρόλου Ντηλ ο κόσμος είναι λίγος και βιαστικός σαν κι εμένα. «Η Λιάνα δεν μπορεί, δουλεύει», λέει μια νεανική φωνή πίσω μου. «Δουλεύει?», ρωτάει με έκπληξη μια άλλη και αμέσως ακούγονται επιφωνήματα, σφυρίγματα, ένας μικρός πανικός! «Έλα ρε, που?» «Στην έκθεση, δηλ. σε μια κλαδική που γίνεται τώρα». Τα σφυρίγματα και τα επιφωνήματα συνεχίζονται με ένταση. Γυρίζω και τους κοιτάζω γελώντας. Είναι μια μικρή παρέα φοιτητών τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Χαμογελάω για τον πανικό και μου χαμογελάνε κι εκείνοι.
Αποφασίζω να επιστρέψω από την παραλιακή. Εκεί ο κόσμος δε μιλάει πολύ, απολαμβάνει τον ήλιο. Εξάλλου, πόσα να ακούσει κανείς σε μια βόλτα?

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Τίποτα δεν είναι μεγαλύτερο από τη ζωή


Ποτέ δεν μπόρεσα να συμφωνήσω με τους σινεφίλ φίλους μου ότι το σινεμά «είναι μεγαλύτερο από τη ζωή» («bigger than life»). Όχι γιατί δεν αγαπούσα το σινεμά, αλλά γιατί περίμενα πολλά από τη ζωή...
Γύρω στις 8 το πρωί: Βλέπω και σχεδόν δεν πιστεύω αυτό που βλέπω, αλλά είναι βέβαιο ότι έχω ξυπνήσει εδώ και ώρα και βλέπω καλά. Η ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης μαυρίζει, η μορφή/μάσκα από το “V for Venteta” (στους περισσότερους γνωστή από την ταινία και όχι από το βιβλίο ή το κόμικ) εμφανίζεται και αρχίζει να μιλάει. Έχετε χάσει τη δημοκρατία σας, λέει…

Περίπου 8 και ..: χτυπάει το τηλέφωνό μου. Η γεμάτη έξαψη φωνή της Ντέμης με ρωτάει χωρίς άλλη κουβέντα «το είδες?». Της απαντάω καταφατικά και αρχίζουμε να ανταλλάσουμε τις πρώτες μας σκέψεις μέσα σε μια καταιγίδα έκληξης, εκφρασμένης με πολλά ερωτηματικά, θαυμαστικά και παύσεις. «Θα το ξανακάνουν!», μου λέει «σε 300 σελίδες σε όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης!» Φαντάζομαι παντού μαύρες οθόνες και τη μάσκα του V να στέλνει μέσα από τη βραχνή φωνή της το μήνυμα της «Λεγεώνας» των «ANONUMUS».
9 παρά: η ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης έχει «κατέβει». Οι χάκερς έχουν κάνει τη δουλειά τους και οι χειριστές των ηλεκτρονικών συστημάτων του Υπουργείου τη δικιά τους. Κάνω ένα γρήγορο ζάπινγκ στην τηλεόραση, αλλά κανείς δε δείχνει, ούτε λέει τίποτα. Δε ξέρω πόσοι πρόλαβαν να δουν αυτό το βίντεο, αλλά ενώ είναι το πρώτο, μάλλον δε θα είναι το τελευταίο. Σε δύο εβδομάδες, ξαναείπαν... μάλιστα.
Και τώρα, αν θυμάμαι καλά, θα χτυπήσει το κουδούνι και κάποιος θα μου παραδώσει ένα κουτί. Κι εγώ τι θέλω να κάνω?

Τα "ελαφρά"γεύματα

Το έγραψα για το www.thinkfree.gr 'οπου και αναρτήθηκε και το αναδημοσιεύω

«Το Υπουργείο Παιδείας ξεκινά συσσίτια σε 18 σχολεία της Αθήνας». Το άκουσα με μια έκπληξη που με… κεραυνοβόλησε, παρόλο που λίγους μήνες πριν όταν τα κρούσματα ασιτίας πολλαπλασιάζονταν από σχολείο σε σχολείο με τις λιποθυμίες παιδιών, το ίδιο αυτό Υπουργείο, «επίσημοι» φορείς και media, επέμεναν να διαψεύδουν την είδηση, ή τουλάχιστον προσπαθούσαν να σπείρουν αμφιβολίες για τη σοβαρότητά της. «Ελαφρά γεύματα θα χαρακτηρίζονται», συνέχιζε το ρεπορτάζ και ενώ άκουγα, προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό που δημιουργούσε μέσα μου, αυτή η πρωτόγνωρη κατάσταση. Δεν ήταν ο γνωστός θυμός. Δεν ήταν η γνώριμη οργή. Δεν ήταν καν η οικεία πλέον απαξίωση που νιώθω συχνά πυκνά για το πολιτικό σύστημα. Δεν ήταν… Ήταν… ένα απίστευτο άδειασμα. Ένα κενό τεράστιο, άγνωστο, ολοκαίνουριο και γυαλιστερό, έτοιμο να με καταβροχθίσει ξεπήδησε μέσα μου. Δε ξέρω πως μπορούν κάποιοι ακόμα και αυτή τη στιγμή, να μετρούν την ακάθεκτη φτωχοποίησή μας με όρους πολιτικο-οικονομικούς όπως το «συντεταγμένη» ή το «ασύντακτη» και να αποφαίνονται τελικά ότι δεν έχουμε φτωχεύσει. Σκέφτομαι, ότι αυτοί οι «κάποιοι» μπορεί κιόλας να αισθάνονται ενοχλημένοι που δεν καταλαβαίνουμε αυτό που μας λένε κι επιμένουμε στη δική μας ρεαλιστική ανάγνωση της καθημερινότητάς μας. Αισθάνομαι επίσης, ότι θα συνεχίσουν να μας διαβεβαιώνουν πως το σωτήριο PSI θα μας γλυτώσει από «τα χειρότερα», χωρίς ποτέ να μας πούνε ποια είναι αυτά «τα χειρότερα», που ακόμα δεν έχουν έρθει. Τελικά όμως ξέρω, πως η κατακερματισμένη μας πραγματικότητα, η τόσο σκληρή και δύσκολη, δεν μπορεί πλέον να ερμηνεύεται το ίδιο από όλους, γιατί με έναν τρόπο που για κάποιους δε χωράει πια κανένα ψέμα και για κάποιους άλλους καμιά ντροπή, φαίνεται ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Και τώρα πρέπει να πούμε τι σημαίνει αυτό: «Το μέτρο αν κριθεί απαραίτητο θα επεκταθεί και σε άλλα σχολεία».

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Στο σκοτεινό δάσος δεν περπατήσαμε ποτέ σαν αθώες κοκινοσκουφίτσες

Στο σκοτεινό δάσος δεν περπατήσαμε ποτέ σαν άδολες και αθώες κοκινοσκουφίτσες.
Όταν οι άλλοι σιγοψιθύριζαν για τα τρομακτικά τέρατα που κρύβονταν στις σκοτεινές νύχτες του, εμείς κλείναμε το μάτι χαμογελώντας πονηρά και συνεχίζαμε το δρόμο μας στα άφεγγα μονοπάτια του, προσμένοντας να εμφανιστεί ο "λύκος" ή όποιο άλλο "τέρας", που θα μας γλύτωνε από τον αργό και άδοξο θάνατο που προσφέρει στους ανυποψίαστους η καθημερινότητα. Κι όταν τίποτα δεν εμφανιζόταν, μαζευόμασταν, εμείς οι λίγοι σε ένα ξέφωτο και ανταλλάσσαμε ηρωικές ιστορίες που είχαμε ζήσει, ή προσδοκούσαμε να ζήσουμε. Ήταν όπως όλα τα μυστικά. Πέρα από το δάσος, πέρα από τη βροχή, πέρα από το καλό και το κακό, πέρα από την αλήθεια και τα ψέματα. Ήμασταν η περηφάνεια των φίλων μας, η χαρά των γνωστών μας, η κοροϊδία αυτών που δεν μας έφταναν, η απελπισία των γονιών μας. Ήμασταν τόσα πολλά και ήμασταν τόσο λίγοι. Και μια μέρα - μπορεί να ήταν και νύχτα - το δάσος πλημμύρισε αθώες και άδολες κοκινοσκουφίτσες!

Θυμώνω με όλους εκείνους που σε αυτές τις δύσκολες μέρες δεν μπορούν να είναι αληλλέγγυοι. Που δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα ούτε από αυτά που κοστίζουν, ούτε από αυτά που δεν κοστίζουν. Που δε σταμάτησαν ποτέ ένα λεπτό, για να σκεφτούν την αξία μιας ζεστής αγκαλιάς κι ενός καλού λόγου. Που δεν έδωσαν ποτέ την ευκαιρία στον εαυτό τους να γίνει η ζεστή αγκαλιά και ο καλός λόγος για κανέναν. Που δε χρειάστηκαν ποτέ λίγο χρόνο να δουν αυτόν που είναι δίπλα τους, κοντά τους και μετά λίγο πιο πέρα, λίγο πιο μακριά. Που δεν το έκαναν όχι από σκληρότητα αλλά από αδιαφορία. Που δεν κατάλαβαν ότι η αδιαφορία, σε αντίθεση με τη σκληρότητα, είναι θανατηφόρα. Που συνεχίζουν να είναι ίδιοι ενώ ο κόσμος δεν είναι πια.

Μετά από πολλά χρόνια παραχώρησα στον εαυτό μου ττο δικαίωμα να θυμώνει με τις παντός είδους κοκινοσκουφίτσες που έσκασαν μύτη στο δάσος επιδεικνύοντας τις καλοσιδερωμένες ποδίτσες τους και τα κόκινα καλογυαλισμένα παπουτσάκια τους. Και το παραχώρησα ως "δικαίωμα" γιατί χρόνια ολόκληρα, άνθρωποι σαν κι εμένα έκαναν αυτό που "έπρεπε", απελευθερωμένοι από κάθε έννοια του "πρέπει", χωρίς να μιλάνε πολύ για αυτό, χωρίς να ζητάνε κάτι, κατανοώντας τις διαφορετικές επιλογές των άλλων. 

Σήμερα που ο πήχυς έχει κατέβει τόσο χαμηλά και το ενδιαφέρον από την αδιαφορία τα χωρίζει μόνο ένα κουτί γάλα ή ένα πακέτο μακαρόνια, αισθάνομαι ελεύθερη να εγκαταλείψω αυτήν την ατέλειωτη ανοχή. Κι επειδή το γάλα και τα μακαρόνια στοιχίζουν, ξεκινήστε με ένα λόγο παρηγοριάς και μια προσπάθεια κατανόησης.