Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Η "Τόσκα μου"

Την άκουσα για πρώτη φορά όταν μετακόμισα σε αυτήν τη γειτονιά. Σε μία από τις λίγες γειτονιές που έχουν απομείνει στο κέντρο της πόλης, αν δε θέλεις να ανηφορίσεις πολύ, μια γειτονιά περίεργη, γραφική, με τους δικούς της ανθρώπους, με τα δικά της μαγαζιά, κάποια από αυτά εντελώς ασήμαντα, κάποια όμορφα, κάποια εμπνευσμένα, κάποια συλλογικής διαχείρισης, κάποια συμπεριλαμβανόμενα στους καταλόγους με τα καλύτερα εστιατόρια της πόλης, μικρά μαγαζιά με χειροποίητα αριστουργήματα από διάφορα υλικά, άλλα με επώνυμα προϊόντα εισαγωγής, πολλά με βιολογικά προϊόντα, άλλα με ενδιαφέροντα πατάρια και άλλα με υπόγεια γεμάτα θησαυρούς, μια "γειτονιά" με όλη τη σημασία της λέξης, που φιλοξενεί αρκετούς καλλιτέχνες και άλλους τόσους ηλεκτρολόγους και επισκευαστές κλιματιστικών, όλους ανάμεικτα, όλα μαζί να τα χωρίζουν ένα-δύο δρόμοι, μια γειτονιά που σου αρέσει να μένεις, αν έχεις βαρεθεί τις επαναλαμβανόμενες φασόν εικόνες της πόλης.

Ήταν μεσημέρι και η θερμοκρασία χτυπούσε τους 40 βαθμούς κάθε μεσημέρι εκείνης της εβδομάδας. Στην αρχή δεν κατάλαβα, είχα εκείνη την αίσθηση που λέμε "μάλλον θα μου φάνηκε" κι έτσι δεν έδωσα μεγαλύτερη σημασία, απλά υπενθύμισα στον εαυτό μου όπως πάντα κάνω "αν μετά τις φωνές, αρχίσεις να βλέπεις και οράματα να το κοιτάξεις."

Η επόμενη φορά ήταν ένα εξίσου ζεστό μεσημέρι. Μια λεπτή, σπασμένη φωνή τραγουδούσε κάτι που έμοιαζε με άρια. Ο υψηλός τόνος, το ακατανόητο των λέξεων, οι παύσεις και οι εντάσεις αυτής της σπασμένης, ταραγμένης φωνής και κυρίως το πάθος που ανέβλυζε με έναν περίεργο τρόπο από αυτό το εξίσου περίεργο άκουσμα, το έκανε να μοιάζει μοναδικά τραγικό. Δε ξέρω γιατί μου έφερε στο μυαλό την "Τόσκα", καθώς δεν είναι ούτε η αγαπημένη μου όπερα, ούτε η αγαπημένη μου ηρωίδα (εγώ είμαι πιο πολύ τύπος "Κάρμεν"), αλλά αυτήν μου έφερε στο μυαλό κι έτσι εκείνη τη στιγμή τη βάφτισα "Τόσκα". Γύρισα το κεφάλι μου προσπαθώντας να εντοπίσω από που ερχόταν, αλλά στάθηκε αδύνατο, ακόμη και καθώς η ένταση έμοιαζε να δυναμώνει πράγμα που σήμαινε ότι ερχόταν πιο κοντά μου. Οι σιχαμένοι μικροαστικοί μου τρόποι που κατά καιρούς κάνουν την εμφάνισή τους και μου λένε τι να κάνω, με κράτησαν καρφωμένη στην καρέκλα του μπαλκονιού μου από όπου μάταια προσπαθούσα να εντοπίσω τη φωνή. Ναι, τελικά δεν τα κατάφερα.

Τις επόμενες μέρες σκέφτηκα αρκετές φορές για λίγο την "Τόσκα μου". Είχα σχεδόν μια αγωνία να τη δω και σχεδόν ένα φόβο καθώς οι μέρες περνούσαν μήπως και δεν ξαναπεράσει. Δεν ήξερα τι ήταν εκείνο που με γέμιζε με την αλλόκοτη αυτή περιέργεια. Πίστευα ότι αν την έβλεπα, θα μπορούσα να καταλάβω τι έσπασε αυτή τη ψυχή, αυτό το μυαλό και τελικά αυτή τη φωνή. Θα μπορούσα να καταλάβω αυτή τη ρήξη ή τη συντριβή που τα κομμάτια της έβρισκαν μέσα από τη φωνή της το δρόμο προς τα έξω. Πίστευα ότι επιτέλους το "δραματικό" θα έπαιρνε όχι μόνο τον τόνο, αλλά και τη μορφή που του ταίριαζε. Και η αλλόκοτη αυτή περιέργεια με έναν εξίσου αλλόκοτο αποενοχοποιημένο τρόπο μεγάλωνε μέσα μου.

Όταν η φωνή της έσκισε το μεσημεριανό καυτό αέρα πετάχτηκα στο μπαλκόνι μου. Σχεδόν δεν το πίστευα ότι η "φωνή" περνούσε ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι μου και πριν επιτρέψω στο μυαλό μου να σκεφτεί οτιδήποτε, έσκυψα να κοιτάξω. Ήταν όντως εκεί περπατώντας αργά. Μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, μάλλον κοντή, με αυτόν το παρατημένο μεσογειακό σωματότυπο, ντυμένη στα μαύρα, με γκρίζα μαλλιά. Μια γυναίκα που αν καθόταν στην άκρη του δρόμου σε ένα ελληνικό χωριό θα με κοιτούσε οπωσδήποτε με περιέργεια για τα ρούχα μου, τα μαλλιά μου, για κάτι τέλος πάντων και μετά θα έσκυβε κουτσομπολίστικα να πει κάτι στη διπλανή της. Εγώ θα την κοιτούσα θα χαμογελούσα κι εκείνη σαστισμένη θα μου ανταπέδιδε αβίαστα το βλέμμα. Τραβήχτηκα γρήγορα μέσα στο μπαλκόνι. Κάτι γίνεται λάθος σκέφτηκα, δεν μπορεί να είναι αυτή η "Τόσκα μου" και σχεδόν θύμωσα που δεν ανταποκρινόταν σε αυτό που εγώ είχα φτιάξει στο μυαλό μου για εκείνην. Μεμιάς μου έφυγε κάθε όρεξη να μάθω για αυτή τη "σπασμένη φωνή" που ήταν ολοφάνερα σε λάθος, λάθος, λάθος εκδοχή.

Πέρασαν αρκετές μέρες χωρίς να την ξανασκεφτώ και με μια διάθεση να διαχωριστώ από την "Τόσκα" που δεν ήταν αυτό που ήθελα. Δε θυμάμαι από που γυρνούσα εκείνο το ζεστό μεσημέρι, ούτε θυμάμαι πότε ακριβώς άκουσα τη σπασμένη φωνή της να σκίζει τον αέρα, ούτε πότε αντιλήφθηκα και τις άλλες φωνές. Κάποιοι άνθρωποι είχαν βγει στα μπαλκόνια και άλλοι φώναζαν, άλλοι χειροκροτούσαν και άλλοι την έβριζαν κι εκείνη χωρίς να καταλαβαίνει είχε σταθεί εκεί και συνέχιζε να τραγουδάει. "Δεν καταλαβαίνει" τους είπα, πλησιάζοντας και σηκώνοντας το κεφάλι μου προς τα μπαλκόνια. Εκείνοι για λίγο σώπασαν κι ύστερα άρχισαν να μου λένε "είναι μεσημέρι", "δε μας αφήνει να κοιμηθούμε". Έβγαλα τα γυαλιά μου και τους κοίταξα αυστηρά και σταθερά. "Δεν καταλαβαίνει τι της λέτε" επανέλαβα πιο αργά αυτή τη φορά, "ούτε που βρίσκεται καταλαβαίνει, ούτε τι συμβαίνει" πρόσθεσα σε έναν τόνο που έδειχνε σε όλους ότι δεν είχε κανένα νόημα να τους εξηγήσω περισσότερο την κατάστασή της.

Στεκόμουν σχεδόν δίπλα της. Γύρισα και την κοίταξα και τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Με κοίταξε φευγαλέα και συνέχιζε να τραγουδάει. Δεν αναγνώριζε φυσικά τίποτα σε μένα, αλλά με ξανακοίταξε. Χαμογέλασα, αλλά δεν έδειξε να πρόσεξε τη διαφορά. Έφερα το δάχτυλο στο στόμα μου και της έκανα νόημα να σωπάσει και συνέχιζα να την κοιτάζω κάνοντας της νόημα και κουνώντας καταφατικά το κεφάλι μου. Και τότε εκείνη σταμάτησε. Οι φωνές στα μπαλκόνια σταμάτησαν και αυτές "πάρτην από εδώ μου είπαν" και μπήκαν μέσα. Στεκόμουν κάτω από τον καυτό ήλιο με την "Τόσκα" σιωπηλή να ρίχνει κλεφτές, φοβισμένες ματιές γύρω της. Την ξανακοίταξα πιο προσεκτικά, προσπαθώντας να καταλάβω γιατί η κατακερματισμένη αυτή φωνή, έλεγε περισσότερα από το κατακερματισμένο αυτό βλέμμα. Τώρα που ήταν σιωπηλή δεν είχε τίποτα το τραγικό πάνω της. Θα μπορούσε να ήταν σαν όλους μας. Θα ήθελα κι εκείνη να με "βλέπει", αλλά ήξερα πως δε γινόταν τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή.

Δεν υπήρχε τίποτα να κάνω. Δεν ήξερα από που ερχόταν, που έμενε, ποιοι τη φρόντιζαν, ποιον να καλέσω. Ήξερα μόνο ότι σε λίγο θα ξανάρχιζε να τραγουδάει. Με εκείνο το φρικτό αίσθημα κενού που σου αφήνει η διαπίστωση ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, συνέχισα να προχωράω. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα της πολυκατοικίας μου άκουσα ξανά τη φωνή της να σκίζει τον αέρα. Δεν είχα λόγο να γυρίσω να κοιτάξω. Ήξερα ότι έτσι κι αλλιώς θα ήταν πάντα η "Τόσκα μου".