Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Οι "φωτεινές" βόλτες της νύχτας

Απόψε ήταν μια γλυκιά καλοκαιρινή βραδιά, από αυτές που δεν μπορείς να αρνηθείς στον εαυτό σου μια βόλτα στην παραλία. Δε ξέρω γιατί περπατώντας θυμήθηκα κάποιες άλλες βραδιές. Δεν ήταν δίπλα στη θάλασσα, δεν είχαν την ίδια μυρωδιά και η ατμόσφαιρα ήταν πιο βαριά και πιο υγρή.

Οι βόλτες εκείνα τα βράδια ξεκινούσαν πάνω σε μια μηχανή και δεν είχαν προορισμό. Και αυτό ήταν το μόνο κομμάτι γοητείας. Όσοι "ταξιδεύουν" με μηχανές και μάλιστα νύχτα, γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτα το "τέλειο" σαν αυτά που βλέπει κάποιος στις ταινίες. Αντίθετα, αν δε φοράς κράνος τα μάτια σου πολύ γρήγορα υγραίνονται από την ταχύτητα, εκατοντάδες μυγάκια πέφτουν στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια σου και τα πετραδάκια του δρόμου τινάζονται πάνω σου και σε ραπίζουν ανελέητα. Η υγρασία αναδύεται από κάπου που δεν το περιμένεις και πολύ γρήγορα αρχίζεις να κρυώνεις αν δεν έχεις ντυθεί κατάλληλα. Η κατεύθυνση δεν είχε πολλές επιλογές. Ένας μεγάλος μακρύς δρόμος ήταν, που "έμπαινες" λίγο δεξιά κι αριστερά του αν ήθελες να μπεις σε κάποιο μικρό, πραγματικά πολύ μικρό, χωριό. Συνήθως σε τρελό φολκλόρ, αβάσταχτο κιτς, χαρακτηριστικά χωριά της ενδοχώρας, αλλά τόσο αυθεντικά στην ύπαρξή τους, που δεν μπορούσες να τα κοροϊδέψεις. Ίσα- ίσα, τα ολιγόλεπτα ξεμουδιάσματα στην πλατεία τους ήταν πάντα ανακουφιστικά. Κι ύστερα ξανά ο μεγάλος, μακρύς δρόμος, είτε για τη συνέχεια, είτε για την επιστροφή. Τα πάντα σκοτεινά, το περίγραμμα από τους μεγάλους ορεινούς όγκους να διαγράφεται στον ορίζοντα, η βαριά υγρασία παντού, τα φώτα μακρινά, η θάλασσα τόσο μακρινή που δεν μπορούσες να τη φτάσεις. Μερικές φορές το φεγγάρι, μια μαγεία...

Εκείνες οι βόλτες ήταν ότι πιο όμορφο είχε εκείνη η εποχή. Νομίζω ήταν το μόνο όμορφο που είχα εκείνη την εποχή, μαζί με ένα μικρό βατράχι στο κέντρο του κήπου που κόαζε δυνατά (το μόνο βατράχι που δε σιχάθηκα), αλλά δεν το έμαθε ποτέ κανείς. Δεν καταλάβαινα συνειδητά την ωφέλειά τους, όπως πολύ αργότερα, αλλά ασυνείδητα, ενστικτωδώς εντελώς, "καταλάβαινα" ότι για μένα αυτές οι νυχτερινές βόλτες ήταν κάτι πολύ σημαντικό. Και πραγματικά, μπορεί να μην ήταν σπουδαίες, ήταν όμως σημαντικές. Αυτές οι "βόλτες της νύχτας" ήταν ο λόγος για να περάσει άλλη μια μέρα, η επόμενη, και να έρθει η νύχτα με τη βόλτα. Έτσι, χωρίς να προλάβουν να γίνουν συνήθεια, έφυγε ένα καλοκαίρι. Και τότε ήταν που κατάλαβα ότι είχε έρθει ο καιρός να φύγω κι εγώ...

Δε ξέρω γιατί μετά από τόσο καιρό - δε ξέρω πόσο, γιατί είναι σα να συνέβησαν σε μια άλλη ζωή και ίσως έτσι να είναι - ξαναθυμήθηκα εκείνες τις νύχτες, αλλά έτσι κι αλλιώς δε έχω τίποτα να φοβηθώ από αυτές. Ίσα - ίσα, τώρα που ξέρω τι "έκαναν" για μένα, πόσο ομόρφυναν τη ζωή μου τότε, πόσο "φωτεινές" υπήρξαν εκείνη την εποχή, τις ευχαριστώ. 
Νομίζω ότι δε θα ήθελα να τις ξαναζήσω, αλλά θα κρατήσω με αγάπη το χαμόγελο που χαράσσει στα χείλη μου σήμερα η θύμισή τους...