Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Οι καλοί τρόποι στο sex

Αν με ρωτούσε κάποιος πριν λίγα χρόνια ποια η σχέση των "καλών τρόπων" με το sex, θα τον κοιτούσα περίεργα και θα αναρωτιόμουν γιατί με ρωτάει άραγε κάτι τόσο αυτονόητο. Ήταν η εποχή που ήμουν μικρή, που ταξίδευα συχνά, που γνώριζα την Ευρώπη, που εκλέπτυνα τους τρόπους και τις απόψεις μου παρακολουθώντας, κάνοντας και μαθαίνοντας πολλά. Σε εκείνη την εποχή "οι καλοί τρόποι στο sex" ήταν για μένα κάτι αυτονόητο. Ήταν η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε ανθρώπους εκλεπτυσμένους, κοσμοπολίτες, που μπορούσαν να αντιληφθούν τα πράγματα σε ένα άλλο επίπεδο, να "μιλήσουν" μια άλλη γλώσσα φτιαγμένη με λεπτές φινιρισμένες απόψεις, σκέψεις και συμπεράσματα, που είχαν μια άλλη κουλτούρα για το sex τελικά, τόσο ιδιαίτερη και με έναν τρόπο "ανώτερη" από όποια άλλη διαφορετική, που έμοιαζε χοντροκομμένη, κατώτερη, ανάξια λόγου και σημασίας. 

Οι "καλοί τρόποι στο sex", το ενδιαφέρον δηλαδή για τον άλλον, να κάνεις/να κάνει/να γίνουν πράγματα που του αρέσουν και τον ευχαριστούν ήταν για μένα ένας κοινός τόπος τον οποίο θεωρούσα τόσο ταιριαστό με την κουλτούρα του κοσμοπολιτισμού που τότε ζούσα (δεν είχα ακόμη ξεκινήσει τη σχέση μου με τον ακτιβισμό) και ταυτόχρονα ένα μέρος μιας ιδιαίτερης προσωπικής ταυτότητας, που σε ξεχώριζε όσο ίσως καμιά άλλη από κάποιους και σε ένωνε όσο ίσως καμιά άλλη με κάποιους άλλους. Αυτή ήταν η άποψή μου τότε και επειδή δε την ξανασκέφτηκα τα επόμενα χρόνια, νόμιζα πως συνέχιζα να έχω την ίδια άποψη. Όταν πριν από λίγες μέρες η κουβέντα άγγιξε για λίγο το θέμα των "καλών τρόπων στο sex", έπιασα τον εαυτό μου με ένα σωρό αυθόρμητες ενστάσεις και μάλλον βιάστηκα να κλείσω το θέμα.

Είναι πραγματικά μονόδρομος οι "καλοί τρόποι στο sex"? Και αν οι "καλοί τρόποι" είναι μία σύμβαση κοινωνικού τύπου, τι μας κάνει να τη μεταφέρουμε και σε μια τόσο προσωπική συμπεριφορά όπως είναι το sex? ή μήπως και το sex είναι τελικά μια κοινωνική συναναστροφή λίγο πιο "στενού τύπου"? Τι αναζητάμε επιλέγοντας εκείνον/η που θα κάνουμε sex μαζί του/της? Και αν η προσωπική μας ευχαρίστηση είναι αυτό που θέλουμε να πάρουμε, είναι βέβαιο ότι και κάτι θέλουμε να δώσουμε? Και τελικά μέχρι που "πρέπει" να φτάνουν αυτοί οι "καλοί τρόποι"?

Σκεφτόμουν πάντα ότι τα "one night stand" έχουν μια ελκυστική "ανωνυμία", μια απελευθερωτική ανωνυμία. Δε χρειάζεται να πεις ποιος είσαι, να δείξεις ή να δώσεις κάτι, δε χρειάζεται να παρουσιάσεις τους "καλούς σου τρόπους στο sex" ως τα προσωπικά σου διαπιστευτήρια. Χωρίς συμφωνίες, χωρίς αμοιβαιότητες, χωρίς τη δέσμευση της οικειότητας, ή τον εγκλωβισμό του "γνωρίζω", μπορείς να είσαι όποιος/α θέλεις, χωρίς υπαγορεύσεις, χωρίς συνεπείς συμπεριφορές, χωρίς καν αυτο-αναφορές. Μια ανακουφιστική τελικά για πολλούς ανωνυμία.

Από την άλλη, το sex στις μόνιμες σχέσεις φαντάζει πάντα και σχεδόν πάντα είναι τόσο συγκεκριμένο, όσο και μόνιμο. Είσαι σχεδόν αναπόφευκτα αυτό που ο άλλος σου έχει πει ότι είσαι. Παραγεμίζοντας τη ζωή με ένα σωρό προσδιορισμούς, "σύζυγος", "σύντροφος", "αγαπημένος", "σχέση", "μόνιμη σχέση", "πολύχρονη σχέση" και ότι άλλο ο επινοητικός νους έχει ανάγκη, ένα "sex καλών τρόπων" φαντάζει αναπόδραστος μονόδρομος. Μέσα σε αυτά τα ασφυκτικά σχήματα και τους ακόμα πιο ασφυκτικούς και απαιτητικούς προσδιορισμούς δεν μπορείς να δικαιολογήσεις ή να εξηγήσεις ικανοποιητικά την όποια έλλειψη ενδιαφέροντος για τον άλλον. Κι έτσι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να παραμείνεις αυτός που είσαι, από το να είσαι αυτός που ο άλλος σου είπε, ή σου έμαθε ότι είσαι. Κι αυτός ο ετεροκαθορισμός δικαιολογεί, ανέχεται, χωράει συμπεριφορές εκτός "καλών τρόπων στο sex"? Αν λοιπόν το "one night stand" μπορεί λόγω χαρακτήρα να αδιαφορεί για τους "καλούς τρόπους στο sex", το sex στις μόνιμες σχέσεις μπορεί να κάνει το ίδιο, ή υπάρχει μόνο όσο υπάρχουν και αυτοί?

Σήμερα, νομίζω ότι βρίσκομαι στην ελευθερία να είμαι όπως θέλω στο sex. Με "καλούς τρόπους", χωρίς "καλούς τρόπους", ανάλογα με το πως θα επιλέξω εγώ να είμαι. Χωρίς υποχρεώσεις και από κοινού συμφωνίες, χωρίς τυπικές υπαγορεύσεις. Σε κάποιους φαντάζομαι θα αρέσει, σε κάποιους άλλους όχι, αλλά ως γνωστό δεν μπορείς να αρέσεις σε όλους και τελικά ίσως το μόνο σημαντικό είναι να αρέσεις στον εαυτό σου. Ίσως και τόσο απλά.

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Ιστορίες αυταρέσκειας ή Τι ήθελε να πει ο ποιητής (που ήξερε πολλά)

Το να φαντάζεσαι τον "ιδανικό άνδρα" το θεωρούσα πάντοτε μια απίστευτη, ανεξήγητη διεργασία, καθώς δεν καταλάβαινα ποτέ ούτε πως, ούτε γιατί γινόταν. Στις συζητήσεις μεταξύ των σκληρών, αδυσώπητων και ανελέητων γυναικοπαρεών (και μην πιστέψετε ούτε για μια στιγμή ότι οι γυναικοπαρέες δεν είναι έτσι), όταν "ερχόταν η σειρά μου" δεν είχα τι να πω. Η ατέλειωτη λιακάδα ενός καθαρού μυαλού! Τίποτα, ούτε μια τόση δα περιγραφή. "Ας αφήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους να μας εκπλήξουν", έλεγα, "μη το στενεύουμε τόσο", αλλά αυτό δεν ικανοποιούσε το κοινό αίσθημα της παρέας, που ήθελε ξεκάθαρα πράγματα, σαφής περιγραφές και ρητές δηλώσεις.

Με τον καιρό κατέληξα πως η σύνθεση του "ιδανικού άνδρα" ή της "ιδανικής γυναίκας", δεν είναι παρά μια αυτάρεσκη ενασχόληση του νου μας. Τόσο αυτάρεσκη που γίνεται χωρίς να το καταλάβεις και τόσο περιοριστική. Οι περιγραφές αυτές στην ουσία, δεν είναι τίποτα άλλο από επικαλυμμένες εκδοχές του εαυτού μας, που μας λένε περισσότερο ποιοι και τι είμαστε εμείς, παρά ο όποιος εξιδανικευμένος άλλος. Και η αλήθεια είναι ότι για αυτόν τον ιδανικό άλλο, που φαίνεται να μας απασχολεί τόσο πολύ, ώστε να τον αναζητούμε σε όλη μας τη ζωή, δε δίνουμε και πολύ σημασία. Απλά όποιον κρίνουμε ως ιδανικό για εμάς, ως εκ θαύματος, μας ταιριάζει, "μας πάει", μας μοιάζει τόσο πολύ!

Αυτές οι εγκλωβιστικές επιλογές ακόμη και όταν δεν προέρχεται από φοβικά κίνητρα, αλλά από ιστορίες με Σταχτοπούτες και Κοκκινοσκουφιστές με Prada και Escada που στο τέλος πάντα βρίσκουν τον Πρίγκιπά τους, είναι τόσο προβλέψιμες και βαρετές, που είναι να απορείς πως μπορούν να κρατήσουν μια ζωή και όχι να παριστάνεις την έκπληκτη όταν ξεφτίζουν στο χρόνο. Anyway, τα βρίσκω εξαιρετικά βαρετά! Και κυρίως αυτήν την απίστευτη εμμονή να βλέπουμε στον άλλον το καθρέφτισμα του εαυτού μας και όχι αυτόν τον άλλον, που είναι εκεί, απέναντί μας, που μιλάει και δεν τον ακούμε, που σκέφτεται και δεν τον καταλαβαίνουμε, που υπάρχει και δεν τον βλέπουμε, γιατί είμαστε πολύ απασχολημένες να διακρίνουμε κάπου μέσα στον άλλον τον εαυτό μας.

Και το ερώτημα παραμένει πάντα το ίδιο, τι είναι αυτό που κάνει μια γυναίκα όμορφη, επιθυμητή, ιδανική? Η εικόνα της έτσι όπως αντανακλάται οικεία και αναγνωρίσιμη από την ίδια, ή η εικόνα της έτσι όπως σχηματίζεται από το βλέμμα του άλλου? 

Ο ποιητής είχε δίκιο "ο πόθος των άλλων σε κάνει Ωραία, Ελένη". Κι Όμηρος ήξερε... Η Ωραία Ελένη δε χρειαζόταν καμιά περιγραφή, δε χρειαζόταν να αναζητήσει το είδωλό της στον άλλον, απλά να "δει" τον άλλον και να τον αφήσει να τη "δει" και αυτός...



Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Ξεκίνα από τη γυναίκα δίπλα σου!

Όλα άρχισαν με την είδηση από το Μπαχρέιν όπου μια γυναίκα καταδικάστηκε σε δημόσια τιμωρία, επειδή οδηγούσε χωρίς την άδεια του συζύγου της. "Ναι, αλλά τελικά της δόθηκε χάρη", μου είπε η Ντέμη όταν το συζήτησα χθες μαζί της, αφήνοντάς με έκπληκτη, που αν και τόσο νέα και πολυάσχολη με άλλα, είχε προσέξει την είδηση και ήξερε και την εξέλιξή της. Όντως της δόθηκε χάρη, ίσως να έπαιξε και κάποιο ρόλο ότι ήταν πριγκίπισσα, σύζυγος μεγαλο-something κι έτσι δε θα μαστιγωθεί δημόσια.

Αυτήν την εποχή στη Γαλλία που άλλοτε δικαιώνει την ιστορική της πορεία με τους σύγχρονους αγώνες της και άλλοτε την ντροπιάζει (όπως με την εκδίωξη των Ρομά), πολύς λόγος γίνεται για το "δεσποινίς" που αναγράφεται στα επίσημα έγγραφα και μεγάλος αγώνας καταβάλεται για την κατάργησή του. Και δικαίως, γιατί δεν παραπέμπει στο βυζαντινό "δέσποινα", αλλά συνδέεται με την έννοια που ο όρος απέκτησε τον 19ο αιώνα και εννοούσε τον αποκλεισμό των ενήλικων ανύπανδρων γυναικών, οι οποίες καθώς δεν ήταν ανήλικες δεν υπόκεινται στην πατρική εξουσία, αλλά ούτε και παντρεμένες και άρα δεν υπόκεινται στην εξουσία του συζύγου. Έτσι λοιπόν οι επιλογές δεν ήταν πολλές... Σήμερα, ο όρος αυτός διακρίνει τις γυναίκες, προβάλλοντας την προσωπική και οικογενειακή τους κατάσταση, καθώς αυτή δηλώνεται με το "δεσποινίς", πράγμα που δε συμβαίνει με την προσφώνηση "κύριος", η οποία περιλαμβάνει ανύπανδρους και πανδρεμένους άνδρες χωρίς διάκριση. Ας εξαλειφθεί λοιπόν το "δεσποινίς" και ας μείνει για όλες το "κυρία", καθώς μια ανύπανδρη γυναίκα έχει η ίδια την "κυριότητα" του εαυτού της. Ελπίζω ότι θα πετύχει στη Γαλλία, και η απάλειψη αυτού του χαρακτηρισμού θα έρθει και στην υπόλοιπη Ευρώπη αργά ή γρήγορα. (Στην Αμερική δε ξέρω πότε θα φτάσει, αλλά εύχομαι όπως πάντα σε αυτήν τη χώρα "και σύντομα ελεύθερη").

Κι ύστερα ήρθε στο μυαλό μου ξανά το στρατόπεδο "μαγισσών" στη Γκάνα, μια είδηση λίγες μέρες πριν. Μεγάλοι, παγκόσμιοι οργανισμοί μαζεύουν υπογραφές, αλλά δεν είμαι και πολύ σίγουρη τι θα επιτύχει αυτό, καθώς για τον "ακτιβισμό του καναπέ" και την αποτελεσματικότητα των υπογραφών κρατάω πάντα μια επιφύλαξη.

Τον 21ο αιώνα παραμένει πάρα πολύ δύσκολο να είσαι γυναίκα, πόσο μάλλον μια ελεύθερη γυναίκα. Η κοινωνία άλλοτε με περισσότερη άλλοτε με λιγότερη αμηχανία, σχεδόν δε ξέρει τι να σε κάνει, πως να σε "διαχειριστεί" και τελικά πως να σε αντιμετωπίσει. Κάτι που σε κάνει να αισθάνεσαι ως "επικίνδυνος εχθρός" και σε κρατάει συνέχεια σε μια ανυπόφορη και απάνθρωπη διαφορά από τους άλλους. Στις κοινωνικές συναναστροφές μια γυναίκα ελεύθερη είναι μια γυναίκα "μόνη", αντικείμενο καχυποψίας και ερωτηματικών, από την οποία όλοι περιμένουν εξηγήσεις, απολογίες, μια κάποια μεταμέλεια για την επιλογή της. Στις προσωπικές σχέσεις μια "γυναίκα μόνη" είναι... πολύ επικίνδυνο "πράγμα". Κι έτσι, με τον ίδιο και απαράλλαχτο φασιστικό τρόπο, 2000 χρόνια τώρα επιβάλλεται με όλους τους δυνατούς τρόπους (θεσμικά, εθιμικά, θρησκευτικά, κοινωνικά, ενοχικά), η ιδέα της ύπαρξη της γυναίκας σε άμεση αναφορά και εξάρτηση με τον άνδρα. Ένα μοντέλο που ενώ όλα καταδεικνύουν τον παραλογισμό του, αυτό παραμένει το κυρίαρχο, επιβεβαιώνοντας με τον πλέον κατηγορηματικό και απόλυτο τρόπο, ότι το "παιχνίδι" της ελευθερίας της γυναίκας ήταν από πάντα στημένο, σκληρό και αδυσώπητο κι έτσι συνεχίζει να είναι.

Και το καταλαβαίνεις ακόμα καλύτερα όταν φύγεις από το όποιο ασφαλές περιβάλλον σου προσφέρει το κεκτημένο του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπου δεν κινδυνεύεις από δημόσιο μαστίγωμα ή λιθοβολισμό, ή οξύ στο πρόσωπο, και μπορείς να κυκλοφορήσεις χωρίς τη συνοδεία ανδρικού μέλους της οικογένειας, να σπουδάσεις και να εργαστείς. Επίσης μάλλον δε θα σε κάψουν σαν μάγισσα, αν και παρακολουθώ με αγωνία την εξέλιξη του θέματος στην Γκάνα. Το ξέρω ότι δίπλα σε όλα αυτά που συμβαίνουν, το "δεσποινίς" να φαντάζει πολύ "μικρό", το Μπαχρέιν πολύ αδιάφορο και η Γκάνα πολύ μακριά. Βέβαια, εγώ ξέρω επίσης ότι δεν είναι έτσι. Αλλά αν εσύ παρόλα αυτά πιστεύεις ότι έτσι είναι, δεν πειράζει, ξεκίνα από αυτά τα μικρά καθημερινά. Ξεκίνα από τη γυναίκα δίπλα σου!


Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Χωρίς πολλές ερωτήσεις και πιθανότατα χωρίς καμία απάντηση...

Τι είναι αυτό που μας κάνει να ξαναγυρνάμε σε ανθρώπους και σχέσεις? 

Είναι που αναμασάμε τις ανασφάλειές μας, μη μπορώντας να κάνουμε αλλιώς? 

Είναι η ζεστασιά και η ασφάλεια του γνώριμου που εμποτίζει σαν ενστικτωδώς αναγνωρίσιμη μυρωδιά το παρόν και το μέλλον μας? 

Είναι που επαναξιολογούμε τα πάντα μέσα σε μια ζωή που πάντα συνεχίζεται, αλλά πάντα σου επιτρέπει να ρίχνεις κλεφτές ματιές δεξιά, αριστερά και πίσω? 

Ή μήπως τελικά δε φύγαμε ποτέ από εκεί?

Πως να γράψεις για σχέσεις χωρίς να χρησιμοποιήσεις τα κλισέ που τις συνοδεύουν? Και γιατί να γράψεις αν είναι να χρησιμοποιήσεις τα κλισέ αυτά?

Δε ξέρω γιατί γυρίζουμε ξανά σε ανθρώπους και σχέσεις. 
Ίσως πιστεύουμε ότι αλλάξαμε και τώρα βλέπουμε τα πράγματα αλλιώς, παρόλο που για τους άλλους επιθυμούμε να έχουν μείνει έτσι όπως τους ξέραμε ή τους θυμόμαστε και η παραδοξότητα αυτή ούτε μας φαντάζει ως τέτοια. Θέλουμε να ξαναπιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε, ενώ αντιλαμβανόμαστε τον καιρό που έχει μεσολαβήσει και η παραδοξότητα αυτή ούτε μας φαντάζει ως τέτοια. Θέλουμε να ξαναζήσουμε και να ξανανιώσουμε αυτά που είχαμε ζήσει και νιώσει, ενώ αναγνωρίζουμε ότι κανείς μας δεν είναι πια ο ίδιος και η παραδοξότητα αυτή ούτε μας φαντάζει ως τέτοια.

Ζώντας με την παραδοξότητα ως δεύτερη φύση μας - ίσως και πρώτη - δεν είναι ανάγκη να εξορθολογίζουμε από φόβο τα πάντα. Είναι απλά ανάγκη να ζήσουμε τα πάντα. Χωρίς πολλές ερωτήσεις και πιθανότατα χωρίς καμία απάντηση.



Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Ο "γεννημένος αρχηγός" τα φυτευτά "αδιέξοδα" και η ζωή που είναι αλλού

Η αλήθεια είναι πως σκεφτόμουν να γράψω κάτι για τις σχέσεις, καθώς αναμφίβολα είναι ένα θέμα που συγκεντρώνει μεγάλη αναγνωσιμότητα πάντα. Μετά σκέφτηκα ότι δεν έχω γράψει κάτι για την επίσκεψη Σαμαρά στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και μάλλον θα έπρεπε να δώσω σε αυτό μια προτεραιότητα. Μέχρι που ήρθε η ανακοίνωση Βενιζέλου μετά την έκτακτη συνεδρίαση της Κυβερνητικής Επιτροπής σήμερα, ε, και πως να πεις όχι σε κάτι τέτοιο.

Όταν ανέλαβε ο Βενιζέλος το Υπουργείο Οικονομικών ένα πράγμα καταλάβαμε όλοι μεμιάς, ότι για μερικούς ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, η εξουσία παίζει έναν πάρα πολύ σημαντικό ρόλο. Και δε χρειάστηκε να καταφύγει κανείς μας στα κλισέ του αφροδισιακού τύπου, γιατί ήταν ξεκάθαρο σε όλους, πως ήταν αποφασισμένος να τα παίξει όλα για όλα, ώστε να γευτεί αυτό που επιθυμεί να γευτεί κάθε "γεννημένος αρχηγός". Και για αυτό το λόγο μας ανακοίνωσε εξαρχής, ταυτόχρονα με την ανάληψη των καθηκόντων του, ότι δεν τον νοιάζει η πολιτική του καριέρα. Τότε θεωρήσαμε ότι ήταν ένα από εκείνα τα φτηνά επικοινωνιακά τρυκ, που για εμφατικούς λόγους χρησιμοποιούνται συνεχώς στην πολιτική. Ήταν όμως αλήθεια. Δεν υπολόγιζε τίποτα για αυτήν την έστω και περιορισμένου χρόνου ολοκληρωτική αρχηγία. Έκτοτε, με το πρόσχημα του νευραλγικού πόστου του Υπουργείου Οικονομικών τον βλέπαμε και τον ακούγαμε συνεχώς σε ρόλο Πρωθυπουργού. Ανακοινώσεις, ενημερώσεις, επαφές και ξανά ομιλίες στα ΜΜΕ και ανακοινώσεις στο λαό. Αυτό που για άλλους θα ήταν ένα αβάσταχτο φορτίο που πιθανότατα θα έβαζε τέλος στην πολιτική τους καριέρα, για τον Ευάγγελο Βενιζέλο έμοιαζε να είναι η "χαρά του αρχηγού". Επιτέλους χαλίφης στη θέση του χαλίφη!

Αναμφίβολα η ρητορική του δεινότητα έπαιξε σημαντικό ρόλο. Χρειαζόταν κάποιος που να τα λέει καλά, να κάνει το άσπρο μαύρο, να αλλάζει χρώματα, να μετατοπίζει το θέμα, να αποσιωπά κάποιες σημαντικές πτυχές, να δημιουργεί παγιδευτικές λεκτικές κατασκευές. Αναμφίβολα μία τέτοια ικανότητα θα ήταν πιο χρήσιμη από ποτέ. Αναμφίβολα στηρίχθηκε και αυτός πολύ σε αυτήν κι έτσι κάθε φορά μετά από κάθε ομιλία του, μέναμε να σκεφτούμε τι ακριβώς είπε, τι εννοούσε, τι ήθελε να πει και που μέσα σε όλο αυτό το χαοτικό, βαβελικό οικοδόμημα του λόγου του, βρισκόταν η αλήθεια. Και μετά, όχι από λίγη σκέψη, καταλαβαίναμε ότι είπε αυτά που "έπρεπε", απλώς πιο "φτιαγμένα".

Το ίδιο συνέβη και με την αποψινή του ομιλία. Βασικό ρητορικό του μοτίβο "το ελληνικό φιλότιμο", "οι Έλληνες δεν πρέπει να ντρέπονται", είπε και καμιά κουβέντα σχετικά με αυτούς που έκαναν αυτόν το λαό να ντρέπεται. Απλώς κατά τη διάρκεια του λόγου του πέταξε εδώ κι εκεί κάποια τέτοια τσιτάτα, πιστεύοντας ότι "πιάνουν" διαχρονικά. Λυπάμαι αγαπητέ, δεν πιάνουν. Το "ελληνικό φιλότιμο" και ότι αυτός ο όρος μπορεί να σήμαινε αν ποτέ υπήρξε, τελείωσε. Η όποια παρακαταθήκη του τελείωσε και αυτή και για ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων που πηγαίνουν σήμερα να κοιμηθούν χωρίς να έχουν φάει, δε σημαίνει τίποτα.

Ως Πρωθυπουργός επιτέθηκε στην αντιπολίτευση και στη χθεσινή ομιλία του αρχηγού της. Βέβαια αυτός αισθανόμενος Πρωθυπουργός αυτό θεώρησε ότι έπρεπε να κάνει, αλλά τον Έλληνα που σήμερα πέρασε στην ανεργία χωρίς αποζημίωση, με ανύπαρκτες αναπτυξιακές πολιτικές, με φόρους που δεν μπορεί να πληρώσει, πολύ λίγο τον ενδιαφέρουν πια αυτές οι αντιπαραθέσεις. Λυπάμαι αγαπητέ δεν πιάνουν. Το κομματικό ακροατήριο φυλλορόησε ή κρύβεται προσπαθώντας να ξεφύγει από την οργή του κόσμου.

Και φυσικά φταίει η ευρεία "ευρωπαϊκή κρίση" και με αυτήν την "έξυπνη" κατά την άποψή του παραπλανητική μετατόπιση του θέματος, ο Υπουργός Εξωτερικών - Πρωθυπουργός, βούτηξε στην προσωπική του κολυμβήθρα του Συλωάμ την κυβερνητική ανεπάρκεια, την ανικανότητα και τελικά την αποτυχία, αποδίδοντας κατά την άποψή του την κυβέρνηση στο λαό, άμεμπτη. Και σα να μην ήταν η Ευρωπαϊκή κρίση αρκετή, μας ξαναπέταξε το μπαλάκι ότι όλοι - δηλ. ο λαός που στην προκειμένη περίπτωση αντιστέκεται - πρέπει να συμφωνήσουν στο να κάνει η κυβέρνηση "ότι χρειαστεί". Λυπάμαι αγαπητέ. Είναι ανάγκη στις δημοκρατίες να υπάρχει μια διακριτή γραμμή πριν το "ότι χρειαστεί". Αν πράγματι "στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα", τότε αυτό το σκοτεινό, ζοφερό, και αδηφάγο "ότι χρειαστεί" που μας κατατρώει, δεν είναι αδιέξοδο, όπως προσπαθείς να μας πείσεις.

Και μέσα στο σύντομο λόγο του, ανάμεσα στη μετατόπιση της ευθύνης στο λαό, της κρίσης στην ΕΕ, της έκθεσης της χώρας στην αντιπολίτευση, μας προέτρεψε όλους να μη μιλάμε (ΜΜΕ, πολιτικούς, ακαδημαϊκούς, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε), γιατί εκθέτουμε τη χώρα! Λυπάμαι αγαπητέ, αλλά στη δημοκρατία θα μιλάμε! Αν μας λένε πότε να μιλάμε και τι να λέμε, δεν είναι δημοκρατία είναι κάτι άλλο...

Αναμφίβολα, η λίγη πίστωση χρόνου που μπορούσε να του εξασφαλίσει η ρητορική του δεινότητα τέλειωσε. Ο Υπουργός Οικονομικών - Πρωθυπουργός μοιάζει με τον έμπορο που διαλαλεί την πραμάτεια του κι επειδή βρίσκεται στο κέντρο της πλατείας κι έχει στεντόρεια φωνή, πιστεύει ότι όλοι θα σπεύσουν να αγοράσουν. Πολύ σύντομα δε θα βρίσκει κανένα λόγο να αντικρούσει αυτό που συμβαίνει: αυτήν την πραμάτεια δεν την αγοράζει πια κανείς. Η ζωή είναι αλλού.



Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Η Αλίκη, κωδικό όνομα "κούνελος" και ο ίλιγγος

Όταν ήμουν μικρή, αλλά μικρή, διάβαζα πάρα πολύ. Οι ιστορίες που ακολουθούν τον προσωπικό μου μύθο λένε, ότι αντί για κούκλα κυκλοφορούσα με ένα βιβλίο κάτω από την μασχάλη μου, το οποίο δεν αποχωριζόμουν ούτε τη νύχτα, καθώς το έβαζα κάτω από το μαξιλάρι μου ακόμη και όταν κοιμόμουν. Τότε δε διάβαζα ακόμα και δε θυμάμαι τίποτα σχετικό, ώστε να μπορώ να το επιβεβαιώσω ή να το διαψεύσω, πράγμα εξάλλου που προς χάρη του προσωπικού μου μύθου δε θα έκανα ποτέ. Καθώς μεγάλωσα, το προσωπικό μου φετίχ δεν έγιναν τα βιβλία, αλλά οι μπότες (άλλη ιστορία αυτό). Όμως τα βιβλία δεν έγιναν ποτέ ούτε "χόμπυ" στον ελεύθερο χρόνο, ούτε "υποχρέωση" στα χρόνια σπουδών, ήταν πάντα ένα αυτονόητο κομμάτι της καθημερινότητας με ποικίλες διακυμάνσεις. 

Δε θυμάμαι ποτέ κανένα βιβλίο να μου δημιούργησε τόσα ερωτηματικά και τόση αμηχανία όσο "Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων". Ποιος θα ακολουθούσε έναν κούνελο? Για ποιο λόγο? Υπάρχει κάτι πιο φρικτό από το να πέφτεις ανεξέλεγκτα σε ένα λαγούμι? Κι όλα αυτά που συμβαίνουν μετά, δεν είναι τόσο μα τόσο τρομακτικά? Γιατί τη λένε "χώρα των θαυμάτων" και όχι "χώρα των εφιαλτών", αφού ότι συμβαίνει είναι εφιαλτικό? Τελικά, αρκεί να ανοίξεις τα μάτια για να σωθείς?

Τον τελευταίο καιρό αισθάνομαι σαν εκείνη την Αλίκη. Κατρακυλάω μαζί με άλλους σε ένα ατέλειωτο, σκοτεινό λαγούμι. Χωρίς τέλος, χωρίς πάτο, χωρίς να ξέρουμε που θα βγάλει. Η αλήθεια είναι πως δε ξέρω τι τους έπιασε και πίστεψαν τον άνθρωπο με το κωδικό όνομα "κούνελος". Αναμφίβολα τα είπε ωραία, τότε. Αλλά ήταν αυτό αρκετό? Μόνο αυτό χρειαζόταν? Κι από εκείνη την ανάμνηση του "ωραία" τι μπορεί να βοηθήσει τώρα που ο ίλιγγος από την κατρακύλα μεγαλώνει? Πότε θα σταματήσει? 

Θέλω να ανοίξω τα μάτια, να ξυπνήσω, να πω ένας εφιάλτης ήταν, αλλά δεν μπορώ. Τι με περιμένει στον πάτο? Θα γίνω γίγαντας, νάνος, θα συναντήσω μαγικά μανιτάρια με τη φάτσα του Σαρκοζί, βασίλισσες που θα θέλουν το κεφάλι μου? Θα φοράνε τα άσχημα ρούχα της Μέρκελ?
Θα είχα κι άλλες απορίες αν μπορούσα να σκεφτώ φαντάζομαι. Αλλά προς το παρόν... τρελλός ίλιγγος!!!



Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Ψάξε την ιστορία...

Όταν πρωτοάνοιξαν τα "μεγάλα σούπερ μάρκετ σπιτιών" όπως το ΙΚΕΑ, λίγοι θα μπορούσαν να φανταστούν τη μεγάλη τους επιτυχία. Τα είχαν όλα! Και παρόλα που οι τιμές τους ήταν υψηλότερες από τα άλλα μαγαζιά της ίδιας αλυσίδας σε άλλες πόλης της Ευρώπης, για τον Έλληνα που ήθελε μια μικρή περιουσία για να αγοράσει έναν καναπέ ή ένα κρεβάτι, ήταν μια μεγάλη ευχάριστη έκπληξη. Εμένα που δε μου αρέσουν "οι μεγάλοι χώροι με τα πάντα", τα σούπερ μάρκετ τροφίμων, επίπλων, ρούχων, δε με συγκίνησαν ιδιαίτερα. 

Προτιμούσα και προτιμώ πάντα τα μικρά, συνοικειακά μαγαζιά, όπου μπορείς ακόμα να βρεις κάτι ωραίο και ξεχωριστό και να ενισχύσεις και τον επιχειρηματία "της γειτονιάς". Όπως έλεγα και στο Παρίσι "εμπιστεύσου το φούρνο της γειτονιάς σου", πράγμα που έκανα όχι τόσο επειδή είχε τα καλύτερα φλαν (με τα οποία ήμουν τρελλαμένη και έπαιρνα ένα κουτί για το σπίτι κι ένα κομμάτι για το δρόμο), αλλά επειδή γνωριστήκαμε, με έμαθαν και κρατούσαν πάντα κάτι πολύ καλό για "την ελληνίδα φίλη τους". Έτσι έκανα και με τα υπόλοιπα μαγαζιά της γειτονιάς κι έτσι κάνω πάντα.

Κατεβαίνοντας από το στενό δρόμο που οδηγεί στην πλατεία, το μάτι μου έπεσε πάνω σε μια αυτοσχέδια πινακίδα από χαρτόνι, που ήταν κολλημένη στη βιτρίνα και με μαρκαδόρο έγραφε: "μεγάλες εκπτώσεις". Δε σκέφτομαι να πάρω κανένα χαλί και για αυτό ήταν ένα μαγαζί της νέας "γειτονιάς" μου που δεν είχα μπει. Πάντα όμως σκεφτόμουν πόσο παράταιρο είναι αυτό το μαγαζί στη φυσιογνωμία της περιοχής. Χαλιά, εδώ? Τόσο παράταιρο πραγματικά! Και καθώς είχα δέκα λεπτά στη διάθεσή μου, και καθώς δεν υπολόγιζα να κάνω παραπάνω...

Με υποδέχθηκε μια κυρία μεγάλης ηλικίας με υπέρμετρη έκπληξη, χαρά, διαχυτικότητα. Είχε εκείνο το λαμπερό ξανθό στα καλοχτενισμένα στο κομμωτήριο μαλιά της, ήταν καλοντυμένη και παρά την ηλικία της είχε τον αέρα της "κυρίας του μαγαζιού". 
Δε σκέφτομαι να αγοράσω κάποιο χαλί, της είπα, αλλά ρίξτε μια ματιά με διέκοψε εκείνη κι άρχισε να μου ανοίγει μερικά από τα πιο ωραία χαλιά που έχω δει. Είναι δικό μου το μαγαζί μου είπε και σκέφτομαι να το κλείσω. Αρχισε να μου λέει τις τιμές και η έκπληξή μου μεγάλωνε καθώς ήταν πολύ πιο κάτω από κάθε προσδοκία. Την κοίταξα με την έκπληξή μου μάλλον έκδηλη. Είναι δικός μου ο χώρος και δεν έχω ενοίκιο, μου είπε, αλλά παρόλα αυτά σκέφτομαι να κλείσω όπως σας είπα. Έτσι λοιπόν τα δίνω στο κόστος τους. Στα επόμενα λίγα λεπτά μου διηγήθηκε σύντομα πόσο πολύ είχε ανατρέψει τη ζωή της αυτή η κρίση. Μιλούσε ήρεμα, αβίαστα, χωρίς παράπονα και δραματικότητες, αλλά με μια ελαφρά συγκίνηση και ταυτόχρονα το ένα χαλί διαδέχονταν το άλλο, το ένα όμορφο μοτίβο το επόμενο κι εγώ ρίχνοντας μια ματιά στο υπόλοιπο χώρο, που ήταν γεμάτος από πιο "βαριά" και κλασικά χαλιά, σκεφτόμουν πως είναι να αποχωρίζεται κανείς τον μικρό θυσαυρό του που του πήρε μια ζωή να δημιουργήσει. Την άκουγα με προσοχή, γιατί δεν είχα τίποτα παραπάνω να της δώσω από την αμέριστη προσοχή μου εκείνα τα λίγα λεπτά. Ίσως όμως να μην ήθελε και τίποτα παραπάνω από μία ξένη. 
Έχετε υπέροχα χαλιά, της είπα όταν τελείωσε το μονόλογό της. Πραγματικά, αν κάποια στιγμή αγόραζα δε θα πήγαινα πουθενά αλλού, θα ερχόμουν κατευθείαν σε εσάς. Κούνησε το κεφάλι της σχεδόν χαρούμενη και βαθιά ικανοποιημένη από αυτήν την αναγνώριση μιας άγνωστης. Σας ευχαριστώ που μου τα δείξατε, της είπα στο τέλος, είναι πραγματικά ωραία, μου φτιάξατε τη μέρα. Με συνόδευσε ως την έξοδο, που είπε να προσέχω γιατί το πεζοδρόμιο είναι στενό και τα αυτοκίνητα δεν προσέχουν και με χαιρέτησε.

Όταν το μεσημέρι γύρισα σπίτι άνοιξα τον φετινό κατάλογο ενός μεγάλου "μαγαζιού με τα πάντα". Τα χαλιά του ήταν πολύ ακριβά σε σχέση με τις τιμές που είχα ακούσει το πρωί, τα σχέδιά του περιορισμένα, βαρετά και ανούσια. Σκεφτόμουν πόσοι άνθρωποι έχουν το ίδιο χαλί στο σπίτι τους. Και με έναν περίεργο συνειρμό σκέφτηκα ότι τα χαλιά μοιάζουν με τους ανθρώπους, αξίζουν όταν έχουν πίσω τους μια δικιά τους ιστορία. Και χαμογελώντας σε αυτήν την περίεργη σκέψη που όμως μου φάνηκε απόλυτα λογική και σκεπτόμενη ότι τελικά εκείνο το πράσινο χαλί μου άρεσε περισσότερο από όσο περίμενα, τερμάτισα οριστικά τη σχέση μου με ότι μεγάλο και μαζικό. Θα προτιμήσω να συνεχίσω να ψάχνω τις ιστορίες πίσω από τα πράγματα τελικά...



Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Η απερίγραπτη γοητεία της αντιφατικότητας και ο ύπουλος Σεπτέμβρης

Ένας από τους λόγους που μου αρέσει ο Σεπτέμβριος είναι γιατί έχει μια περίεργη γλύκα που σε ξεγελά. Καταρχήν κάνει μια αθόρυβη είσοδο. Κανείς δεν καταλαβαίνει την αλλαγή. Εκεί που νομίζεις ότι το καλοκαίρι συνεχίζεται μαζί με τις υψηλές θερμοκρασίες, εκεί που νομίζεις πως "έχουμε ακόμα", εκεί που επαναπαύεσαι χαρούμενη στα καλοκαιρινά ρούχα σου που ακόμα φοράς, στα καυτά μεσημέρια, στις βουτιές του Σαββατοκύριακου και τις νυχτερινές βόλτες, εκεί γλυστράνε δίπλα σου όλα τα γνώριμα της εκτός καλοκαιρινών διακοπών ρουτίνας. Με ένα τρόπο αθόρυβο, χωρίς απαιτήσεις, αλλά σταθερά και ανυποχώρητα παίρνουν τη θέση τους μέσα στη μέρα σου, στην εβδομάδα σου και τελικά μέσα στη ζωή σου.

Έτσι αργά και ήσυχα ξαναγύρισαν όλα. Οι καταλήψεις στα Πανεπιστήμια, το κίνημα των αγανακτησμένων στην πλατεία του Λευκού Πύργου, τα σχολεία, η ΔΕΘ, το ReWorks, τα γενέθλιά μου, όλα όσα σου απαγορεύουν με κάθε τρόπο να παραμείνεις στο καλοκαίρι. Με αυτές τις διαπιστώσεις σκέφτομαι τελικά ότι ίσως ο Σεπτέμβριος να είναι ένας εξαιρετικά ύπουλος και εκδικητικός μήνας. Αλλά κι έτσι να είναι δε με πειράζει. Ιδίως φέτος, που αποφάσισα να αφήσω την αντιφατικότητά μου να εκφραστεί σε ύψιστο βαθμό, πηγαινοφέρνοντας τον εαυτό μου σε ένα πλήθος ανόμοιων δράσεων και εκδηλώσεων, από την Πλατεία του Λευκού Πύργου, έως τα οργανωμένα σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα και τις αυτοσχέδιες καλλιτεχνικές εκφράσεις του street art. 

Όχι ότι τώρα που το σκέφτομαι ήμουν ποτέ και διαφορετική, αλλά άλλες φορές το έκανα και με παρατηρούσα, με ανέλυα, προσπαθούσα κάτι να μάθω ή να καταλάβω για μένα από όλο αυτό. Φέτος όμως, αποφάσισα ότι σε αυτό το σχιζοφρενικό παρόν που ζω, δεν υπάρχει καμία χρησιμότητα από την αυτο-παρατήρηση και είπα να την αφήσω να πάει στο καλό και να τραβήξω κι εγώ το δρόμο μου (πράγμα που κάνω άλλωστε πολύ συχνά με εξαιρετική επιτυχία). Κι έτσι σταμάτησα να παίρνω οτιδήποτε στα σοβαρά (έκοψα και τα λίγα που είχαν απομείνει) και άρχισα να κοιτάω με απροκάλυπτη περιέργεια όσους το κάνουν, να ψάχνω στρογγυλά τραπέζια καρυδιάς και πορτοκαλί υφάσματα για πολυθρόνες, να ανοίγω ολόκληρη κουβέντα για τα "έπιπλα ανγκλέ" με τους παλαιοπώλες της Τοσίτσα, για την εκδήλωση του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης σε ξενοδοχείο της πόλης και για τη Biennale που έχουμε ακόμα. Ναι, ναι, όλα αυτά μαζί! Και να εκπλήσσομαι ευχάριστα και από τη σχιζοφρενική διάθεση φίλων μου, που αρχίζει κι αυτή δειλά δειλά να εκδηλώνεται. Καλά, όχι όλοι και καλά, κάτσε να δούμε. Γενικά όμως μιλώντας, είναι ωραία αυτή η κατάσταση, όπου καμία βασανιστική ερώτηση ή συνέπεια στο ποιος είσαι δε χρειάζεται να υπάρχει. Είσαι ο κανένας! Α, Οδυσσέα! Πρέπει να ήσουν μεγάλη μούρη τελικά! Ποιος ξέρει που τα έμαθες όλα αυτά... Και με αυτή τη λαμπερή διαπίστωση, τη σύνδεση με τους προγόνους και τον αναστεναγμό ευχαρίστησης, ανακούφισης και ελευθερίας σας αφήνω να χαρείτε κι εσείς τον ύπουλο αυτόν Σεπτέβριο, όπου κι αν σας βρει, όποιος κι αν είστε!



Υ.Γ. Το σχιζοφρενικό αυτό εγώ μου είναι πολύ, μα πολύ, μα πολύ γοητευτικό και μου αρέσει! Και για αυτό και σας παρακαλώ γλυτώστε με από τις βαρετές, πληκτικές και κοινότυπες απόψεις, συμβουλές και νουθεσίες. Σας ευχαριστώ.



Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

I'm back

1η Σεπτεμβρίου και σχεδόν πάντα οι "ημερολογιακές πρώτες" σου δίνουν μια αίσθηση αρχής... ή τέλους. Η 1η Σεπτεμβρίου σε προκαταβάλει πάντα με ένα μοναδικό τρόπο, καθώς σου επιβεβαιώνει με τον στεγνό τρόπο των ημερολογίων ότι το καλοκαίρι τελείωσε. Ναι, οι θερμοκρασίες είναι ακόμα υψηλές και ναι τα σαββατοκύριακα είναι για μπάνιο, και ναι για κάποιους οι διακοπές μπορεί τώρα να ξεκινάνε, αλλά το καλοκαίρι τελείωσε. Ελπίζω στις λίγες αλλά πολλά υποσχόμενες μέρες του να βρήκατε αυτό που ψάχνατε, επιθυμούσατε, ελπίζατε, ονειρευόσασταν. Αν πάλι όχι, γνωρίζουμε καλά ότι το επόμενο καλοκαίρι δεν είναι και τόσο μακριά τελικά, ούτε οι χειμώνες πια τόσο κρύοι...

Αλλά και τόσα πράγματα ξεκινούν! Και τόσα που έμοιαζαν ότι δεν μπορούν να αλλάξουν, άλλαξαν, ή αλλάζουν. Άλλα καλά κρυμμένα αποκαλύφθηκαν και άλλα είναι έτοιμα να αποκαλυφθούν. Πόσοι τη γλύτωσαν και πόσοι την πλήρωσαν. Πόσοι δραπέτευσαν από την γυάλινη μπάλα τους που άρχιζε να παρουσιάζει ρωγμές για να μπούνε σε άλλη. Πόσες ιστορίες τέλειωσαν και πόσες άλλες αρχίζουν μόλις τώρα. Τόσο σασπένς σε ένα καλοκαίρι έχω καιρό να θυμηθώ. Για την ακρίβεια νομίζω ότι δεν έχω ζήσει παρόμοιο καλοκαίρι...

Μόλις ένα καλοκαίρι χρειάστηκαν οι τροϊκανοί για να καταλάβουν ότι αυτή η χώρα που λέγεται Ελλάδα και είναι ισότιμο μέλος τους στην ΕΕ, είναι στην πραγματικότητα μια χωρίς ανάπτυξη χώρα χρόνια τώρα, όπου μια ατέλειωτη σειρά γενιών και γενιών πολιτικών λαμογιών, την έφαγε, τη ρήμαξε και μετά αφού την παραγέμισε με αέρα κοπανιστό για να φαίνεται ως ροδαλή καλοζωισμένη Ευρωπαία, τους την πέταξε στα μούτρα για να λύσουν εκείνοι το πρόβλημα της "μικρής αδερφής" και να γιατρέψουν τα τραύματα της ανείπωτης βιαιότητας των χτυπημάτων των οίκων αξιολόγησης. 

Οι κακές γλώσσες λένε ότι οι τροϊκανοί τεχνοκράτες πηγαινοέρχονται πλέον αδιάφοροι, πεπεισμένοι μετά από μήνες ενασχόλησης με τους κύριους τομείς του ελληνικού κράτους, ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει ή τουλάχιστον όχι σε ορίζοντα μικρότερο της 30ετίας. Οι ίδιες γλώσσες συνεχίζουν λέγοντας, ότι τώρα ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνα για τα λεφτά της ΕΕ και έχουν εγκαταλείψει οριστικά το όποιο όνειρο για γενικότερη "βοήθεια προς την Ελλάδα". Πιπέρι στις κακές γλώσσες! Είναι απλώς ένα ατυχές timing, καθώς οι θερινές νύχτες που προσφέρονται για όνειρα, τελείωσαν μαζί με το καλοκαίρι. Εκτιμάται όμως ότι αν κρατούσαν τουλάχιστον 25 χρόνια σερί τα προβλήματα μας θα είχαν σχεδόν λυθεί. Anyway.

Η κυβέρνηση ασυντόνιστη και αναποτελεσματική όπως τη συνηθίσαμε τα δύο αυτά χρόνια, κουρασμένη και αποκαμωμένη, ξεσπάει σπασμωδικά σε υστερικές κρίσεις που όμως τώρα πια δεν τις παίρνει κανείς στα σοβαρά. Ύστερα, έρχεται εκείνη η "ήρεμη" άποψη Βενιζέλου που προσπαθεί να μας πείσει ότι μια σχιζοφρενική πραγματικότητα είναι η μόνη εκδοχή καθημερινότητας στην οποία μπορούμε να ελπίσουμε. Έτσι, ομολογώντας δημόσια με κάθε ευκαιρία ότι το μέτρο είναι άδικο, εντούτοις εφαρμόζεται από σήμερα η αύξηση του ΦΠΑ (στο 23%) και άπειροι νέοι φόροι φτάνουν με χαρτάκια της εφορίας στα σπίτια μας. Αλλά τώρα και ο Βενιζέλος που άλλοτε ξεχώριζε για τον αποφασιστικό και σίγουρο τόνο της φωνής του μετά βίας ακούγεται. Βαθιά αποκαμωμένος και αυτός, ελπίζει ο νέος αυτός χαμηλός τόνος του να υπνωτίσει κάποιους. Αλλά τι κρίμα, που κανείς πια δε θέλει να κοιμηθεί άλλο. Ατυχές timing. Όχι ότι πολιτικοί σαν το Βενιζέλο θα χαθούν, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι της πολιτικής του παρακαταθήκης θα φαγωθεί από το αδηφάγο πόστο του Υπουργού Οικονομικών, για να τη βγάλει έστω και μετα βίας "καθαρή"(?!).

Για τον Πρωθυπουργό δε ξέρω τι να σας πω. Αναμφίβολα Ευρωπαίος ως το κόκκαλο προγραμμάτισε τις διακοπές του νωρίς. Τακτοποίησε τις δουλειές του (ανασχηματισμός, αντιπροεδρεία στο Βενιζέλο και κάτι άλλα μικροθεματάκια) κι όταν ήρθε η ώρα έφυγε. ΠΑ-ΡΑ-ΔΕΙΓ-ΜΑ προγραμματισμού! Οι τελευταίες πληροφορίες λένε ότι πήρε πακέτο "all exclusive" για να μη βγαίνει έξω, είχε ειδική έκπτωση γιατί έκλεισε νωρίς και μέσω internet και έκανε εξαιρετικό κανό στο νησί όπου παραθέριζε. (Βέβαια σαν εκείνη την εμφάνιση με τα κολλητά μαύρα όταν έτρεξε στο μικρό μαραθώνιο δεν έχει δεύτερη!). Οι κακές γλώσσες διέρρευσαν τάχα μου εμπιστευτικά στον Τύπο ότι σκέφτεται να μην ανέβει στη Διεθνή Έκθεση, όπως παραδοσιακά κάνουν όλοι οι Πρωθυπουργοί αυτής της χώρας. Έγινε ο κακός χαμός στα δελτία ειδήσεων (πως θα ζήσουν και οι δημοσιογράφοι) και τελικά τη γλύτωσε την "παγκόσμια πρωτοτυπία", το διέψευσε και θα το πιεί το πικρό αυτό ποτήρι, παρέα με μικρό κυβερνητικό κλιμάκια. Εικάζω το πιο μικρό όλων των εποχών. Καλά αυτή η άνοδος, σα Γολγοθάς θα είναι, ε και μετά σάμπως τι μένει? Το πολύ πέρασε. (Το χειρότερο, όχι ακόμα).

Ούτε για τους υπουργούς έχω να σας πω κάτι. Μετά από τόσα γιουχαίσματα, προπυλακισμούς, επιθέσεις, λερωμένα κοστούμια, αυγά, γιαούρτια, λαχανικά, όλα πάνω τους και φυσικά ουσιαστικό κυβερνητικό έργο, νομίζω ότι κέρδισαν με τον κόπο τους τις διακοπές τους. Άσε που μια ξεκούραση χρειάζεται αν είναι να κυβερνήσεις πάλι μετά. Δηλ. να είμαστε και λογικοί!

Αυτό σκέφτηκαν και οι βουλευτές και εξαφανίστηκαν και αυτοί σε νησιά και παραλίες. Γιατί και αυτοί οι δέκα της κυβέρνησης που κυβερνούν δε θα κουραστούν κάποια στιγμή? Δε θα χρειαστούν αλλαγή? Δε λέμε ότι κερδίζει τον αγώνα η ομάδα που έχει "καλό πάγκο" (βασική προπονητική αρχή και ας μην παίξει ποτέ κανείς από τον πάγκο)? Κάποιοι λοιπόν πήραν ωραίο χρώμα στις διακοπές, κάποιοι δεν έβαλαν το αντιηλιακό τους και κάηκαν, κι έτσι εκτός από άκλαφτοι τουλάχιστον δε θα πάνε και "άκαφτοι" και κάποιοι άφησαν τα σκάφη τους για να μη σκανδαλίσουν την κοινή γνώμη. Αυτό το τελευταίο, εντάσσεται στα πλαίσια της κοινωνικής αλληλεγγύης και εν-συναίσθησης. Πολύ προχώ!

Η αντιπολίτευση περιμένει αγόγγυστα το μοιραίο: να κυβερνήσει. Δεν τρελλαίνεται κιόλας, αλλά πόσο να κάτσεις αντιπολίτευση? Κάποια στιγμή βαριέσαι! Και με την ευκαιρία που οι τροϊκανοί κατάλαβαν ότι η χώρα δε σώζεται με τίποτα, λένε να ανασκουμπωθούν και να αναλάβουν και αυτοί με τη σειρά τους το "πατριωτικό καθήκον" της διακυβέρνησης του τόπου.

Μετά από το χτύπημα των οίκων αξιολόγησης στην αμερικάνικη οικονομία, το τρέμουλο Ομπάμα, την ταραχή και την έκπληξη του μέσου Αμερικανού που ήταν συνηθισμένος να ζει στη χώρα που κατέκτησε το διάστημα (βλ. Σταρ Τρεκ), που διαφυλλάτει και ρυθμίζει την παγκόσμια Ειρήνη (βλ. Ζήνα), τη Δικαιοσύνη (βλ. Δικαστής Τρεντ) και την Ασφάλεια (βλ. NCIS & Άγγελοι του Τσάρλυ), που προασπίζεται την αξία της Επιστήμης (βλ. Greys Anatomy), το ελληνικό Κοινοβούλιο αποφάσισε να συστήσει και αυτό ένα ΑΚΟΜΑ νέο όργανο (γιατί είναι γνωστός ο περίφημος μικρός και ευέλικτος ελληνικός δημόσιος τομέας) για να κρίνει εκείνο ως ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ, τι συμβαίνει με το χρέος και τα οικονομικά της χώρας. Όχι που θα μας έκριναν εμάς οι κάθε "πουρς"! Αυτοί, που μας μισούν γιατί είμαστε όμορφοι και έξυπνοι! Η αρχή αποφάνθηκαν ότι τα χάλια μας είναι μαύρα και άραχνα, το άκουσε ο Βενιζέλος, τα πήρα στο κρανίο, τους χαρακτήρισε "άπειρους" κατά το "άσχετους", νομίζω τα έχωσε στον Πετσάλνικο κι έτσι δε βλέπω αυτή την ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ να μακροημερεύει. Προσωπικά δε με χαλάει, γιατί για κανέναν λόγο δε θέλω να πληρώνω άλλο Δημόσιο, γίνεται?

Κατά τα άλλα, οι φοιτητές στις καταλήψεις, οι ταρίφες stand by για κανένα σαματά, τα ΜΑΤ έπνιξαν με την παρουσία τους την πόλη ενόψει ΔΕΘ, ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου ετοιμάζεται να ξανακατέβει σε δρόμους και πλατείες (λεμόνια - μαντήλια πρώτα μέσα στην τσάντα γιατί ποτέ δε ξέρεις, μπορεί να παίξει καμιά "πρόβα"), ένα άλλο κομμάτι συνεχίζει τα μπάνια του τα σαββατοκύριακα, ένα άλλο κομμάτι εντελώς αποχαυνωμένο ξέμεινε από το χειμώνα και συνεχίζει να βλέπει τούρκικα σήριαλ στην τηλεόραση και είναι αμφίβολα αν πήρε χαμπάρι το πέρασμα χειμώνας - καλοκαίρι - και πάλι χειμώνας (καλά αυτούς θα τους ξυπνήσουμε στο τέλος), η ανεργία τραβάει την ανηφόρα με ταχύτητα κατηφόρας, ο Ντομινίκ αθωώθηκε και θα συνεχίσει ακάθεκτος την πολιτική του καριέρα στη γείτονα χώρα και ο Τζίμμυς και οι φίλοι μου ομορφαίνουν τη ζωή μου!

Αυτά νομίζω. ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!



Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Η "Τόσκα μου"

Την άκουσα για πρώτη φορά όταν μετακόμισα σε αυτήν τη γειτονιά. Σε μία από τις λίγες γειτονιές που έχουν απομείνει στο κέντρο της πόλης, αν δε θέλεις να ανηφορίσεις πολύ, μια γειτονιά περίεργη, γραφική, με τους δικούς της ανθρώπους, με τα δικά της μαγαζιά, κάποια από αυτά εντελώς ασήμαντα, κάποια όμορφα, κάποια εμπνευσμένα, κάποια συλλογικής διαχείρισης, κάποια συμπεριλαμβανόμενα στους καταλόγους με τα καλύτερα εστιατόρια της πόλης, μικρά μαγαζιά με χειροποίητα αριστουργήματα από διάφορα υλικά, άλλα με επώνυμα προϊόντα εισαγωγής, πολλά με βιολογικά προϊόντα, άλλα με ενδιαφέροντα πατάρια και άλλα με υπόγεια γεμάτα θησαυρούς, μια "γειτονιά" με όλη τη σημασία της λέξης, που φιλοξενεί αρκετούς καλλιτέχνες και άλλους τόσους ηλεκτρολόγους και επισκευαστές κλιματιστικών, όλους ανάμεικτα, όλα μαζί να τα χωρίζουν ένα-δύο δρόμοι, μια γειτονιά που σου αρέσει να μένεις, αν έχεις βαρεθεί τις επαναλαμβανόμενες φασόν εικόνες της πόλης.

Ήταν μεσημέρι και η θερμοκρασία χτυπούσε τους 40 βαθμούς κάθε μεσημέρι εκείνης της εβδομάδας. Στην αρχή δεν κατάλαβα, είχα εκείνη την αίσθηση που λέμε "μάλλον θα μου φάνηκε" κι έτσι δεν έδωσα μεγαλύτερη σημασία, απλά υπενθύμισα στον εαυτό μου όπως πάντα κάνω "αν μετά τις φωνές, αρχίσεις να βλέπεις και οράματα να το κοιτάξεις."

Η επόμενη φορά ήταν ένα εξίσου ζεστό μεσημέρι. Μια λεπτή, σπασμένη φωνή τραγουδούσε κάτι που έμοιαζε με άρια. Ο υψηλός τόνος, το ακατανόητο των λέξεων, οι παύσεις και οι εντάσεις αυτής της σπασμένης, ταραγμένης φωνής και κυρίως το πάθος που ανέβλυζε με έναν περίεργο τρόπο από αυτό το εξίσου περίεργο άκουσμα, το έκανε να μοιάζει μοναδικά τραγικό. Δε ξέρω γιατί μου έφερε στο μυαλό την "Τόσκα", καθώς δεν είναι ούτε η αγαπημένη μου όπερα, ούτε η αγαπημένη μου ηρωίδα (εγώ είμαι πιο πολύ τύπος "Κάρμεν"), αλλά αυτήν μου έφερε στο μυαλό κι έτσι εκείνη τη στιγμή τη βάφτισα "Τόσκα". Γύρισα το κεφάλι μου προσπαθώντας να εντοπίσω από που ερχόταν, αλλά στάθηκε αδύνατο, ακόμη και καθώς η ένταση έμοιαζε να δυναμώνει πράγμα που σήμαινε ότι ερχόταν πιο κοντά μου. Οι σιχαμένοι μικροαστικοί μου τρόποι που κατά καιρούς κάνουν την εμφάνισή τους και μου λένε τι να κάνω, με κράτησαν καρφωμένη στην καρέκλα του μπαλκονιού μου από όπου μάταια προσπαθούσα να εντοπίσω τη φωνή. Ναι, τελικά δεν τα κατάφερα.

Τις επόμενες μέρες σκέφτηκα αρκετές φορές για λίγο την "Τόσκα μου". Είχα σχεδόν μια αγωνία να τη δω και σχεδόν ένα φόβο καθώς οι μέρες περνούσαν μήπως και δεν ξαναπεράσει. Δεν ήξερα τι ήταν εκείνο που με γέμιζε με την αλλόκοτη αυτή περιέργεια. Πίστευα ότι αν την έβλεπα, θα μπορούσα να καταλάβω τι έσπασε αυτή τη ψυχή, αυτό το μυαλό και τελικά αυτή τη φωνή. Θα μπορούσα να καταλάβω αυτή τη ρήξη ή τη συντριβή που τα κομμάτια της έβρισκαν μέσα από τη φωνή της το δρόμο προς τα έξω. Πίστευα ότι επιτέλους το "δραματικό" θα έπαιρνε όχι μόνο τον τόνο, αλλά και τη μορφή που του ταίριαζε. Και η αλλόκοτη αυτή περιέργεια με έναν εξίσου αλλόκοτο αποενοχοποιημένο τρόπο μεγάλωνε μέσα μου.

Όταν η φωνή της έσκισε το μεσημεριανό καυτό αέρα πετάχτηκα στο μπαλκόνι μου. Σχεδόν δεν το πίστευα ότι η "φωνή" περνούσε ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι μου και πριν επιτρέψω στο μυαλό μου να σκεφτεί οτιδήποτε, έσκυψα να κοιτάξω. Ήταν όντως εκεί περπατώντας αργά. Μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, μάλλον κοντή, με αυτόν το παρατημένο μεσογειακό σωματότυπο, ντυμένη στα μαύρα, με γκρίζα μαλλιά. Μια γυναίκα που αν καθόταν στην άκρη του δρόμου σε ένα ελληνικό χωριό θα με κοιτούσε οπωσδήποτε με περιέργεια για τα ρούχα μου, τα μαλλιά μου, για κάτι τέλος πάντων και μετά θα έσκυβε κουτσομπολίστικα να πει κάτι στη διπλανή της. Εγώ θα την κοιτούσα θα χαμογελούσα κι εκείνη σαστισμένη θα μου ανταπέδιδε αβίαστα το βλέμμα. Τραβήχτηκα γρήγορα μέσα στο μπαλκόνι. Κάτι γίνεται λάθος σκέφτηκα, δεν μπορεί να είναι αυτή η "Τόσκα μου" και σχεδόν θύμωσα που δεν ανταποκρινόταν σε αυτό που εγώ είχα φτιάξει στο μυαλό μου για εκείνην. Μεμιάς μου έφυγε κάθε όρεξη να μάθω για αυτή τη "σπασμένη φωνή" που ήταν ολοφάνερα σε λάθος, λάθος, λάθος εκδοχή.

Πέρασαν αρκετές μέρες χωρίς να την ξανασκεφτώ και με μια διάθεση να διαχωριστώ από την "Τόσκα" που δεν ήταν αυτό που ήθελα. Δε θυμάμαι από που γυρνούσα εκείνο το ζεστό μεσημέρι, ούτε θυμάμαι πότε ακριβώς άκουσα τη σπασμένη φωνή της να σκίζει τον αέρα, ούτε πότε αντιλήφθηκα και τις άλλες φωνές. Κάποιοι άνθρωποι είχαν βγει στα μπαλκόνια και άλλοι φώναζαν, άλλοι χειροκροτούσαν και άλλοι την έβριζαν κι εκείνη χωρίς να καταλαβαίνει είχε σταθεί εκεί και συνέχιζε να τραγουδάει. "Δεν καταλαβαίνει" τους είπα, πλησιάζοντας και σηκώνοντας το κεφάλι μου προς τα μπαλκόνια. Εκείνοι για λίγο σώπασαν κι ύστερα άρχισαν να μου λένε "είναι μεσημέρι", "δε μας αφήνει να κοιμηθούμε". Έβγαλα τα γυαλιά μου και τους κοίταξα αυστηρά και σταθερά. "Δεν καταλαβαίνει τι της λέτε" επανέλαβα πιο αργά αυτή τη φορά, "ούτε που βρίσκεται καταλαβαίνει, ούτε τι συμβαίνει" πρόσθεσα σε έναν τόνο που έδειχνε σε όλους ότι δεν είχε κανένα νόημα να τους εξηγήσω περισσότερο την κατάστασή της.

Στεκόμουν σχεδόν δίπλα της. Γύρισα και την κοίταξα και τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Με κοίταξε φευγαλέα και συνέχιζε να τραγουδάει. Δεν αναγνώριζε φυσικά τίποτα σε μένα, αλλά με ξανακοίταξε. Χαμογέλασα, αλλά δεν έδειξε να πρόσεξε τη διαφορά. Έφερα το δάχτυλο στο στόμα μου και της έκανα νόημα να σωπάσει και συνέχιζα να την κοιτάζω κάνοντας της νόημα και κουνώντας καταφατικά το κεφάλι μου. Και τότε εκείνη σταμάτησε. Οι φωνές στα μπαλκόνια σταμάτησαν και αυτές "πάρτην από εδώ μου είπαν" και μπήκαν μέσα. Στεκόμουν κάτω από τον καυτό ήλιο με την "Τόσκα" σιωπηλή να ρίχνει κλεφτές, φοβισμένες ματιές γύρω της. Την ξανακοίταξα πιο προσεκτικά, προσπαθώντας να καταλάβω γιατί η κατακερματισμένη αυτή φωνή, έλεγε περισσότερα από το κατακερματισμένο αυτό βλέμμα. Τώρα που ήταν σιωπηλή δεν είχε τίποτα το τραγικό πάνω της. Θα μπορούσε να ήταν σαν όλους μας. Θα ήθελα κι εκείνη να με "βλέπει", αλλά ήξερα πως δε γινόταν τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή.

Δεν υπήρχε τίποτα να κάνω. Δεν ήξερα από που ερχόταν, που έμενε, ποιοι τη φρόντιζαν, ποιον να καλέσω. Ήξερα μόνο ότι σε λίγο θα ξανάρχιζε να τραγουδάει. Με εκείνο το φρικτό αίσθημα κενού που σου αφήνει η διαπίστωση ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, συνέχισα να προχωράω. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα της πολυκατοικίας μου άκουσα ξανά τη φωνή της να σκίζει τον αέρα. Δεν είχα λόγο να γυρίσω να κοιτάξω. Ήξερα ότι έτσι κι αλλιώς θα ήταν πάντα η "Τόσκα μου".


Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις?

Είχα πει ότι δε θα το κάνω και το είχα πει απλώς, γιατί είναι γνωστό ότι δε δίνω υποσχέσεις, ούτε καν στον εαυτό μου. Είχα πει ότι το καλοκαίρι δε θα γράψω για πολιτικά θέματα, παρά μόνο για αμιγώς καλοκαιρινές χαριτωμενιές, άντε και κάτι για σχέσεις ή σεξ, θέματα που συγκεντρώνουν πάντοτε μεγάλη επισκεψιμότητα (γιατί άραγε?). Αλλά, δε γίνεται ρε γαμώτο!

Το ότι ο Πρωθυπουργός συνεχάρη χθες την κοινοβουλευτική του ομάδα για το έργο της (?), για τη στήριξή της (?), για τις επιτυχίες της (?), δε θα το σχολιάσω και γενικά δε θα σχολιάσω τίποτα από όσα θα ήθελα για την πολιτική κατάσταση. Εξάλλου από το Σεπτέμβριο θα υπάρξουν μεγάλες κινητοποιήσεις πάλι και μεγάλες εξελίξεις αυτή τη φορά.

Ούτε και με τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος θα ήθελα να ασχοληθώ, γιατί αυτοί χονδρικά χωρίζονται σε 2 κατηγορίες: αυτούς που κατάλαβαν ότι θα τους πάρει η μπάλα όλους και δε βγαίνουν στα κανάλια, αλλά κρυφοαπολαμβάνουν κάπου τα μπάνια τους και αυτούς που δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί να τους πάρει η μπάλα όλους, καθώς "δεν είμαστε όλοι το ίδιο" και βγαίνουν στα κανάλια επαναλαμβάνοντας με ευλαβική προσήλωση το ποίημα το οποίο τους είπαν ότι πρέπει να λένε σχετικά με το κυβερνητικό έργο στα κανάλια, πιστεύοντας ότι η δημοσιότητα αυτή και η θερμή, δημόσια υποστήριξη στο κόμμα σε αυτές τις δύσκολες στιγμές θα τους εξασφαλίσει όχι μόνο το πολιτικό τους μέλλον, αλλά και μια καρεκλίτσα, υπουργική, υφυπουργική κατά προτίμηση. Αλλά αυτό δε θα γίνει, γιατί αγαπητοί αν "μαζί τα φάγαμε" τότε "όλοι το ίδιο είμαστε"! Είναι αλήθεια ότι η λογική φτιάχνει αδυσώπητες συναρτήσεις!

Παρακολουθώντας όμως το Γιώργο Παπανδρέου ξανά και ξανά, σκεφτόμουν πόσο δύσκολο είναι να είσαι κάποιος άλλος. Όχι μόνο από αυτόν που η νιότη σου έδειχνε ότι θα γινόσουν όπως λέει πικρά ο ποιητής, ούτε απαραίτητα σαν αυτό το τσιτάτο χωρίς νόημα " να γίνεις αυτός που είσαι", αλλά ένας "άλλος", ξένος με αυτό που ονειρεύτηκες για σένα. Όχι δε θα μείνω σε αυτό που ο αδερφός του είπε, ότι δεν ήθελε να γίνει Πρωθυπουργός λόγω της ήπιας ιδιοσυγκρασίας του, εξάλλου όλοι οι άλλοι στην οικογένειά του ήθελαν και δε μου αρέσει να ανακατεύομαι στα οικογενειακά των άλλων. Για άλλο μιλάω...

Αναμφίβολα το ΠΑΣΟΚ ζει το "κύκνειο άσμα" του αν και αυτή η φράση δεν του αξίζει, καθώς δεν έχει τίποτα από εκείνο το σπαρακτικό, το συγκινητικό, το αλλόκοτα λεπτό και απόκοσμο που έχει ο θάνατος ενός κύκνου. Το ΠΑΣΟΚ αργοπεθαίνει μέσα σε μια δυσωδία διαπλοκής και διαφθοράς, με τα πλέον αντιλαϊκά μέτρα που έχει δει αυτός ο τόπος, με μια πρωτόγνωρη άσκηση βίας που ξεκινάει από τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς και καταλήγει στα ΜΑΤ και στους δρόμους. Βουλιάζει σε έναν οχετό σκανδάλων απλωμένων σε κάθε πτυχή της πολιτικής ζωής. Κι όσο περνάει ο καιρός και αποκαλύπτονται ή διαφαίνονται πράγματα τόσο πιο σκοτεινά και δύσοσμα είναι. Οι λίγοι που πιστεύουν ότι όλο αυτό θα μεταφραστεί απλώς σε μια μεγάλη εκλογική ήττα του ΠΑΣΟΚ κάνουν λάθος. Οι πολλοί γνωρίζουν ότι πρόκειται για το τέλος του ΠΑΣΟΚ και κάνουν ήδη κινήσεις για τη διάδοχη κατάσταση. 

Ακόμη και οι ιστορικές παρακαταθήκες του κόμματος, τα πρόσωπα και τα συνθήματα που πάντα συγκινούσαν τον κόσμο κι έμοιαζαν ανεξάντλητες, τέλειωσαν και αυτές. Δεν έχει απομείνει τίποτα. Κι έτσι, καθώς το τέλος είναι ανεπίστροφο και μοιραίο, κοιτάζω με απορία αυτό το σοσιαλιστικό κόμμα και σκέφτομαι πόσο σπουδαίο είναι να επιλέγεις όχι μόνο πως θα πορευτείς, αλλά και πως θα τελειώσεις. Έτσι λοιπόν θα τελειώσει αυτό το σοσιαλιστικό κίνημα της Ελλάδας. 

Κι ο Γιώργος Παπανδρέου που δε ξέρω αν στην ερώτηση "Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις?" εκείνος απαντούσε "Πρωθυπουργός", θα έρθει αντιμέτωπος με την πιο σκληρή και ειρωνική φάρσα που η Ιστορία και αυτός επιφύλαξαν για τον εαυτό του. Θα είναι ο Πρωθυπουργός στα χέρια του οποίου πτώχευσε η Ελλάδα θα είναι, αλλά θα είναι και αυτός στα χέρια του οποίου χρεωκόπησε το ΠΑΣΟΚ θα είναι. Από όλους θα είναι αυτός! Αυτό το ΠΑΣΟΚ που ο πατέρας του έφτιαξε μαζί με άλλους, και του το άφησε μαζί με το όνομά του μην έχοντας κάτι άλλο να του αφήσει. Και τώρα που ο κύκλος κλείνει με τον πιο άσχημο και κατάπτυστο για αυτόν τρόπο, σχεδόν τον λυπάμαι κι ένα πράγμα θα ήθελα να τον ρωτήσω, έτσι από περιέργεια, "τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις?". Γιατί δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα μεγαλώσει, έστω και απότομα και ίσως τότε σταματήσει να κάνει ότι του λένε οι άλλοι.

Ειλικρινά λυπάμαι για όλα αυτά τα χαμένα χρόνια Γιώργο. Και τα δικά σου και τα δικά μας.



Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Το καλό σεξ, το κακό σεξ και τα γκουρμέ γεύματα

Προσπαθώ να σκεφτώ πόσο καλό πρέπει να είναι το σεξ που γίνεται μόνο για το σεξ. Αυτό που δε χρειάζεται κανένα "πριν", κανένα "μετά". Αυτό που κλείνεται με ένα τηλεφώνημα που κάποιος από τους δύο κάνει και μετά την άλλη εβδομάδα πάλι. Τι ακριβώς είναι αυτό το σεξ? Γιατί συμφωνούμε να το κάνουμε? Είναι τελικά αυτό που επιζητούμε και τόσο απελευθερωτικό όσο νομίζουμε?

Αναμφίβολα είναι πιο εύκολο να απαντήσεις με ένα "γιατί όχι?". Το "γιατί όχι?" δε χρειάζεται καμία εξήγηση, δεν ανοίγει καμία παραπέρα κουβέντα και οπωσδήποτε δεν περιέχει και καμία άποψη. Απλώς είναι πιο εύκολο από το "γιατί ναι?".

Έχοντας παρακολουθήσει από κοντά ανθρώπους του "γιατί όχι?", μπορώ να σας πω ότι όλοι είχαν για το σεξ μια πολύ επίπεδη άποψη. Κάτι σαν ένα γρήγορο γεύμα, ή στην καλύτερη περίπτωση μια μακαρονάδα, ένα ωραίο γλυκό που δε χρειάζεται να το πολυσκεφτείς για να το φας, κάτι απλό και σύνηθες μέσα στην καθημερινότητα τους. Και ενώ πλασάρανε πάντα αυτήν την άποψη ως εξαιρετικά απελευθερωτική και cool, αυτό που εμένα εντυπωσίαζε ήταν η βαθιά κρυμμένη απαξίωση για τον εαυτό τους, που δεν τον θεωρούσαν άξιο και ικανό για κάτι καλύτερο από μια μακαρονάδα, από ένα ωραίο γλυκό χωρίς σκέψη, από κάτι σύνηθες και απλό. Καμία απαίτηση, κανένα αίτημα, κανένα ζητούμενο και μοιραία καμία προσφορά που να σου "τρελλαίνει το μυαλό" (όπως λέει και ο φίλος μου ο Πασχάλης, όντας πολύ απαιτητικός και με ψηλά τον πήχυ για κάθε γυναίκα που τον πλησιάζει, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο, καθώς οι περισσότεροι άνδρες ως γνωστόν πηδάνε ότι να 'ναι) και το σώμα, να σε απογειώνει, να σε στέλνει αλλού! 

Μια απλή συναίνεση, ένα οκ, είναι πάντα αρκετό, γιατί και αυτό που ακολουθεί δε είναι και περί πολλού για να χρειάζεται και πολλά. Ποτέ δε με εξέπληξε ότι οι άνθρωποι με αυτήν την άποψη δεν κάνουν καλό σεξ. Το καλό σεξ, θέλει να βάλεις πολύ υλικό από σένα, από τον εαυτό σου, θέλει να εκτεθείς χωρίς φόβους περί δεσμεύσεων και τέτοια αστεία μικροαστικά κλισέ, για αυτό και σε τρελλαίνει, για αυτό θέλεις κι άλλο στην επόμενη στιγμή και όχι στο επόμενο τηλεφώνημα, σου δίνει τέτοια χαρά και ευχαρίστηση που τελικά το απαιτείς για τον εαυτό σου και δε συναινείς απλώς και όποτε στη διάθεση του άλλου. Το καλό σεξ δεν μπορεί να είναι ετεροκαθορισμός.

Οι άνθρωποι με αυτό το "συναινετικό σεξ" στην πραγματικότητα δε διαφέρουν πολύ από τους παντρεμένους χρόνια ανθρώπους και το δικό τους σεξ. Καταλήγουν και αυτοί τελικά σε ένα nice and easy σεξ, απλώς αισθάνονται "ελεύθεροι" και αυτό τους κάνει να φοβούνται λιγότερο, γιατί αναμφίβολα είναι άνθρωποι που φοβούνται.(Ακόμη και τα one night stand είναι πολύ καλύτερα από αυτό το συναινετικό σεξ, γιατί τουλάχιστον εμπεριέχουν το στοιχείο έκπληξης). 

Το καλό σεξ δε σου αφήνει τέτοιες "ελευθερίες". Το καλό σεξ το αποζητά το σώμα σου, το ανακαλεί συνεχώς το μυαλό σου, σου αποσπά την προσοχή από τα επείγοντα της ημέρας. Σου δίνει όμως μια άλλη αξία, μια άλλη ματιά, μια άλλη αυτοπεποίθηση. Και βέβαια μπορείς να τρως μακαρόνια όποτε κάτσει, αλλά ποιος δε θα ήθελε να μπορούσε να τρώει γκουρμέ κάθε μέρα? Και φυσικά μια κόκα κόλα είναι το καλύτερο συνοδευτικό γεύματος για πολλούς, αλλά ποιος θα παραγνώριζε την αξία από ένα ποτήρι δροσερό λευκό κρασί? Όλοι καταλαβαίνουμε ότι τα μακαρόνια είναι απλώς μια "λύση ανάγκης". Ποιος θα ξεγελαστεί επειδή κάποιοι έκαναν τις φοβίες τους άποψη? Ποιος, ποια, δε θα ομολογήσει ότι το καλύτερο σεξ το έχει κάνει ερωτευμένος/η?

Δε σκέφτηκα ποτέ ότι το σεξ θα πρέπει να είναι κάτι υπερτιμημένο και δύσκολο, γνωρίζω ότι το καλό σεξ, απαιτεί και το συναίσθημά μας. Όταν αυτό απουσιάζει, όταν δεν είμαστε εκεί και για τον άλλον, παρά μόνο για τον εαυτό μας, δεν μπορεί να είναι καλό σεξ, με όποια άποψη ή θεωρητικολογία και αν το επενδύσουμε. Για αυτό και οι άνθρωποι που φοβούνται να ρισκάρουν με το συναίσθημά τους, φοβούνται να δώσουν κάτι από τον εαυτό τους δεν μπορούν να κάνουν καλό σεξ. Και ακόμη και αν είναι έτσι, θα είναι καλό μόνο για αυτούς. Θα είναι ένα πολύ μοναχικό σεξ.

Καταλαβαίνω πολύ καλά αυτήν την άποψη και την ανάγκη της. Αυτό δεν με εμποδίζει βέβαια να τη βρίσκω πολύ απογοητευτική και εξίσου απογοητευτικούς και χωρίς κανένα ενδιαφέρον και τους ανθρώπους που ζούνε με αυτήν, χωρίς κατά βάθος να πιστεύουν ότι τους αξίζει να τους ερωτευθούν και να τους αγαπήσουν, ότι τους αξίζει να ερωτευθούν και να αγαπήσουν και οι ίδιοι. Δεν μπορώ να ψάχνω εγώ να βρω την αξία που στερούν οι ίδιοι από τον εαυτό τους. Εξάλλου είμαι σίγουρη ότι αυτοί ξέρουν τον εαυτό τους καλύτερα, καθώς και τι είναι καλό για αυτούς, τι τους αξίζει και τι όχι.

Δε σας υποδεικνύω τίποτα, ούτε σας ζητώ να αλλάξετε κάτι. Δε σας προτρέπω να κάνετε σεξ μόνο όταν είστε ερωτευμένοι με κάποιον/α. Ίσως σας προτρέπω κάθε φορά που κάνετε σεξ να ερωτεύεστε αυτόν/ην τον/την κάποιον/α. Και αν με ρωτάτε αν "αυτό θα πιάσει?", θα σας απαντήσω "μάλλον όχι". Γιατί πως να "τρελλάνεις" τον άλλον όταν δεν μπορείς να "τρελλάνεις" ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό και περιμένεις από κάποιον άλλον να το κάνει?

Μέχρι το επόμενο τηλεφώνημα λοιπόν... Και μην το παίρνετε κατάκαρδα όλο αυτό. Μπορεί να μη γίνεται ποτέ γκουρμέ, αλλά οι πεινασμένοι δεν έλειψαν ποτέ από αυτόν τον κόσμο (και ω τι ευχάριστα νέα!), ούτε θα λείψουν!



Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Έχουμε μόνο αυτή τη ζωή για να τα πούμε και να τα κάνουμε όλα!

Ο τρόπος που μιλάμε δεν είναι απλά ένα γλωσσικό γεγονός του υποκειμένου που υποβάλλεται συνεχώς σε εξωγενείς αξιολογήσεις, είναι οι συντεταγμένες ενός ολόκληρου επιπέδου που εμπεριέχει οπωσδήποτε το υποκείμενο, αλλά και μια πληθώρα "στιγμάτων" που χάνονται και εμφανίζονται, άλλοτε με ασύλληπτη ταχύτητα και άλλοτε με εντυπωσιακή βραδύτητα. 

Ο τρόπος που μας προσδι-ορίζει το πως μιλάμε, ποια γλώσσα και λέξεις χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε τις σκέψεις και τα νοήματά της, και ποιες επιλέγουμε για να χαρτογραφήσουμε τον άδηλο ψυχικό μας κόσμο στην προσπάθειά μας να προσανατολίσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους σε σχέση με αυτόν, είναι αναμφίβολα ένα θέμα ασύλληπτης γοητείας και ίσως για αυτό συγκεντρώνει πολλές και ενδιαφέρουσες απόψεις.

Είμαστε τελικά αυτό που "περιγράφουμε για τον εαυτό μας ότι είναι", ή αυτό που διαμορφώνουμε ως "εαυτός" μιλώντας, δημιουργώντας εξ ολοκλήρου από υλικά και λέξεις της όποιας αποκτηθείσας γνώσης μας?

Ότι είμαστε ενυπάρχει και αναδεικνύεται ως προσωπική μας ποιότητα ακόμα κι αν δεν ειπωθεί, ή φαντάζει σαν τρομακτική μαύρη τρύπα στις σχέσεις μας με τους άλλους, έτοιμη να απορροφήσει τα πάντα?

Όταν ο Νίκος είπε αυθόρμητα τη φράση "έλα ματάκια μου" και πλησίασε την οθόνη του P/C, ομολογώ ότι με αιφνιδίασε με ένα ευχάριστο τρόπο. Από τη μία γιατί δε με γνώριζε και από την άλλη, γιατί είναι πάντα καλοδεχούμενη μια εγκάρδια προσφώνηση. Σε προδιαθέτει θετικά και σε βάζει στην εκδοχή να ανταποδώσεις κι εσύ με την ίδια προσποιητή ή αυθεντική άνεση, να κινηθείς με μια εγκαρδιότητα λόγου και διάθεσης. 

Στο υπόλοιπο της συνομιλίας μας - με το μέρος του μυαλού μου που φαντάζομαι χρησιμοποιούν όλες οι γυναίκες συνεχώς χωρίς να γίνεται αντιληπτό - προσπαθούσα να καταλάβω αν ο Νίκος ήταν πραγματικά αυτός ο ζεστός και εγκάρδιος άνθρωπος που ο λόγος του (οι λέξεις που χρησιμοποιούσε, ο τόνος του) έδειχναν. Δε με ενδιέφερε τόσο να βγάλω ολοκληρωμένα, οριστικά συμπεράσματα, όσο να σχηματίσω μια "σωστή" πρώτη εικόνα. Και κυρίως, να απαντήσω στο ερώτημα που πάντα αναδύεται κοροϊδευτικά μέσα μου με τους ανθρώπους: είναι αυτός που ακούγεται? Γιατί για μένα που είμαι άνθρωπος των λέξεων, οι εικόνες έχουν πολύ μικρή σημασία. Κι αυτό άλλες φορές είναι εξαιρετικό, κι άλλες φορές μεγάλο βάσανο. 

Πολύ συχνά σκέφτομαι, ότι θα ήθελα να ήταν αλλιώς η αναλογία. Σκέφτομαι ότι θα ήθελα πολύ να "μασάω" επειδή απλά και μόνο ο τύπος έχει ωραίο κώλο και μια καλή εξάδα κοιλιακών και όχι να σκέφτομαι ότι πιθανότατα με το "καλημέρα" θα έρθω σε μετωπική σύγκρουση με την όποια διανοητική του ανεπάρκεια ή κενότητα, ή ακόμα χειρότερα με ωκεανούς βλακείας, σύγκρουση η οποία είναι βέβαιο θα με τρέψει σε ανεπίστροφη φυγή. Αλλά, "δεν μπορείς να τα έχεις όλα σε αυτόν τον κόσμο", όπως λέει μια αναληθής και ανόητη ρήση παρηγοριάς, κατεξοχήν για ανόητους, που ενίοτε όμως μπορεί να φανεί χρήσιμη ελλείψει άλλων επιχειρημάτων.

Αυτό λοιπόν που νομίζουμε ως "σοβαρές αποφάσεις και σχέσεις ζωής" δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα απλό παιχνίδι με τον τίτλο "ΛΕΞΕΙΣ VS ΕΙΚΟΝΕΣ", όπου εμείς τοποθετούμε ασυνείδητα ή ενσυνείδητα τον εαυτό μας και για άλλους όλα τα καθορίζουν οι ΛΕΞΕΙΣ και για άλλους οι ΕΙΚΟΝΕΣ? Από όσο έχω καταλάβει σε αυτή τη ζωή, τα παιχνίδια των ενηλίκων δεν είναι ποτέ τόσο απλά και δεν είναι ποτέ αθώα. Αλλιώς δε θα είχαν ενδιαφέρον και δε θα έπαιζε κανείς.

Η συνέχεια της σύντομης συνομιλίας μας με το Νίκο ήταν εξίσου εγκάρδια, λες και εκείνες οι πρώτες λέξεις είχαν ορίσει τον κώδικα της επικοινωνίας. Γέλασα αυθόρμητα και πολύ, την απόλαυσα ειλικρινά, αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά αν ήταν αυτός ο ζεστός εγκάρδιος άνθρωπος και εισέπραξα με ευχαρίστηση την ελαφρότητα του προφορικού λόγου όπου οι λέξεις δεν είναι αυστηρές και ανελέητες όπως στο γραπτό. Τέλος, τον καληνύχτισα σύντομα για να απολαύσει την περίφημη (μάλλον) ομελέτα του.

Έχοντας ζήσει για πολύ καιρό με έναν άνθρωπο που "δε μιλούσε", που έκανε την αδυναμία έκφρασης προσωπικό του σύνθημα και τρόπο ζωής, έχοντας ταλαιπωρηθεί πολύ μέσα σε αυτήν την έρημο του λόγου που σύντομα έγινε και έρημος και ερημιά συναισθημάτων και στέρησε ότι καλό υπήρχε, δε σταμάτησα ποτέ να αναρωτιέμαι στη συνέχεια για την αξία των λέξεων. Είναι αυτές που πλουτίζουν το συναίσθημά μας, που το τροφοδοτούν με δροσερό νερό και φρέσκο αέρα κι έτσι το βοηθάνε να ζει και να μεγαλώνει? Είναι η αγκαλιά των λέξεων και των νοημάτων ενός ανθρώπου εκεί όπου πραγματικά επιθυμούμε να χαθούμε? Ξεκλειδώνουν στα αλήθεια οι λέξεις με έναν μαγικό δικό τους τρόπο ότι κλειστό και φοβικό υπάρχει μέσα μας? Ζούμε "αυτό που επιθυμούμε να ακούσουμε", ή ακούμε μόνο ότι ζούμε?

Εκείνη την "Εποχή της ερήμου" έτσι την ονόμασα, τη ξεπέρασα. Όχι εύκολα, αλλά κάποια στιγμή χάρη σε αυτό που κάποιοι λένε εμφατικά "fighting spirit" και άλλοι απλώς "ένστικτο επιβίωσης", παύεις να κοιτάς την έρημο που σε περιβάλλει και μπαίνεις σε μια άλλη πορεία, όπου κρατάς το βλέμμα σου προσηλωμένο μπροστά και περπατάς μέχρι να φανεί η επόμενη όαση. Και πιστεύεις ότι η όαση είναι κοντά. Και τελικά τη βρίσκεις και δεν κάθεσαι να σκεφτείς τότε αν ήταν όντως κοντά ή μακριά, γιατί ούτε το ερώτημα, ούτε η απάντηση έχουν πια καμιά σημασία.

Έχω κρατήσει μέσα μου με ένα περίεργο συναίσθημα εκείνη την εποχή. Από τη μία χαίρομαι γιατί με βοήθησε να καταλαβαίνω καλύτερα, να εκτιμώ περισσότερο και να ευχαριστώ τη δροσιά της (κάθε) όασης που δίνεται απλόχερα, χωρίς φόβο, ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας σύντομης συνομιλίας. Και από την άλλη, μου είναι αδύνατο να παραγνωρίσω, να ξεχάσω ή να συγχωρήσω τη σκληρότητα εκείνης της ερημιάς, για την οποία ο άλλος ούτε φρόντισε να με προ-ειδοποιήσει, ούτε νοιάστηκε να με προφυλάξει.

Υ.Γ Αγαπητέ μου Νίκο,
χαίρομαι που από τον τόνο, τη χροιά και το περιεχόμενο της συζήτησής μας με φαντάστηκες σαν "Αλίκη". Ήταν εντελώς αστείο και για αυτό το λόγο το διασκέδασα πολύ. Ίσως εξάλλου τα κοτσιδάκια μου, τα πολύχρωμα μαγιώ μου, τα μεγάλα μαύρα γυαλιά μου και τα tatoo μου να σε απογοήτευαν περισσότερο.
Και χαίρομαι που για σένα μπόρεσα να υπάρξω ως απλά ένα ευχάριστο γλωσσικό γεγονός, παρόλο που αναμφίβολα δεν είμαι μόνο αυτό. (ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!)

Χάρηκα που τα είπαμε. Κράτησέ μου λίγη ομελέτα την επόμενη φορά!

Σε φιλώ
Alex




Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Καθένας με το λεξιλόγιο και το συντακτικό του

Παρακολουθώ τα ρεπορτάζ των ειδήσεων στα μεγάλα κανάλια και μένω εντυπωσιασμένη από τις απαντήσεις και τις αντιδράσεις των "απλών" ανθρώπων. Και είναι πράγματι "απλοί" άνθρωποι, καθώς ένας νεαρός ρεπόρτερ που τον στέλνουν ώρες ατέλειωτες στους δρόμους για πέντε δηλώσεις που θα γεμίσουν 30'' μιας εκπομπής, "παίρνει" πιο εύκολα απαντήσεις από "απλούς" ανθρώπους, που δεν έχουν κάτι να χάσουν, να σκεφτούν, να προφυλάξουν. Αν και τώρα με την αγανάκτηση να ξεχειλίζει όλοι μιλάνε. Έτσι λοιπόν, ο νεαρός ρεπόρτερ "κόβει φάτσες", καταστάσεις, τον "κόβουν" και αυτοί, γίνεται η σχετική προεργασία και μετά από αρκετό, καμιά φορά πολύ κόπο και χρόνο και μέσα από αυτήν την επαναλαμβανόμενη διαδικασία, μαζεύει το υλικό του. Μου κάνουν εντύπωση λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι γνώμες των οποίων μοιάζουν να συγκεντρώνονται τώρα σε μία συνιστώσα, "φταίμε εμείς που τους ψηφίσαμε".

Η φράση αυτή λέγεται τώρα πολύ ήρεμα, σαν συμπέρασμα μιας βαθιάς συλλογικής ενδοσκόπησης. Λες και ο Έλληνας ψηφοφόρος για πρώτη φορά προσεγγίζει την πεμπτουσία της δημοκρατίας, λες και πρώτη φορά αντιλαμβάνεται τις δυναμικές πτυχές του εκλογικού συστήματος. Καθώς οι επιθέσεις σε πολιτικούς συνεχίζονται - και εκτιμώ ότι μοιραία θα αυξηθούν - ο λόγος αυτός μοιάζει υπέροχα αταίριαστος. Βαθιά αυτοκριτικός χωρίς όμως να εκφράζει εκείνη την ενοχή που κατηγορεί και περιορίζει, αλλά αντίθετα την αναγνώριση ενός λάθους που εξαγνίζει και απελευθερώνει και παίρνει μακριά τις όποιες ελπίδες κάποιων για μεγάλα ποσοστά αποχής στις επόμενες εκλογές.

Και ενώ "ο απλός άνθρωπος" ωριμάζει και επαναπροσδιορίζεται μέσα σε αυτήν την τόσο σκληρή κρίση, ο πολιτικός κόσμος δε φαίνεται να έχει ωριμάσει καθόλου. Και τα αντανακλαστικά με τα οποία ο κόσμος αυτός ευθυγραμμίζεται σε αμυντικές τακτικές, είναι ίσως η μόνη ένδειξη ότι είναι ακόμα ζωντανός. 

Ακούω - όχι με έκπληξη ή απορία πια - νυν και πρώην υπουργούς να τοποθετούν το πρόσφατο πολιτικό παρελθόν σε χώρας σε ένα αόριστο και απροσδιόριστο ρηματικό καθεστώς. "Έγινε" λένε όλοι, λες και με μια συντακτική επιλογή, βγαίνουν από τον κόπο και τη δυσκολία να ορίσουν υποκείμενο κι έτσι κανείς δε σκέφτεται ότι τα πράγματα δεν "έγιναν", αλλά κάποιοι "τα έκαναν", κάποιοι έκλεψαν, κάποιοι κορόιδεψαν, κάποιοι χρηματίστηκαν, κάποιοι πλούτισαν παράνομα, κάποιοι μας ξεπούλησαν φτηνά και πάει λέγοντας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη πολιτική πλάνη από αυτή όπου μια κυβέρνηση έχοντας αποκοπεί από το λαό, δεν αντιλαμβάνεται τις μεγάλες αλλαγές που συμβαίνουν, δεν μπορεί να ερμηνεύσει αυτό που γίνεται, κι επιμένει να τον υποτιμά, να τον κοροϊδεύει, να τον χειρίζεται. 

Αυτή η στάση που είναι και αδυναμία να πει την αλήθεια, είναι και άρνηση να δει τι συμβαίνει, είναι και επιμονή σε παλιές χειριστικές τακτικές, είναι που θυμώνει τον κόσμο. Και επειδή όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ να σκεφτώ χειρότερο μείγμα από αυτό της απελπισίας και του θυμού, απορώ γιατί οι πολιτικοί που δέχονται επιθέσεις βγαίνουν μετά έκπληκτοι και απορημένοι με το γεγονός. Λες και δε ζούνε σε αυτήν τη χώρα, λες και τους φέρνουν από κάπου αλλού ψηφίζουν και ξαναφεύγουν. Αλλά ίσως να είναι κι έτσι. Και φυσικά καταλαβαίνω ότι στον περιορισμένο χρόνο ενός δελτίου ειδήσεων ή μιας συνέντευξης το ζητούμενο είναι να καταδικαστούν, και όλοι καταδικάζουν αυτές τις ενέργειες. Και φυσικά καταλαβαίνω την ένοχη σιωπή κάποιων πολιτικών απέναντι στις απελπισμένες κραυγές των ανέργων, των απολυμένων, των φτωχών, και φυσικά καταλαβαίνω ότι στοχεύουν στο η σιωπή αυτή να εκληφθεί ως μετριοπάθεια, κατανόηση και ενσυναίσθηση, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί δεν παίρνουν την ενοχή και τη σιωπή τους να τις φορτώσουν στα πολυτελή σκάφη ή στις πολυτελείς κατοικία τους στα νησιά ή στο εξωτερικό, παρά την περιφέρουν μίζερα και ανόητα στις τηλεοπτικές εκπομπές.

Υ.Γ. Ναι, δε θα λέγονται "Επίτροποι" οι ξένοι τεχνοκράτες που θα τοποθετηθούν στα ελληνικά υπουργεία και στους μεγάλους οργανισμούς για να "δώσουν τη τεχνογνωσία τους". Δεν είναι ο σωστός όρος, ανοίξτε και κανένα λεξικό. Απλά η κυβέρνηση ομολογεί ότι δεν μπορεί να κάνει πια σωστά και αποτελεσματικά καμία δουλειά και καλεί άλλους να την κάνουν. 

Βέβαια, καθώς η Ισπανία μείωσε από 13,5% σε 9% το φόρο σε όλες τις επιχειρήσεις που σχετίζονται με τον τουρισμό και στην Ελλάδα η κυβέρνηση αυξάνει το ΦΠΑ στις επιχειρήσεις εστίασης στο 23%, σκέπτομαι ότι μπορεί να μην είναι και τόσο κακό. Ιδίως αν κάνουμε μια καλή οικονομική συμφωνία, γιατί δεν είναι λογικό αφού θα πληρώνουμε τους ξένους που θα κάνουν τη δουλειά, να πληρώνουμε και τους δικούς μας υπουργούς, υφυπουργούς, γ.γραμματείς και πάει λέγοντας, για μια δουλειά που δεν κάνουν! 

Δεν είναι πλέον θέμα εντιμότητας γιατί με αυτήν τελειώσαμε, είναι θέμα βλακείας και κάποτε πρέπει να τελειώσουμε και με αυτήν. Απλά αναρωτιέμαι όπως όλοι, γενικά μιλώντας πάντα, τι είναι πιο επικίνδυνο, να έχεις πολιτικούς ανίκανους, βλάκες, ή διεφθαρμένους? Και για πρώτη φορά ο Έλληνας ψηφοφόρος φαίνεται αποφασισμένος να μην επιτρέψει ξανά σε κανένα να τον εγκλωβίσει σε αυτό το ψευτο-δίλλημα. Γιατί ακόμα και αν δεν υπάρχουν τώρα άλλοι, θα υπάρξουν.

Χρόνοι παροντικοί και χρόνοι Μέλλοντος.



Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Μάθημα Ζωής νο. 153

Τι μας κάνει να ξεχνάμε πόσο σπουδαίοι είμαστε?

Τι μας κάνει να παραχώνουμε κάπου βαθιά τη μοναδικότητά μας και να προσποιούμαστε κάτι κοινό και φτηνό?

Τι μας κάνει να μην μπορούμε να διακρίνουμε τη σημαντικότητα και την ομορφιά του άλλου? Είναι αδυναμία ή άρνηση?

Πως βρίσκουμε το δρόμο να γυρίσουμε πίσω, να θυμηθούμε ξανά? Υπάρχει άραγε, ή όλοι οι δρόμοι οδηγούν μόνο μπροστά?

Όσο πιο πολύ κρατάει η ζωή μας τόσο περισσότερα ωραία πράγματα μας συμβαίνουν, ή όσο πιο σύντομα τελειώνει τόσο λιγότερα άσχημα πράγματα γίνονται?

Τα αληθινά ωραία πράγματα μπορούν κι αυτά να χαθούν, ή βρίσκονται πάντα εκεί και μας περιμένουν?

Υπάρχουν μόνο ερωτήσεις σε αυτή τη ζωή? Και οι απαντήσεις τους έχουν "πραγματικά" αξία? 

Και η σιωπή αξίζει τόσο όσο λένε?

Μάθημα Ζωής νο.153: Να μη ξεχάσω ποια είμαι.


Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Μια νονά - νεράιδα please!

Σήμερα ξύπνησα με μια ακαταμάχητη επιθυμία να συναντηθώ με τη νεράιδα - νονά μου. Για να πω την αλήθεια δε ξέρω αν έχω, αλλά όλες οι ηρωίδες των παραμυθιών έχουν, άρα σκέφτηκα, ότι ακόμη και αν τελικά δεν έχω νονά -νεράιδα , έχω τουλάχιστον κι εγώ ελπίδες. Και με αυτήν τη σκέψη σηκώθηκα από το κρεβάτι σχεδόν βέβαιη για τη συνάντηση και χαρούμενη. 

Ήταν ένα ευχάριστο συναίσθημα μετά τη χτεσινή βαριά και δύσκολη μέρα, που με έκανε να νιώθω αμήχανη, αδύναμη και γεμάτη αμφιβολίες σχετικά με το που βρίσκει κανείς επιπλέον δύναμη όταν τη χάνει. Ξέχασα ακόμα και να ευχηθώ "Καλό Μήνα", καθώς με συνεπήρε ο ενθουσιασμός της συνάντησης. Κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέπτη και το βρήκα τόσο ευχάριστα ροδαλό και ξεκούραστο, που δεν υπήρχε τίποτα να μαρτυρά την ταλαιπωρία και τη στενοχώρια της χθεσινής μέρας. Διάλεξα ένα μακρύ, ελαφρύ τυρκουάζ φόρεμα που αγαπάω πολύ, ένα μενταγιόν από ροδί κοράλι για το λαιμό, ένα πλεκτό δερμάτινο πουγγί, γυαλιά, κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου, για να ξεκινήσει και αυτή η μέρα. 

Σκέφτηκα τη Σταχτοπούτα αλλά δε μου άρεσε, καθώς ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ μέχρι να τη βρει ο πρίγκιπας κι έτσι την έδιωξα από το μυαλό μου αμέσως. Σκέφτηκα την Ωραία Κοιμωμένη, αλλά αυτή κοιμόταν πάρα πάρα πολύ καιρό πριν τη συνάντηση. Σκέφτηκα τη Χιονάτη, αλλά αυτή πέθανε κιόλας πριν τη βρει ο πρίγκιπας! Γιατί οι πρίγκιπες αργούν πάντα τόσο πολύ, αναρωτήθηκα αυθόρμητα. Και μη μπορώντας να σκεφτώ κάτι για να απαντήσω, αποφασίζοντας ότι εγώ θα είμαι μια "άλλη πριγκίπισσα", και ευχήθηκα να μην αργούν και οι νονές - νεράιδες.

Νωρίς το απόγευμα η νονά - νεράιδα δεν είχε φανεί ακόμα με κανέναν τρόπο. Σκέφτηκα ότι μπορεί να είναι απασχολημένη με πριγκιπικούς και βασιλικούς γάμους. Είχαμε και πολλούς φέτος! Ουίλιαμ, Αλβέρτος. Πήρα μια βαθιά ανάσα που έμοιαζε με αναστεναγμό και αποφάσισα να της αφήσω ένα σύντομο σημείωμα.

"Αγαπητή νονά,
ελπίζω να έχεις και εσύ υπόψη σου να συναντηθούμε σήμερα και να βρεις λίγο χρόνο μέσα στη μέρα, ή τη νύχτα.

Σε φιλώ
Άλεξ"

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Το περίεργο σήμερα, οι αφελείς λαγοί και τα διαγαλαξιακά ταξίδια


Ζω σε ένα "περίεργο σήμερα". Δυσκολεύομαι να καταλάβω τους νέους όρους που αντικατέστησαν παλαιότερους δομικού χαρακτήρα. Σήμερα, "το δημοκρατικό δικαίωμα" δεν ακούγεται πουθενά στο Κοινοβούλιο και Πρωθυπουργός, βουλευτές και αρχηγοί κομμάτων μιλάνε για "πατριωτικό καθήκον". 

Τι σημαίνει αυτό? Τι θέλουν να μου πούνε? Κάποιοι εξασφάλισαν για τον εαυτό τους τον χαρακτηρισμό "πατριώτες", ως ειδοποιός διαφορά από τους άλλους? Αν εκείνοι επιτελούν το "πατριωτικό τους καθήκον" όπως λένε κι εγώ υπερασπίζομαι το "δημοκρατικό μου δικαίωμα", γιατί αυτά τα δύο δεν ταυτίζονται? Γιατί δεν είμαστε από την ίδια πλευρά? Γιατί εγώ μαζί με χιλιάδες άλλους είμαι στους δρόμους και στις πλατείες και εκείνοι στο Κοινοβούλιο και όποτε πρέπει να ψηφίσουν ένα νέο μνημόνιο, η αστυνομία στήνει αυτό το τοίχος, όπως έκανε και σήμερα? Γιατί το "δημοκρατικό δικαίωμα" διαδηλώνει στους δρόμους και το "πατριωτικό καθήκον" στέλνει τα ΜΑΤ με χημικά και δακρυγόνα να το καταστείλουν?

Ζούμε σε ένα κρίσιμο "σήμερα". Πως θα είναι τα πράγματα από δω και πέρα? Η πολιτική ζωή θα συνεχίζεται με τους βουλευτές να ψηφίζουν προστατευμένοι από το τοίχος, με τα ΜΑΤ στους δρόμους? Είναι αλήθεια πως γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Δημοκρατία. Δεν έχω καμιά προσωπική εμπειρία από καταστάσεις έξω από αυτή και ότι και να διαβάσεις, μάθεις, ακούσεις από άλλους, ποτέ δεν είναι το ίδιο. Βέβαια, ταξιδεύοντας κατά καιρούς είδα αρκετές χώρες που οι ηγέτες τους χαρακτήριζαν το πολίτευμά τους "Δημοκρατία", ενώ σκεπτόμενοι άνθρωποι, κοινή γνώμη και διεθνείς οργανώσεις καταδείκνυαν συνεχώς την παραβίαση και των πιο βασικών δικαιωμάτων. Εγώ, συνηθισμένη σε μια πιο "δημοκρατική" Δημοκρατία χρειάστηκα περισσότερο χρόνο - όπως σχεδόν οι περισσότεροι στο Δυτικό κόσμο - για να καταλάβω ότι εξίσου βασικό, ανθρώπινο δικαίωμα είναι το δικαίωμα στην εργασία, στην ευημερία και αν δε ζούσαμε σε τόσο μαύρους καιρούς θα έλεγα και στην ευτυχία.

Δε με απασχολούν οι δηλώσεις Πάγκαλου για τα ΜΑΤ που θα φυλάνε τις τράπεζες αν δεν υπογραφεί το μνημόνιο. Κατέληξε ένας γραφικός πολιτικός, κατάλληλος για Αντιπρόεδρος της παρούσας κυβέρνησης (και οι κυβερνήσεις έχουν τον Αντιπρόεδρο που τους αξίζει) και ακόμη και τα δελτία ειδήσεων που ως γνωστόν τρελλαίνονται για τέτοια θέματα και εμπρηστικές δηλώσεις, ασχολούνται μόνο για 5 λεπτά με τις μπαρούφες που εξαπολύει κι ύστερα περνάνε σε άλλο θέμα. Ποιος ασχολείται τώρα με τον Πάγκαλο? Το έχει καταλάβει και αυτός μαζί με το γεγονός ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σπίτι του θα πάει σύντομα και ότι βλακεία του έρθει στο κεφάλι τη λέει, για να τραβήξει την προσοχή πάνω του. Πρέπει όμως να του αναγνωριστεί η υπηρεσία που προσφέρει το μαύρο χιούμορ του στους μαύρους αυτούς καιρούς. Αλλά ως εκεί νομίζω, γιατί έτσι κι αλλιώς κανείς δεν ασχολείται μαζί του σοβαρότερα ή περισσότερο.

Δε με απασχολούν και οι βουλευτές που εμφανίζονται εδώ και τόσες μέρες στα δελτία ειδήσεων φωνάζοντας ότι δε θα ψηφίσουν το μεσοπρόθεσμα και τελικά "σιδερώθηκαν" τόσο πολύ, ώστε σήμερα λένε "θα δούμε" και αύριο είναι βέβαιο ότι θα το ψηφίσουν. Σε αυτούς θα χρεώσω μια αφελή πολιτική ματαιοδοξία να βγαίνουν στα κεντρικά δελτία ειδήσεων και στους μεγάλους ραδιοφωνικούς σταθμούς, πράγμα που κρίνω ως "ανώδυνο", και μια αφελή και ασταθή πολιτική σκέψη, πράγμα που το κρίνω ως επικίνδυνο. Μου κάνει εντύπωση η ελαστική τους συνείδηση που ανοιγοκλείνει με χαρακτηριστική ευκολία και θα την κρίνω ανάλογα, αλλά και η επικοινωνιακή τους απειρία, καθώς δεν μπορούν να διακρίνουν, ότι από δω κι εμπρός τα ΜΜΕ θα τους θεωρούν "λαγούς" ή "πυροτεχνήματα" και ως αναξιόπιστους δε θα τους καλούν πια. (Μα, καλά δεν έχουν Συμβούλους επικοινωνίας?! Κύριε Ρομπόπουλε πάρτε έναν, δεν παίρνουμε τόσα πολλά λεφτά ξέρετε κι αν συνεχίσετε τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές σας εμφανίσεις με αυτόν τον ρυθμό, και με τη δουλειά που χρειάζεσθε σε αυτόν τον τομέα, θα κάνετε απόσβεση πολύ σύντομα).

Δε με απασχολούν ούτε και οι παλιοί πολιτικοί που δημιουργούν "νέα" κόμματα. Κοιτάζω με περιέργεια αυτά τα παλιά πολιτικά υλικά, χρόνια βουλευτές, κορυφαίοι υπουργοί κατά την περίοδο της κυβέρνησης των κομμάτων τους, δομικά υλικά της πολιτικής διαπλοκής και της διαφθοράς που μας έφτασε ως εδώ, και ευαγγελίζονται νέους δρόμους, νέες εποχές, λες και μπορούν να διαβούν τους νέους δρόμους, λες και μπορούν να ονειρευτούν έστω τις νέες εποχές, αυτοί που τράφηκαν και μεγάλωσαν με τη διαφθορά και τη διαπλοκή. Λες και η ίδρυση ενός νέου κόμματος σαν άλλη κολυμβήθρα του Συλωάμ, όχι μόνοι τους ξέπλυνε όλες τις αμαρτίες, αλλά μετά από ένα σύντομο ταξίδι σε άλλους γαλαξίες και Σύμπαντα, τους έριξε αναγεννημένους, χωρίς κανένα παρελθόν στον κόσμο μας. Τι περίεργα αυτά τα διαγαλαξιακά ταξίδια, σε κάνουν άλλον άνθρωπο!!!

Δε με απασχολεί καν το δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου. Ανόητη και πρόχειρη σκέψη πετάχθηκε στο τραπέζι μήπως και εξασφαλίσει μια λιγότερο άτακτη φυγή και οι εξελίξεις θα την πετάξουν στο καλάθι των αχρήστων. Και καλά Πρωθυπουργέ, κάποιοι από τους βουλευτές μπορεί και να μην έχουν Συμβούλο επικοινωνίας, αλλά εσείς?! Με τόσους Συμβούλους Επικοινωνίας και μη, ήταν το καλύτερο που μπορούσαν να σας προτείνουν επικοινωνιακά?! Με απογοητεύεται ακόμη και στα πιο απλά!

Πραγματικά, όλα αυτά δε με απασχολούν και τόσο. Αυτό που με απασχολεί είναι το τοίχος που στήνεται κάθε φορά στο δρόμο προς το κοινοβούλιο. Εκεί έχω καρφωμένα τα μάτια και το μυαλό μου. Και εύχομαι, κάθε φορά, να μη γίνει "το λάθος"...


Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Το διφορούμενο "άλλο", οι ηρωικοί "άλλοι" και το χαμένο "εμείς"

Είναι γεγονός ότι διανύουμε μια περίοδο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μια απλή ενημέρωση ανά την Ελλάδα και την Ευρώπη κάνει φανερό ότι, άλλα λένε οι πολιτικοί στην Ελλάδα, άλλα στο κομματικό τους ακροατήριο, άλλα στη Βουλή, άλλα στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άλλα στους άλλους Ευρωπαίους πολιτικούς, άλλα στα ξένα ΜΜΕ όταν απευθύνονται στους Ευρωπαίους πολίτες. Μα και οι Ευρωπαίοι πολιτικοί (ένα χαρακτηριστικό της εποχής είναι ότι δεν υπάρχουν "ηγέτες" πλέον) χρησιμοποιούν αυτό το "άλλα" με εξαιρετική δεξιοτεχνία, ανάλογα με το ακροατήριο. Όλα αυτά τα "άλλα" μοιάζουν προς στιγμή να δημιουργούν μια κάποια σύγχυση. Αλλά δεν είναι τόσο πολύπλοκα νομίζω.

Η κουβέντα που γίνεται κυρίως από τα ΜΜΕ στο εξωτερικό, για την αποφυγή μιας "άτακτης πτώχευσης" και η επιμονή σε αυτόν τον όρο (το "ανεξέλεγκτη" αποδίδει σχεδόν το ίδιο, αλλά δεν είναι τόσο ακριβής), ένα πράγμα κάνει φανερό: αυτό που επεξεργάζονται τα οικονομικά κέντρα για την "Ελληνική περίπτωση" δεν είναι μία λύση για τη σωτηρία. Είναι μια φόρμουλα για ελεγχόμενη πτώχευση. Αναμφίβολα η Ελλάδα είναι ένα case study, όχι όμως για αυτό που νομίζουμε. Όχι, δηλ. για το πως μέσα από αέναες δανειοδοτήσεις θα σωθεί ένα κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την πτώχευση. Αλλά πως θα δημιουργηθεί ο μηχανισμός εκείνος, ώστε ένα τέτοιο κράτος με ελεγχόμενους τρόπους να πτωχεύει, χωρίς η πτώχευση αυτή να συμπαρασύρει και άλλα κράτη μέλη, ή τουλάχιστον στην πρώτη φάση, δημιουργώντας όσο το δυνατόν λιγότερους τριγμούς στις οικονομίες των άλλων κρατών - μελών.

Το πως τελειώνει μια εποχή και πως αρχίζει μια άλλη έχει πάντα τη δικιά του ιστορική αξία ως γεγονός, είτε γίνεται μέσα από ρήξεις, είτε μέσα από συνέχειες ή ασυνέχειες, είτε μέσα από ειρηνικά κινήματα, είτε μέσα από επαναστάσεις βίαιες ή βελούδινες. Το πότε "αρχίζει" η νέα εποχή είναι επίσης δύσκολα διακριτό. Κι ενώ το "πότε" έχει μια δυσκολία, φαίνεται να είναι μάλλον πιο εύκολο να αντιληφθεί κανείς το "πως". Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι η εποχή της αλληλεγγύης έχει τελειώσει. 

Η εποχή που η γηραιά Ευρώπη μετά από δύο αιματηρούς πολέμους προσπαθούσε να κερδίσει τη χαμένη της αξιοπρέπεια και πίστη στον "καλό" εαυτό της τέλειωσε ανεπιστρεπτί. Σήμερα οι ισχυρές οικονομίες των "ισχυρών" με αρκετά ερωτηματικά κρατών - μελών της Ένωσης, δεν τρέφουν κανένα αλληλέγγυο συναίσθημα. Ίσα ίσα, δεν έχουν χώρο και χρόνο για αυτό. Οι αγορές εκτός Ευρώπης είναι εκεί και ο διάλογος μαζί τους μοιάζει να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ακόμη και αν περιλαμβάνει ως όρους και τη συνδιαλλαγή με τις δικές του παθογένειες. Στην ΕΕ δεν είμαστε πια "χρήσιμοι" και όσο περνάει ο καιρός θα γινόμαστε όλο και πιο "α-χρήαστοι" μέχρι να γίνουμε τελικά πολύ γρήγορα εντελώς "άχρηστοι". Κι επειδή εμάς ακολουθούν και άλλοι, το "χρήσιμο" είναι να βρεθεί μια φόρμουλα για όλους τους "άχρηστους" πλέον.

Δεν είναι μόνο η Ελλάδα που τελειώνει με μια εποχή. Η ΕΕ όπως και άλλες προηγούμενες ΕΕ φαίνεται να μπαίνει και αυτή σε μια άλλη εποχή. Συρρίκνωσης? Διάλυσης? Μετασχηματισμού σε μια ελιτίστικη οικονομική ομάδα? Η Ευρώπη για διαφορετικούς "κατά τόπους και οικονομίες" λόγους - με κινητήριο μοχλό τα αδιέξοδα της οικονομίας και πίσω από αυτά τα αδιέξοδα του συστήματος - αλλάζει. Ολοκληρώνεται μια εποχή μαζί με όλα τα διακριτά πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά "τοτέμ" της. Και ήταν μάλλον αναμενόμενο για κάτι τόσο "γηραιό" όσο η Ευρώπη.

Δε ξέρω τι είναι αυτό που θα έρθει, πως θα μπορούσα άλλωστε. Χαίρομαι όμως που είμαι εδώ τώρα που συμβαίνει. Είναι σκληρό, οδυνηρό, άδικο, πολύ παραπάνω από όσο μπορούμε να αντέξουμε και κάποιοι να καταλάβουμε. Αλλά με γοητεύει αυτή η γενναιότητα, η αποφασιστικότητα να διεκδικήσουμε το καλύτερο, όχι από αυτό που τελειώνει όπως νομίζουν μερικοί, αλλά από το καινούριο που θα έρθει.

Τελικά, είμαι μια αμετανόητα ρομαντική ψυχή. Με γοητεύουν ακόμη οι ήρωες, οι επαναστάσεις, το όραμα ενός καλύτερου κόσμου. Τουλάχιστον δεν είμαι μόνη!



Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Οι "φωτεινές" βόλτες της νύχτας

Απόψε ήταν μια γλυκιά καλοκαιρινή βραδιά, από αυτές που δεν μπορείς να αρνηθείς στον εαυτό σου μια βόλτα στην παραλία. Δε ξέρω γιατί περπατώντας θυμήθηκα κάποιες άλλες βραδιές. Δεν ήταν δίπλα στη θάλασσα, δεν είχαν την ίδια μυρωδιά και η ατμόσφαιρα ήταν πιο βαριά και πιο υγρή.

Οι βόλτες εκείνα τα βράδια ξεκινούσαν πάνω σε μια μηχανή και δεν είχαν προορισμό. Και αυτό ήταν το μόνο κομμάτι γοητείας. Όσοι "ταξιδεύουν" με μηχανές και μάλιστα νύχτα, γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτα το "τέλειο" σαν αυτά που βλέπει κάποιος στις ταινίες. Αντίθετα, αν δε φοράς κράνος τα μάτια σου πολύ γρήγορα υγραίνονται από την ταχύτητα, εκατοντάδες μυγάκια πέφτουν στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια σου και τα πετραδάκια του δρόμου τινάζονται πάνω σου και σε ραπίζουν ανελέητα. Η υγρασία αναδύεται από κάπου που δεν το περιμένεις και πολύ γρήγορα αρχίζεις να κρυώνεις αν δεν έχεις ντυθεί κατάλληλα. Η κατεύθυνση δεν είχε πολλές επιλογές. Ένας μεγάλος μακρύς δρόμος ήταν, που "έμπαινες" λίγο δεξιά κι αριστερά του αν ήθελες να μπεις σε κάποιο μικρό, πραγματικά πολύ μικρό, χωριό. Συνήθως σε τρελό φολκλόρ, αβάσταχτο κιτς, χαρακτηριστικά χωριά της ενδοχώρας, αλλά τόσο αυθεντικά στην ύπαρξή τους, που δεν μπορούσες να τα κοροϊδέψεις. Ίσα- ίσα, τα ολιγόλεπτα ξεμουδιάσματα στην πλατεία τους ήταν πάντα ανακουφιστικά. Κι ύστερα ξανά ο μεγάλος, μακρύς δρόμος, είτε για τη συνέχεια, είτε για την επιστροφή. Τα πάντα σκοτεινά, το περίγραμμα από τους μεγάλους ορεινούς όγκους να διαγράφεται στον ορίζοντα, η βαριά υγρασία παντού, τα φώτα μακρινά, η θάλασσα τόσο μακρινή που δεν μπορούσες να τη φτάσεις. Μερικές φορές το φεγγάρι, μια μαγεία...

Εκείνες οι βόλτες ήταν ότι πιο όμορφο είχε εκείνη η εποχή. Νομίζω ήταν το μόνο όμορφο που είχα εκείνη την εποχή, μαζί με ένα μικρό βατράχι στο κέντρο του κήπου που κόαζε δυνατά (το μόνο βατράχι που δε σιχάθηκα), αλλά δεν το έμαθε ποτέ κανείς. Δεν καταλάβαινα συνειδητά την ωφέλειά τους, όπως πολύ αργότερα, αλλά ασυνείδητα, ενστικτωδώς εντελώς, "καταλάβαινα" ότι για μένα αυτές οι νυχτερινές βόλτες ήταν κάτι πολύ σημαντικό. Και πραγματικά, μπορεί να μην ήταν σπουδαίες, ήταν όμως σημαντικές. Αυτές οι "βόλτες της νύχτας" ήταν ο λόγος για να περάσει άλλη μια μέρα, η επόμενη, και να έρθει η νύχτα με τη βόλτα. Έτσι, χωρίς να προλάβουν να γίνουν συνήθεια, έφυγε ένα καλοκαίρι. Και τότε ήταν που κατάλαβα ότι είχε έρθει ο καιρός να φύγω κι εγώ...

Δε ξέρω γιατί μετά από τόσο καιρό - δε ξέρω πόσο, γιατί είναι σα να συνέβησαν σε μια άλλη ζωή και ίσως έτσι να είναι - ξαναθυμήθηκα εκείνες τις νύχτες, αλλά έτσι κι αλλιώς δε έχω τίποτα να φοβηθώ από αυτές. Ίσα - ίσα, τώρα που ξέρω τι "έκαναν" για μένα, πόσο ομόρφυναν τη ζωή μου τότε, πόσο "φωτεινές" υπήρξαν εκείνη την εποχή, τις ευχαριστώ. 
Νομίζω ότι δε θα ήθελα να τις ξαναζήσω, αλλά θα κρατήσω με αγάπη το χαμόγελο που χαράσσει στα χείλη μου σήμερα η θύμισή τους...



Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

"Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα" (είπε η Σκάρλετ στο "Όσα παίρνει ο άνεμος") και κοίταξε προς το πορφυρό ηλιοβασίλεμα...

Ένας "κακός" προπονητής όταν κερδίζει και θέλει να "κερδίσει χρόνο" μέσα στο γήπεδο, πετάει την μπάλα στην κερκίδα. Οι παίκτες του αδιαφορούν καθώς δεν έχουν κάτι να κάνουν, παρά να πετάνε την μπάλα όπου να 'ναι αρκεί να είναι μακριά, οι αντίπαλοι εκνευρίζονται γιατί αυτή η τακτική δε βοηθάει στην εξέλιξη του παιχνιδιού και οι θεατές δυσανασχετούν για το κακό θέαμα. Εκείνος όμως είναι ικανοποιημένος, γιατί θεωρεί ότι κάνει αυτό που πρέπει, κερδίζει χρόνο κι έτσι πιστεύει ότι θα κερδίσει στο τέλος και το παιχνίδι. Ένας "καλός" προπονητής όταν κερδίζει και θέλει να "κερδίσει χρόνο" μέσα στο γήπεδο, βάζει τους παίκτες του να "γυρίσουν" τη μπάλα, έχοντας πάντα μέσα στο μυαλό τους τη δυνατότητα να σκοράρουν. Οι παίκτες σηκώνουν το κεφάλι, "βλέπουν γήπεδο", κυνηγούν την ευκαιρία, άσχετα αν πρέπει τώρα να "γυρίζουν" όλοι μαζί στην άμυνα. Οι αντίπαλοι "κυνηγούν" το παιχνίδι και οι θεατές χαίρονται τον αγώνα. Έτσι, κανείς δεν αποκλείει ότι στο τέλος αυτός ο προπονητής μπορεί να κερδίσει το παιχνίδι. Τι είναι όμως ένας προπονητής που θέλει να "κερδίσει χρόνο" μέσα στο γήπεδο ενώ χάνει?

Η χθεσινή πολιτική κατάσταση της χώρας όπου ο Πρωθυπουργός επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τους αρχηγούς των άλλων κομμάτων, προσπαθώντας να αποφασίσει αν θα παραιτηθεί, αν θα παραμείνει, αν θα σχηματίσει εθνική κυβέρνηση, αν θα είναι με τον ίδιο Πρωθυπουργό ή με άλλον, και όλα αυτά να γίνονται γνωστά μέσω διαρροών, θα ήταν απλά μια ακόμα ένδειξη κυβέρνησης σε νευρική κρίση, αν δεν υποδήλωνε πολλά περισσότερα. Γιατί παρόλο που το παρασκήνιο ήταν πλούσιο σε κωμικά στοιχεία (ο αδερφός Παπανδρέου που έτρεξε άρον άρον να μεταπείσει τον Πρωθυπουργό), κανείς δε γέλασε. Και παρόλο που το παρασκήνιο ήταν πλούσιο και σε κωμικοτραγικά στοιχεία (το διάγγελμα του Πρωθυπουργού που τελικά περιλάμβανε το "διάγγελμα" Σαρκοζί), κανείς δε συγκινήθηκε. Και καθώς ήταν φανερό πια ότι ο Πρωθυπουργός θα προτιμούσε να συνεχίσει κάπου ανενόχλητος το τζόκινγκ του ή τα ταξίδια του ανά τον κόσμο, οι "κορυφαίοι" (νέος mediaκός όρος για τους υπουργός των τελευταίων 20 χρόνων), πήραν την κατάσταση στα χέρια τους και δήλωσαν τη στήριξή τους στον Πρωθυπουργό. Αναμφίβολα, πρόκειται για μία κίνηση πολιτικής επιβίωσης. Να φύγουν τώρα, να πάνε που? Να γίνουν εκλογές, θα τις χάσουν. Να γίνει εθνική κυβέρνηση, δε θα είναι μέσα σε αυτήν. Η στήριξη της παρούσας κατάστασης ήταν η μόνη δυνατή επιλογή. Κι έτσι έγινε. Κι επειδή έτσι έγινε, δε ξάφνιασε κανέναν ο σημερινός ανασχηματισμός.

Λίγο παλιό ΠΑΣΟΚ, λίγο "παρέα" ΠΑΣΟΚ, λίγο χθεσινοί (κυριολεκτικά) εσωκομματικοί "αντίπαλοι" ΠΑΣΟΚ, πραγματικά λίγες γυναίκες ΠΑΣΟΚ, είναι η σύνθεση του νέου κυβερνητικού σχήματος. Μεγάλο, δύσκαμπτο, παλιό. Μια εσωτερική μετακίνηση υπουργών χρόνων, επιστροφή και άλλων ακόμη παλαιότερων υπουργών, τίποτα καινούριο, τίποτα με άρωμα ελπίδας. 
Ο ανασχηματισμός αυτός πέταξε με τον πιο άτεχνο τρόπο την μπάλα στην κερκίδα και τώρα τα πράγματα έχουν ως εξής: Μετά την απόσυρση της σκέψης/πρότασης(;) περί εθνικής κυβέρνησης η αντιπολίτευση αισθάνεται ότι περιπαίχθηκε και το κάθε κόμμα σκληραίνει την όποια στάση του. 
Οι νέοι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ δεν έχουν αντιληφθεί (δικαίως) καμία αλλαγή πηγαίνοντας από το ένα Υπουργείο στο άλλο κι έτσι δηλώνουν τα ίδια απαράλλαχτα πράγματα. 
Οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ (κυρίως οι πρωτο-δευτεροεκλεγέντες) που ζητούσαν κάτι να αλλάξει, προσβλέποντας σε μια ανέλιξή τους σε υπουργικές θέσεις, παρέμειναν στη θέση τους. Πράγμα που θα είχαν καταλάβει πολύ εύκολα ότι θα γινόταν αν έμπαιναν για λίγο στη θέση του Πρωθυπουργού, ο οποίος έχει δείξει με κάθε ευκαιρία ότι προτιμά να κυβερνά με τους "δικούς του" ανθρώπους και δεν έχουν καμία τύχη όσοι είναι έξω από τον προσωπικό του κύκλο. Τώρα, αυτοί οι βουλευτές θα πρέπει να αναπροσαρμόσουν τη στάση τους, όχι τόσο απέναντι στον Πρωθυπουργό, όσο απέναντι στο "άδειασμα" τους από τους "κορυφαίους". Είναι μάλλον ενδιαφέρον πως θα διαμορφωθούν οι εσωκομματικές συμμαχίες από εδώ και πέρα. 

Για τον κόσμο στις πλατείες τίποτα δεν άλλαξε και τίποτα δε θα μπορούσε να αλλάξει, καθώς το αίτημα είναι η αλλαγή ενός πολιτικού συστήματος που η διαφθορά το έχει λιώσει πια και σε τίποτα δε θυμίζει τη Δημοκρατία στην οποία όλοι προσβλέπουν. Έτσι θα συνεχίσουν να είναι στους δρόμους και στις πλατείες με τα ίδια αιτήματα, γιατί "όταν εγώ σου λέω αιμορραγώ κι εσύ μου λες πάρε ένα χάνζαπλαστ", η απόσταση που μας χωρίζει δε γεφυρώνεται με έναν ανασχηματισμό. 

Οι επερχόμενες εκλογές, δεν έχουν αποφευχθεί. Θα γίνουν. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος - η μετακίνηση του οποίου στο Υπουργείο Οικονομικών και η τοποθέτησή του ως Β΄Αντιπρόεδρος - σχολιάστηκε από τα ΜΜΕ του εξωτερικού, δεν μπορεί να τις αποτρέψει, εκτός αν συνομιλεί και επανα-διαπραγματεύεται ως Πρωθυπουργός στη θέση του Πρωθυπουργού. (Λες να φορτώθηκε το "dirty job"?). Τα ΜΜΕ θα μιλήσουν φυσικά για την ανάγκη του νέου σχήματος για "μία ακόμη ευκαιρία", "χωρίς περίοδο χάριτος" βεβαίως,βεβαίως.

Το κακό ή το καλό (όπως το πάρει κανείς) είναι ότι όλοι γνωρίζουν τα παραπάνω και δε χρειάζεται να προστρέξω σε σημειολογικές ή άλλου τύπου επισημάνσεις για να τα ενισχύσω. Και τώρα που έγινε και η ορκομωσία, μπορεί να ξαναγυρίσει ο καθένας στην καθημερινότητά του, εργασία, υπουργείο, πλατεία. Και αύριο, πάλι εδώ είμαστε (εκτός από αυτούς που θα πάνε για μπάνιο και τον κ. Παπακωνσταντίνου που δικαιούται ολιγοήμερες διακοπές).

Καλό Σαββατοκύριακο λοιπόν!

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Ζώντας στο τέλος μιας εποχής

Σήμερα, μετά από τόσες μέρες απουσίας, ήθελα να γράψω άλλα πράγματα. Ήθελα να γράψω για τους φίλους μου, τους "2 project rePair" και την ωραία τους έκθεση, για το πόσο βαρέθηκα βλέποντας όπερα προχθές ("Τόσκα", αυτή η τελευταία σκηνή...), οπωσδήποτε ένα μικρό ευχαριστήριο για βατράχους - πρίγκιπες, ή τελικά να μοιραστώ τη δυσκολία μου να αφομοιώσω τη ψυχαναλυτική θεωρία του Lacan και τη σχέση της με τη λογοτεχνία, που είναι και η τελευταία μελέτη μου (όχι εξαιρετικά δύσκολη, εγώ δεν μπορώ να συγκεντρωθώ). Τελικά όμως τίποτα από όλα αυτά δε θα γράψω.

Σήμερα είναι η μεγάλη απεργία. Βλέπω μια εικόνα του Συντάγματος που δεν έχω ξαναδεί, αλλά και με κάποιον τρόπο τόσο αναμενόμενη που δε με εκπλήσσει. Ίσα - ίσα, μοιάζει σχεδόν γνωστή. Βλέπω τα κείμενά μου των προηγούμενων μηνών στο blog και μοιάζουν σαν όλα να οδηγούν αναπόφευκτα στο σήμερα. Δεν μπορώ να χαρώ για το ευαίσθητο πολιτικό αισθητήριο μου και την ευρεία πολιτική αντιληπτική μου ικανότητα. Ακόμη και η φράση "το είχα πει", μοιάζει ναρκισσιστικά ανόητη και ποιος ασχολείται αυτή τη στιγμή με αυτοναρκισσιστικές δηλώσεις? (οι πολιτικοί δεν πιάνονται).

Δε ξέρω πότε ακριβώς παραγγέλθηκε αυτό το "τείχος", πολλοί λένε μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, αλλά πρώτη φορά το είδαμε. Στήθηκε στις 5 περίπου το πρωί στη μία είσοδο της Βουλής, για την ασφαλή προσέλευση των βουλευτών. Πολλά μέτρα μετάλλου και άθραυστου υλικού κατά μήκος του δρόμου. Πολλές, πάρα πολλές διμοιρίες ΜΑΤ, φερμένες από τα ξημερώματα από τους γύρω, αλλά και πιο μακρινούς νομούς. Και ο κόσμος πολύς και αγανακτισμένος. Δε ξέρω ποιος σκέφτηκε τη χρήση αυτού του "τείχους", αναμφίβολα όμως ήταν μεγάλη αστοχία! Στη θέασή του ο κόσμος γέμισε θυμό. Οι αποδοκιμασίες στα αυτοκίνητα των βουλευτών που περνούσαν σα σφαίρα πάρα πολλές και εντονότερες από τις προηγούμενες μέρες. 

Οι πολιτικοί - όσοι μιλούν τηλεφωνικά στους δημοσιογράφους - προσπαθούν εντέχνως να κατηγορήσουν τον κόσμο για την κακή εικόνα που δείχνει στο εξωτερικό! Εδώ ο κόσμος χάνεται... Αυτός ο κόσμος λοιπόν, που είναι εκεί έξω τόσες μέρες, γιατί ξέρει ότι αν δεν είναι εκεί, δεν έχει καμιά ελπίδα, θα χαθεί, απώθησε τους κουκουλοφόρους που προσπάθησαν να δημιουργήσουν επεισόδια, ενώ τα ΜΑΤ κοιτούσαν, εισέπνευσε πάρα πολλά, πάρα πολλά χημικά και είναι ακόμα εκεί και διαδηλώνει ειρηνικά. Και τι θα γίνει από δω και πέρα? Αυτή θα είναι η δημοκρατία? Ο κόσμος στους δρόμους, τα ΜΑΤ απέναντι, ο "τοίχος" ανάμεσα, οι βουλευτές να καταφθάνουν στη Βουλή υπό προστασία?

Βλέπω τα παιδιά που στέκονται απέναντι από τα ΜΑΤ. Δε φοράνε κουκούλες ή κράνη. Τα νεαρά πρόσωπά τους μοιάζουν με τους δικούς μου -τότε- συμφοιτητές, με τους δικούς μου φίλους, με δικά μου πρόσωπα. Τους κοιτάζω και θυμάμαι τα δικά μας πρόσωπα απέναντι από τα ΜΑΤ. Δεν είναι εύκολο να σε κοιτάνε μέσα από τα κράνη με τα γκλοπς στα χέρια. Τους κοιτάς κι εσύ με ένα καθαρό βλέμμα και την καρδιά να χτυπάει δυνατά. Δεν κρατάς τίποτα, δε θα κάνεις τίποτα σε περίπτωση επίθεσης. Είσαι εκεί με την καρδιά σου να χτυπάει δυνατά και ανάμεσα σε δύο χτύπους προλαβαίνεις να ακούσεις και την καρδιά του διπλανού σου. Ήταν πάντα δύσκολο, αλλά ήμασταν εκεί. Και μετά φύγαμε. Είμασταν σίγουροι πως όλα πήγαιναν καλά. Έτσι μας είπαν. Κι εμείς τους εμπιστευτήκαμε. Είχαμε ανάγκη από ένα όνειρο ευημερίας. Είχαμε ανάγκη να πιστέψουμε ότι όλα θα πάνε καλά.

Βλέπω αυτά τα πρόσωπα και σκέφτομαι ότι είναι η σειρά τους. Είναι τα πρόσωπα που η πολιτική δεν υπολόγισε. Η αλλαγή του εκλογικού σώματος, που δεν έλαβε υπόψη. Είναι ένα εκλογικό σώμα που τώρα είναι μορφωμένο, με υψηλή εξειδίκευση, με ανώτατους τίτλους σπουδών, που τα έχει αποκτήσει με κόπο, που έχει φτιάξει τα όνειρα που δικαιούται ως γενιά. Και οι/η πολιτικοί/ή χωρίς να έχουν αντιληφθεί αυτές τις ποιοτικές αλλαγές χρόνων, προσπαθούν να τους πουλήσουν ξεφτισμένα όνειρα μιζέριας σε τιμές ευκαιρίας, όπως ακριβώς δύο γενιές πριν, πουλούσαν ξεφτισμένα όνειρα βολέματος σε αγράμματους, αμόρφωτους έλληνες. Σήμερα όμως αυτή η γενιά δεν είναι στο προσκήνιο. Και η νέα, δεν "αγοράζει" αυτό το παλιό, φθαρμένο και προσβλητικό, πολιτικό προϊόν. Θα είμαστε εκεί, λίγο πιο πίσω ίσως, αν και τα χημικά δεν αναγνωρίζουν χωροταξικές τοποθετήσεις, αναγνωρίζοντας ότι είναι η δική τους εποχή, η νέα εποχή. θα τους αφήσουμε μπροστά, αλλά όχι μόνους. Δε θα είναι εύκολο, ποτέ δεν ήταν, και με τη γνώση αυτή θα είμαστε πάλι εκεί.

Δε ξέρω τι τελικά θα γίνει, δημοψήφισμα, εκλογές, οικουμενική κυβέρνηση, ελικόπτερα στην ταράτσα, πάντως αυτό που ξέραμε ως τώρα ως "πολιτικό σύστημα" σε αυτή τη χώρα τελείωσε. Αυτοί οι πολιτικοί που για να γίνουν αρεστοί θυμήθηκαν την "αλήθεια" και την ανάγκη να τη "μάθει ο λαός", δεν έχουν επίσης καμία τύχη. Κανείς δεν οικοδομεί το νέο του σπίτι με τα φθαρμένα υλικά του γκρεμισμένου παλιού. Όλοι θέλουμε τα "καλύτερα" όταν πρόκειται για το δικό μας, καινούριο σπίτι. Και φυσικά, άλλες αντιλήψεις, άλλες απόψεις, νέα υλικά, άλλη αισθητική. 

Άλλη εποχή κι αυτή η μέρα μοιάζει ατέλειωτη, καθώς κάθε ώρα φέρνει κάτι. Τίποτα δε θα είναι εύκολο...