Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Πρόσφυγικό, ένα ιδιόμορφο σημείο μηδέν - Άρθρο

Καθώς η διαδικασία μετεγκατάστασης των αιτούντων άσυλο και η οικογενειακή επανένωση δεν προκρίθηκαν από την ΕΕ και απέτυχαν, περιορίστηκε και ο ρόλος τους ως ρεαλιστικές προοπτικές διαχείρισης του προσφυγικού και ταυτόχρονα στρατηγικής σημασίας πολιτικές. Βρισκόμαστε έτσι ξανά σε ένα σημείο μηδέν, καθώς νέες αποφάσεις πρέπει να ληφθούν. Είναι όμως "ένα ιδιόμορφο σημείο μηδέν".



 
 
 

Posted: September 18, 2016 / in: Κινηση Ιδεων, Πρωτοσελιδο / Comments Off on Προσφυγικό, ένα ιδιόμορφο σημείο μηδέν

 

Προσφυγικό, ένα ιδιόμορφο σημείο μηδέν

 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
 
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί την εμμονική επικέντρωση στις πολιτικές ασφάλειας των συνόρων και την εδραίωσή τους ως τη μοναδική αποτελεσματική ευρωπαϊκή πολιτική για τη διαχείριση του ζητήματος των προσφυγικών ροών. Ταυτόχρονα, παραμένει στο καθεστώς περιστολής δικαιωμάτων και ελευθεριών του «ευρωπαίου πολίτη» και στο πολυπρόσωπο δράμα των στερούμενων σχεδόν κάθε βασικού δικαιώματος προσφυγικών πληθυσμών –«μη ευρωπαίων πολιτών». 
 
 
 
 
 

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Ούτε το χάος πήρε μορφή αλλά ούτε και το προσφυγικό - Άρθρο

Η συνέντευξη Τύπου του αναπληρωτή υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννη Μουζάλα δεν μας έκανε σοφότερους. Ίσα ίσα, αποκάλυψε -για άλλη μια φορά- την αδυναμία να μην μαθαίνουμε από τα λάθη, τη δυσχερή θέση να τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις και να μην μπορούμε να παίξουμε κανένα ρόλο στη λήψη αποφάσεων.
Παρόλο που αυτά είναι πολύ μεγάλα και σοβαρά, θεωρώ ότι δεν είναι τα σοβαρότερα και σημαντικότερα που υπάρχουν μπροστά μας σε σχέση με το προσφυγικό. Για αυτά όμως θα επανέλθω σύντομα. Το συγκεκριμένο άρθρο προσπαθεί να δώσει μια εικόνα με τον τρόπο που συχνά μου αρέσει να κάνω: ερμηνεύοντας τη  δράση (του πεδίου) σε ένα θεωρητικό επίπεδο, κάπως "πίσω από τη δράση" θα έλεγα.
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Ούτε το χάος πήρε μορφή αλλά ούτε και το προσφυγικό

 Όταν επιχειρείται η διασύνδεση της πολυπλοκότητας του χάους με τη ροή της ιστορίας για την υποστήριξη της παρούσας πραγματικότητας, μάλλον δεν πρέπει να περιμένει κανείς σπουδαία αποτελέσματα. Ο λόγος που η δήλωση του αναπληρωτή υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννη Μουζάλα «το χάος πήρε μορφή» δεν είναι ολοκληρωτικά ατυχής, είναι γιατί όλοι καταλαβαίνουν πως όταν υπουργός μεταναστευτικής πολιτικής δίνει συνέντευξη Τύπου για το προσφυγικό η οποία συμπίπτει (;) με την επίσκεψη του Ύπατου Αρμοστής του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, κάτι σημαντικό πρέπει να παρουσιάσει, κάτι εμφατικό πρέπει να πει. Κάτι σημαντικό δεν είπε, αλλά εμφατικό ήταν. Επικοινωνιακά ορθά λοιπόν, από ένα υπουργείο που δεν μας έχει συνηθίσει σε επικοινωνιακές ορθότητες. Κάτι όμως πέρα από αυτό δεν πρόσθεσε. Ίσα ίσα, επί της ουσίας και ως συνήθως άνοιξε καινούρια ζητήματα και μάλιστα πιο σοβαρά από αυτά που επιχείρησε να κλείσει.  http://www.efsyn.gr/arthro/oyte-haos-pire-morfi-alla-oyte-kai-prosfygiko


 

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

"Γιατί δεν θέλω να λείπω" - Τρωάδες Θεατρική Ομάδα Λέρου


Έφτασα στη Λέρο τέλη Φεβρουαρίου. Ο χειμώνας θα έπρεπε να τέλειωνε τον επόμενο μήνα, αλλά δεν έγινε έτσι. Ήταν δύσκολος, κρύος για μένα και γεμάτος υγρασία. Ίσως πιο πολλή απ΄ όση μπορούσα να αντέξω. Υπάρχει ένα είδος κατανόησης πάντα που δεν μοιάζει με στωικότητα. Είναι πιο ενεργή, πιο ατίθαση και δεν επικαλείται τη θεϊκή παρέμβαση. Έτσι περίμενα να περάσει ο Μάρτιος. Δεν γνώριζα κανέναν. Δεν είχα τρόπο να γνωρίζω.
Πρωτοπήγα να παρακολουθήσω τις πρόβες της Θεατρικής Ομάδας Λέρου με την ευγενική «διαμεσολάβηση» της Κατερίνας Δ. Τη ρώτησα εάν υπήρχε θεατρική ομάδα στο νησί. Το θέατρο. Τροφή που σε μεγαλώνει που δεν τελειώνει ποτέ όσο λαίμαργα κι αν τη ρουφάς σε όλη τη ζωή. Λόγος και κίνηση και χρόνος και βάθος. Και συναίσθημα. Κυρίως συναίσθημα.
Με δέχτηκαν με έναν τρόπο που εγώ δεν θα μπορούσα. Χωρίς ερωτήσεις, χωρίς αντιρρήσεις, χωρίς διαπιστευτήρια και αναλύσεις. […] Πέρασα τον χειμώνα που δεν τέλειωνε μαζί τους παρακολουθώντας τις πρόβες τους. Δούλευαν Τρωάδες στο μικρό θεατράκι στην Αγία Μαρίνα και θα είχαν τη μεγάλη δυνατότητα να το ανεβάσουν στο μικρό θέατρο του κάστρου της Λέρου, ένα υπέροχο κάστρο, ένα υπέροχο, μυστηριακό, μαγευτικό περιβάλλον. Πήγαινα σχεδόν πάντα στις πρόβες. Ήταν «πολύ καλοί», έλεγα παντού. Και ήταν. Ήταν εξαιρετικοί! Αφοσιωμένοι, εργατικοί, ταλαντούχοι, αλλά πάντα διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον, με μια προσήλωση και αγάπη σε αυτό που έκαναν που δεν σου άφηνε περιθώρια. Πραγματικοί καλλιτέχνες. Έμπειροι οι περισσότεροι από αυτούς, με την ομάδα να μετράει πολλά χρόνια παρουσίας (από το 1982) και πρώτη φορά να δοκιμάζονται σε αρχαία τραγωδία. Πέρασα την άνοιξη που έμοιαζε χειμώνας μαζί τους. Άλλους κατάφερα να τους γνωρίσω λίγο πιο πολύ, άλλους καθόλου, άλλους τους έχω στο μυαλό μου με το όνομα του ρόλου τους. Κι ήξερα πως όταν θα έφτανε η στιγμή να φύγω, θα γέμιζα σκέψεις αγωνίας, για το τι δεν έκανα καλά, μήπως θα έπρεπε να ανοιχτώ εγώ περισσότερο, να μιλήσω πιο πολύ, να δώσω την ευκαιρία, να φτιάξω το «περιβάλλον», τον βρω  τον τρόπο. Κι ύστερα, έχω δικαίωμα να ζητάω; Θα συγχωρήσει άραγε την "αμαρτία της απαίτησης" ένας κόσμος που για μένα είναι πρόσκαιρος; Που είμαι απλά ένας περαστικός του; Πάντα αυτές, οι ίδιες  σκέψεις αγωνίας με τους ανθρώπους. Αυτές οι ίδιες σκέψεις που δεν λένε να σωπάσουν όταν είσαι εσύ που έρχεσαι και φεύγεις, που μπαίνεις και βγαίνεις στις ζωές των άλλων. Έτσι, καθώς η ενοχή βαραίνει, θέλω να το κάνω όσο πιο αθόρυβα γίνεται. Χωρίς ανακοινώσεις, ηχηρούς λόγους, ή τυμπανοκρουσίες του πρωτοεμφανιζόμενου αλλά πάντα περιφερόμενου Εγώ μου. Και όσο μείνω, θέλω να μείνω με έναν τρόπο διακριτικό. Αλλά εγώ, δεν ξέρω οι άλλοι. Κι ύστερα εγώ, είμαι και άνθρωπος δύσκολος στο να ζητάω να δέχομαι και να παίρνω και τους ζητούσα ήδη τα δύσκολα. Να αποδεχτούν το ξένο βλέμμα μου, την ακίνητη παρουσία μου, το συγκρατημένο μου χαμόγελο και τους επαίνους μου, που έμοιαζαν  χωρίς χώρο να απλωθούν. Κι έτσι δεν τους ζητούσα τίποτα άλλο, ήταν ήδη πολλά. Έπαιρνα ήδη πολλά.
Έτσι πέρασε η άνοιξη που έμοιαζε χειμώνας μέχρι να έρθει το καλοκαίρι που ήταν μόνο καλοκαίρι. Τώρα πια ανταλλάσαμε σχεδόν με όλους αρκετές κουβέντες, καμιά φορά και εκτός  θεάτρου. Τους παρακολουθούσα στις πρόβες στο υπέροχο κάστρο, σε παραστάσεις ή εκδηλώσεις τους όταν μπορούσα. Είχα αποκτήσει κι άλλους γνωστούς στο νησί, με φώναζαν πια με το μικρό μου όνομα,  έκανα κι άλλα πράγματα, οι μέρες μοσχοβολούσαν ήλιο και θάλασσα. Τους παρακολουθούσα όμως πάντα με θαυμασμό. Με τον θαυμασμό που κοιτάς το «διαφορετικό από σένα», με την αναγνώριση που τελικά ανοίγεσαι και αφήνεις την «ετερότητα» να σε κατακτήσει κι εσύ να της ανταποδώσεις την εκτίμησή σου. Δεν θα μπορούσε ποτέ να μου είναι αρκετό το χειροκρότημα. Κι όπως μου είπε κάποτε ένας σημαντικός άνθρωπος του θεάτρου, «δεν είναι ότι φοβάσαι να εκτεθείς. Ίσα - ίσα, το «πρόβλημα» είναι ότι είσαι ατρόμητη στην έκθεσή σου. Δεν σε νοιάζει καθόλου ο θεατής, δεν έχεις ανάγκη το χειροκρότημα. Εάν εσύ πεις μέσα σου «το έκανα καλά και ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω», όλα έχουν τελειώσει. Δεν έχεις καμιά ανασφάλεια, καμιά αγωνία, δεν περιμένεις τίποτα να σου επιβεβαιώσει το κοινό. Στέκεσαι με έναν τρόπο πέρα από αυτό. Δεν το ‘χεις ανάγκη». Με τάραξε το πόσο βαθιά μέσα μου είδε, πόσο δίκιο είχε. Έτσι ακριβώς και με τα γραπτά μου, τον τρόπο που εγώ εκφράζομαι. Τα προς δημοσίευση άρθρα μου τα δουλεύω πάρα πολύ, τα σκέφτομαι συνέχεια, αλλά όταν πω «αυτό είναι, δεν έχω κάτι καλύτερο τώρα», τότε όλα έχουν τελειώσει. Δεν έχω κανένα ενδιαφέρον για τη γνώμη του εκάστοτε αρχισυντάκτη, καμία αγωνία για το πόσες αναγνώσεις θα έχουν, καμία συγκίνηση όταν δημοσιεύονται ακόμη και σε σημαντικές ξένες εφημερίδες. Με ευχαριστεί πολύ που διαβάζονται, που κάποια από αυτά έχουν διάρκεια ή αναγνωρισιμότητα, που γίνονται αναφορά ή αφορμή για άλλα, ή ότι άλλο, αλλά δεν είναι αυτό που με «πηγαίνει» στη συνέχεια.
Οι τόποι δεν ορίζονται «μικροί» ή «μεγάλοι» ανάλογα με τα χιλιόμετρά τους. Οι άνθρωποι είναι που τους κάνουν. Όσο η Θεατρική Ομάδα Λέρου (Θ.Ο.Λ) υπάρχει, η Λέρος δεν θα είναι ποτέ «άγονη γραμμή». Τους ευχαριστώ για όσα μου έδωσαν, τους ευχαριστώ για όσα πήρα, για όσα αισθάνθηκα, για όσα μοιράστηκαν μαζί μου. Τους ευχαριστώ που με "έθρεψαν" αυτόν τον δύσκολο καιρό, αυτήν την άνοιξη που ήταν για μένα μία από τις δύσκολότερες στη ζωή μου. Θα τους χρωστάω πάντα. Οι τόποι δεν ορίζονται «μικροί» ή «μεγάλοι» ανάλογα με τα χιλιόμετρά τους. Είμαστε και εμείς,  αν είμαστε τόσο ανοιχτοί στην καρδιά και στο μυαλό ώστε να μπορούμε να τους μετράμε αλλιώς.
Θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη «μνεία» στον σκηνοθέτη της ομάδας Λευτέρη Διαμαντάρα, αναμφίβολα τον πιο «δημοκρατικό» σκηνοθέτη που έχω συναντήσει. Άνθρωπος ανοιχτός και δοτικός, φύση ευγενική με αγάπη μεγάλη για το θέατρο. Δεν με άφησε απλά να μπω να παρακολουθήσω, μου άνοιξε την πόρτα και τον ευχαριστώ θερμά για αυτό.


-          Δεν πρόλαβα να τους αποχαιρετήσω φεύγοντας

-          Τι νόημα έχουν οι αποχαιρετισμοί; 

-          Δεν ξέρω… νομίζω θα ‘πρεπε…

-          Τότε την άλλη φορά

-          Μα τι νόημα θα έχει την «άλλη φορά»;

-          Κανένα… αυτό σου λέω, κανένα…
 

Δεν μπορώ να είμαι εκεί στην αποψινή τους πρεμιέρα με τη φυσική μου παρουσία, ούτε στις παραστάσεις που θα ακολουθήσουν και λυπάμαι τόσο. Θα είμαι όμως με την αγάπη μου τη σκέψη μου, τις ευχές και όλη μου την ενέργεια, γιατί είναι ο μόνος τρόπος που μπορώ να είμαι εκεί... 
Γιατί δεν θέλω να λείπω.  


ΤΡΩΑΔΕΣ  Ευριπίδη
Μετάφραση: Ολυμπία Καράγιωργα
Σκηνοθεσία: Λευτέρης Διαμαντάρας
Μουσική: Τάκης Φαραζής
Κίνηση: Χριστίνα Αντωνοπούλου
Παίζουν: Βίκυ Θεοτοκάτου, Τάσος Νταλλαρής, Χριστίνα Τσιπλίδη, Καλοτίνα Κορφιά, Γιώργος Κόλλιας, Ρία Καστή, Νίκη Ξένου, Έλενα Πεντζική, Κατερίνα Πυροβολικού, Φρόσω Τζανουδάκη, Ανθή Χατζητσολίδη, Γιώργος Δράκος, Γιώργος Πολυζόπουλος, Σπύρος Μπήτρος.
26-27-28 Αυγούστου 2016, ώρα: 9:15 μ.μ.
Θεατράκι Κάστρου της Παναγίας



 

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Étienne Balibar, Το σημείο αίρεσης

Tι έπεται του υποκειμένου; Σύμφωνα με τον Étienne Balibar ο πολίτης-νοούμενος όχι όμως μέσα στην απομονωμένη κυριαρχία του, αλλά ως μέλος μιας αναδυόμενης κοινότητας. Ωστόσο, η ισότητα των δικαιωμάτων που διακηρύσσει η νεωτερικότητα δεν αποκλείει την πιθανότητα  του διαχωρισμού και του αποκλεισμού. Σε αυτήν την εκτεταμένη συνέντευξή του ο φιλόσοφος Balibar εξερευνά αυτό το παράδοξο, το οποίο και τροφοδοτεί τη μέθοδο της ανάλυσής του.
 
Ο τίτλος του βιβλίου του Étienne Balibar, Citoyen-SUJET et autres essais d'Anthropologie philosophique (O πολίτης-Υποκείμενο και άλλα δοκίμια της Φιλοσοφίας της Ανθρωπολογίας), είναι μια απάντηση στην ερώτηση που ο Jean-Luc Nancy θέτει το 1989 σε μια ομάδα Γάλλων φιλοσόφων διαφορετικών θεωρητικών κατευθύνσεων: Τι έπεται του υποκειμένου; Ο τρόπος που κάποιος αντιλαμβάνεται το ζήτημα αυτό προκαθορίζει και την απάντηση του. Μπορεί να γίνει αντιληπτό ως ένα  οιονεί μετα-στρουκτουραλιστικό ερώτημα το οποίο ζητά να μάθει τι αντικαθιστά  το φιλοσοφικά αποδομημένο υποκείμενο. Ο Étienne Balibar απαντά: «μετά το υποκείμενο, έρχεται ο πολίτης.»  Εξηγεί την απάντησή του σε μια σειρά δοκιμίων που δείχνουν πώς το υποκείμενο αμφισβητείται εκ των έσω μέσου μιας  ετερότητας που υπονομεύει την απομονωμένη κυριαρχία του, αλλά και πως μέσα από αυτήν αποτελεί την ίδια στιγμή και μία αέναα ελλιπή κοινότητα. Η ουσία της απάντησης Balibar έγκειται στη διαλεκτική μεταξύ, αφενός ενός θέματος που έχει δύο διαστάσεις - μία ανθρωπολογική (το θέμα της συνείδησης) και μία πολιτική (που υπόκεινται στην εξουσία και στο ζήτημα των δικαιωμάτων) -και αφετέρου, του θέματος του πολίτη, ή ακόμη καλύτερα του «συμπολίτη». Ως εκ τούτου, καθίσταται αδύνατο να συλλάβουμε το υποκείμενο ως πολίτη (το υποκείμενο ως ον-με-τους άλλους), χωρίς την ίδια στιγμή να φανταζόμαστε τον πολίτη ως υποκείμενο (χειραφέτηση του πολίτη μέσω μιας διαδικασίας υποκειμενοποίησης). Έτσι, μετά το υποκείμενο, έρχεται ο πολίτης -ή μάλλον ο πολίτης-υποκείμενο μιας πολιτικής κοινότητας στην οποία ο οικουμενισμός (δηλαδή, τα ίσα δικαιώματα) είναι ταυτόχρονα λύτρωση και αποκλεισμός:  ανθρωπολογικές διαφορές (τάξη, φυλή, φύλο, κ.λπ.) λειτουργούν τόσο ως δικαιολογίες για διακρίσεις από τη σκοπιά των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, όσο και ως ακατάλληλο προνομιακό μέσο για τη νομιμοποίηση εσωτερικών διαχωρισμών και αποκλεισμών  που αρνούνται την ιθαγένεια (τουλάχιστον της πλήρους ή «ενεργούς» ιδιότητας του πολίτη) σε ορισμένα από αυτά τα ανθρώπινα όντα τα οποία επισήμως είναι προικισμένα με «ίσα δικαιώματα». Με άλλα λόγια, ενσαρκώνουν το ζωντανό παράδοξο που είναι η άνιση κατασκευή της ισότητας του πολίτη». (σελ.27).
Ζητώντας από τον  Étienne Balibar να αναστοχαστεί σε αυτό το παράδοξο, ξεκινήσαμε με ένα μεθοδολογικό ερώτημα: πώς διαβάζει  τους φιλοσόφους (Descartes, Locke, Rousseau, καθώς και Marx, Hegel, Freud, Kelsen) που αναφέρει στα δοκίμιά του; Ποια είναι η στρατηγική της γραφής του; Αυτή η στρατηγική δημιουργεί  ταυτόχρονα έναν κλονισμό και μια άκρως ενδιαφέρουσα διέγερση. Δεν είναι μια ανάλυση των δογμάτων που καθαγιάστηκαν από την ιστορία των ιδεών, ή μεγάλα έργα ειδικών, ιδιαίτερα τα κείμενα στα οποία μπορεί να εντοπιστεί και να τεθεί σε επεξεργασία το «σημείο της αίρεσης»…
Ερ. Τι είναι το "σημείο της αίρεσης";
Étienne Balibar: Στο The Order of Things, (Foucault) χρησιμοποιεί τον όρο ίσως τέσσερις ή πέντε φορές. Αν διαβάσει κανείς το κείμενο προσεκτικά, γίνεται εμφανές  ότι δεν χρησιμοποιείται τυχαία, αλλά ότι έχει μία αρχιτεκτονική και οργανωτική λειτουργία. Πράγματι, χρησιμοποιείται πάντα με έναν δευτερεύοντα τρόπο. Καθορίζει και προσδιορίζει λεπτομερέστερα τη μέθοδο που ο Foucault χρησιμοποιεί για να αναλύσει τους παρεκβατικούς χώρους  που ο ίδιος αποκαλεί «επιστήμες» για κάθε μία από τις εποχές που περιγράφει και μέσα σε κάθε επιστήμη το είδος των δομημένων αντιστάσεων απέναντι σε κάθε πειθαρχία  μεταξύ των λόγων ή των επιστημονικών έργων,  οι οποίες επιλέγουν έναν από τους  δύο αντίθετους όρους, μία από τις δύο δυνατότητες που σε κάθε περίπτωση είναι διαθέσιμες για την εκπόνηση ενός ορθολογικού  προγράμματος  για να προωθηθεί η πειθαρχία. Το καλύτερο παράδειγμα-και πιστεύω ότι σε αυτή την περίπτωση ο ίδιος το χρησιμοποιεί με τον ίδιο όρο- είναι η αντίθεση μεταξύ του Linnaeus και της προσέγγισης του  Buffon σχετικά με τη φύση μέσα από την κλασική επιστήμη. Βλέπει κανείς -αυτό ήταν Foucault στην πιο στρουκτουραλιστική του έκφραση- ότι χρησιμοποιώντας τον όρο επιδιώκεται συστηματικά παραλληλισμούς μεταξύ των διαφόρων κλάδων που απαρτίζουν την κάθε επιστήμη. Το σύστημα και η μέθοδος του συνίστανται, αφενός στον δογματικό ορθολογισμό και αφετέρου σε αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει τολμηρό εμπειρισμό: την ίδια προσέγγιση μπορεί κανείς να βρει στη γενική γραμματική και ξανά στη θεωρία του πλούτου. Όταν κάποιος γυρίζει στο άλλο μεγάλο ιστορικό σύμπλεγμα που τον ενδιαφέρει -την επιστήμη του δέκατου ένατου αιώνα- η εμφάνιση του ερωτήματος για τον άνθρωπο -μέσα από το οποίο τα πάντα αναδιανέμονται μεταξύ της γενικής γραμματικής, της πολιτική οικονομία και της βιολογίας, εκείνος (Foucault) οργανώνει τα πράγματα και πάλι με αυτόν τον τρόπο- που φαίνεται να είναι ένα είδος ταξινομητικής μεθόδου. Ωστόσο, πάντα πίστευα ότι υπάρχει κάτι στην ιδέα του «σημείου της αιρέσεως» που υπερβαίνει την ταξινόμηση και κατά μία έννοια την ταξινομική χρήση που ο Foucault καθιστά στο The Order of Things.
Για να το καταλάβουμε -και  η ιδέα αυτή προέρχεται  εξίσου από τον Αλτουσέρ όσο και από τον Φουκώ-  προσδιορίζω αυτόν τον όρο ως σημαντική πηγή, ως έναν τρόπο κατανόησης για  πολλά από αυτά που οι γάλλοι φιλόσοφοι αυτής της γενιάς είπαν και έγραψαν, η οποία (πηγή) παρεμπιπτόντως, είναι πολλά περισσότερα από μια μικρή σύνδεση με το θέμα του ανθρωπισμού και του αντι-ανθρωπισμού: η πηγή αυτή είναι ο Pascal. Περιττό να πούμε ότι, όταν ο Pascal κάνει λόγο  για αίρεση χρησιμοποιεί τον όρο με την  αυστηρά θεολογική έννοια. Αλλά είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι πηγαίνει πίσω στις ρίζες του όρου και στο Writings on Grace εξερευνά σχολαστικά την ιδέα ότι αυτό που χαρακτηρίζεται αίρεση είναι ότι, όσον αφορά τα μυστήρια που είναι συστατικά στοιχεία της χριστιανικής πίστης και που βασίζονται πάντα στην ενότητα των αντιθέτων, το πιο θεμελιώδες όλων είναι προφανώς  η πίστη ότι ο Χριστός είναι και Θεός και άνθρωπος- ο αιρετικός είναι κάποιος που δεν είναι σε θέση να αποδεχθεί και τις δύο πλευρές της αντίφασης και που επιλέγει (Αίρεση) μία από τις δύο δυνατότητες, με στόχο να κάνει την πίστη ορθολογική και όχι παράλογη ή ακατανόητη. Επιπλέον, βρίσκει κανείς στον Pascal την ιδέα η οποία είναι καθαρά πολιτική -όλα αυτά είναι επίσης ένας τρόπος να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την πολιτική έννοια του θεωρητικού κειμένου, είτε πρόκειται για φιλοσοφικό ή ακόμα και για θεολογικό- ότι η ορθόδοξη ή σωστή θέση (για το θέμα) δεν είναι μια τρίτη συζήτηση [σε σχέση με τις δύο αντιφατικές ομιλίες]: με άλλα λόγια, μπορεί κανείς να μιλήσει για την ανθρώπινη διάσταση του Χριστού και μπορεί κανείς να μιλήσει για τη θεϊκή διάσταση του Χριστού, το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος για το γεγονός ότι ο Χριστός είναι τόσο Θεός όσο και άνθρωπος είναι, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, να κρατήσει και  τις δύο αντιφατικές συζητήσεις ταυτόχρονα.
Όλο αυτό είναι μια μεγάλη παράκαμψη, αλλά με φέρνει πίσω στην ιδέα ότι η διαχείριση του κειμένου του Foucault και η χρήση των θεωρητικών του αντιφάσεων έχουν μία πολύ πιο ισχυρή επίδραση από αυτή που προτείνεται από την απλή ταξινόμηση των δογμάτων που αντιστοιχεί σε κάθε ένα άλλο επίπεδο: κατά κάποιο τρόπο, εκρήγνυνται τα όρια αυτού που ο Foucault αποκαλεί «επιστήμη" εμφανιζόμενο όχι σαν ένας συγκεκριμένος προσδιορισμός της επιστήμης, αλλά ως ένα γενεσιουργό στοιχείο που κάνει κάτι όπως είναι η επιστήμη (να είναι) δυνατόν. Η ιδέα με λίγα λόγια είναι ότι, οι επιστήμες υπάρχουν όχι επειδή οι άνθρωποι υιοθέτησαν ένα κοινό ερευνητικό πρόγραμμα -το περίφημο «ιστορικό a priori»- και στη συνέχεια ακολούθησαν περισσότερο ή λιγότερο διαφορετικά μονοπάτια υπακούοντας στα ίδια αξιώματα, αλλά μάλλον επειδή ένας κοινός χώρος λόγου (ή ας τον αποκαλεί όπως θέλει κανείς) διαμορφώθηκε ως αποτέλεσμα των γενεσιουργών συγκρούσεων. Αυτό οδηγεί στο ερώτημα: πού μπορεί κανείς να βρει αυτές τις γενεσιουργές συγκρούσεις; Μπορεί κανείς να τις βρει στον παραδοσιακό τρόπο της ιστορίας των ιδεών ή ακόμα και σε κάποιο βαθμό με τον τρόπο του Foucault στο The Order of Things, ή με τον τρόπο του Μαρξ, στην αντίθεση της υλιστικής και της ιδεαλιστικής παράδοσης και την ταξινόμηση των συγγραφέων και των αντίστοιχων συστημάτων σε σχέση με συγκεκριμένες διαχωριστικές γραμμές και σημεία απόκλισης.
Είμαι ευγνώμων για τις συμπτωματικές αναγνώσεις του Αλτουσέρ και την αποδόμηση των φιλοσοφικών κειμένων από τον Derrida, ακόμη και αν τους προσεγγίζω με τον δικό μου τρόπο. Τα πράγματα έγιναν πολύ πιο ενδιαφέροντα για μένα, και αυτό άρχισε πριν από λίγο καιρό και  -αυτό ήταν- όπως έχω πάντα πει για τους φιλοσόφους-που με έκανε να ενδιαφέρομαι για τα αποτελέσματα της ανατροφοδότησης και τις επιπτώσεις των συγκρούσεων ή τα σημεία της αίρεσης μέσα στο ίδιο στο φιλοσοφικό έργο. Αυτό μας φέρνει πίσω στο στενά συναφές θέμα της απορίας. Στη διατριβή μου, ο [Alexandre] Matheron είπε: «πάντα ψάχνετε για αντιφάσεις!" Εκείνος προσπαθούσε πάντα να συμβιβάσει –με πολύ αξιοθαύμαστο τρόπο θα ήθελα να προσθέσω- κάθε μία από τις αξιώσεις ενός φιλοσόφου, ενώ εγώ πάντα επιδίωκα να κατανοήσω, εμπνευσμένος από τους δασκάλους που μόλις ανέφερα, γιατί ένας φιλόσοφος δεν γράφει ποτέ το ίδιο κείμενο δύο φορές. Υπάρχουν φιλόσοφοι που γράφουν το ίδιο κείμενο δύο φορές, αλλά δεν είναι καλοί φιλόσοφοι. Είναι απλά αποκοπή και επικόλληση. Κατά τη γνώμη μου ένας καλός φιλόσοφος-και για αυτό η συγγραφή δεν μπορεί να διαχωριστεί από την επιχειρηματολογία και την απόδειξη - δεν μπορεί να είναι αναλυτικός χωρίς να είναι αυστηρός- (γιατί)είναι ένας στοχαστής. Πιστεύω αυτό που είπα κάποτε, ότι οι φιλόσοφοι σκέφτονται μόνο και μόνο επειδή γράφουν -επειδή κοιτάζουν  αυτό που έγραψαν και να συνειδητοποιούν ότι δεν λειτουργεί. Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να γράψουν ένα δεύτερο κείμενο. Όταν λέω «να συνειδητοποιήσουν ότι δεν λειτουργεί», δεν εννοώ να αντιστρέψουν αυτόματα τη θέση τους, να γίνουν «υπέρ» σε αυτό που ήταν «κατά».  Ο Descartes δεν έγραψε το Metaphysical Meditations για να επαναλάβει αυτό που έγραψε στο  Discourse on the Method και δεν έγραψε το Principles of Philosophy  για να επαναλάβει αυτό που έγραψε στο Metaphysical Meditations. Ο Descartes είναι ιδιαίτερα αξιοθαύμαστος και είμαι ιδιαίτερα συνδεδεμένος μαζί του, πρώτα γιατί κάθε Γάλλος καθηγητής φιλοσοφίας θέλει να έχει τις δικές του ιδέες για τον Descartes και τον Rousseau και δεύτερον, επειδή πέρασα  όλη τη νιότη μου πεπεισμένος ότι έπρεπε να ξεφύγουμε από τον Descartes όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προκειμένου να έρθουμε στον Σπινόζα. Μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά μου όταν συνειδητοποίησα ότι στην πραγματικότητα θα πρέπει να έρθουμε στον Descartes ... Η φιλοδοξία μου – και θα το πω αυτό χαριτολογώντας έτσι ώστε κανείς να μη σκεφτεί ότι παίρνω τον εαυτό μου πάρα πολύ σοβαρά-  ήταν να κάνω το αντίθετο από [Martial] Guéroult, που ωστόσο θαυμάζω για (το έργο του) Descartes’ Philosophy Interpreted According to the Order of Reasons, να μην επιλέξω ένα κείμενο προκειμένου να εξαχθεί από αυτό το σύστημα που ακολουθείται σε όλα τα άλλα κείμενα του, αλλά αντίθετα, να διαγνώσω μέσα από τον τρόπο που το γράψιμο του κειμένου ξεδιπλώνεται, τον  ισχυρισμός ότι, από την οπτική του Descartes, παρουσιάζει προβλήματα και παράγει απρόβλεπτες συνέπειες.

Ερ. Βιβλία και ιδέες: Λοιπόν, τι είναι το "σημείο της αίρεσης" στον Descartes;
Étienne Balibar: Το μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα που συζητήθηκε στα νιάτα μου από τη γαλλική -και όχι μόνο- φιλοσοφία ήταν: πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από σολιψισμό και να γίνει διυποκειμενικοί; Η κοινή εξήγηση ήταν ότι το καρτεσιανό εγώ ήταν μια μονάδα, η οποία από πολλές απόψεις ήταν παράλογη, δεδομένου ότι τότε κάποιος θα έπρεπε να εξηγήσει γιατί ο Leibniz έπρεπε να εφεύρει την έννοια της Μονάδας προκειμένου να ξεφύγουμε από τον Descartes. Η ιδέα ότι το καρτεσιανό εγώ απομονώθηκε είχε γίνει ο κοινός τόπος της φιλοσοφικής  διδασκαλίας. Αυτό που εγώ  προσπάθησα να δείξω -αν είχα το χρόνο και μπορούσα να οργανώσω συνέδρια για τα θέματα αυτά θα συζητήσουμε για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα όσα ακόμη έχουν μείνει να ειπωθούν- είναι ότι το ίδιο το εγώ που αναφέρεται στο Second Meditation βρίσκεται  σε μία βίαιη αρνητική σχέση με ένα Άλλο και ότι το κείμενο του Second Meditation επιτείνει και συνειδητοποιεί αυτή την άρνηση και παράγει αυτή την απόσταση. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι θέμα διυποκειμενικότητας, καθώς το Άλλο που είναι το επίμαχο εν προκειμένω, δεν είναι ένα απόλυτο υποκείμενο με την έννοια με την οποία το εγώ είναι: είναι ο Θεός. Αλλά αυτή η αρνητική σχέση είναι εξ ορισμού εξαιρετικά αμφίρροπη, καθώς εμπεριέχει τόσο την ιδέα που εισάγεται με έναν υπότιτλο (Solitary Humanism), μια διακήρυξη της αυτονομίας και της αυτάρκειας που είναι πράγματι ανθρωπιστική, αλλά εξακολουθεί να είναι συμβατή με τη θεολογία της δημιουργίας κατά την οποία το πεπερασμένο εξαρτάται από το άπειρο. Η σχέση δεν είναι μόνο αρνητική, αλλά και με δύναμη αμφίσημη.
Ήμουν νομίζω σε θέση να διαβάσω το σύμπτωμα αυτής της αμφιθυμίας στον βλάσφημο τρόπο με τον οποίο ο Descartes αναπαράγεται μια δήλωση που είναι λιγότερο θεολογική απ΄ότι αποκαλυπτική: «ego sum ή sum qui sum».  Αυτό μας βάζει σε κόψη του ξυραφιού: Ο Descartes χρησιμοποίησε αυτή τη φράση ηθελημένα ή αθέλητα; Η διατριβή μου με λίγα λόγια είναι ότι δεν μπορεί να είναι εντελώς ακούσια, ή ότι σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να οφείλεται στην τύχη. Ήταν παρήγορο για μένα το γεγονός ότι ένας αριθμός μελετητών του Descartes, ιδιαίτερα ο Gouhier ο οποίος είναι λαμπρός σε αυτό το σημείο και η Mariafranca Spallanzani η οποία έκτοτε έχει γράψει ένα μεγάλο βιβλίο αλλά εκείνη την εποχή είχε γράψει ένα εξαιρετικό άρθρο με τίτλο «Bis bina quatuor» «δύο συν δύο κάνουν τέσσερα» σε σχέση με το πέρασμα στο First Meditation στο οποίο ο Descartes θέτει σε αμφισβήτηση τις μαθηματικές αλήθειες, αποδεικνύοντας ότι αυτό ήταν ένα απόσπασμα από έναν διάσημο βλάσφημο που συζητήθηκε σε όλο τον δέκατο έβδομο αιώνα. Αναφέρεται στον Μολιέρο του Don Juan: Εάν κατάλαβα καλά, η θρησκεία σας είναι αριθμητική, «πιστεύω ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα και τέσσερα και τέσσερα κάνουν οκτώ.»  Ωστόσο, οι ιστορικές ρίζες της βρίσκονται κοντά στο Descartes, όπως η φράση που αποδόθηκε στον Maurice de Nassau στο νεκροκρέβατό και την οποία όλοι οι συγγραφείς του δέκατου έβδομου αιώνα θεωρούν ως διακήρυξη ακόλαστης πίστης. Όλα αυτά πρότειναν ένα πλαίσιο που δεν γνώριζα και το οποίο με έβαλε σε μία επίμονη διαμάχη με πολύ καλούς και σημαντικούς μελετητές του Descartes, δεδομένου ότι διόγκωσα κάπως τον ισχυρισμό, προκειμένου να αυξηθεί η αξιοπιστία της συμπτωματικής μου ανάγνωσης  η οποία υποστηρίζει: «ego sum, ego existo απηχεί το Ευαγγέλιο όχι με σκοπό να αναγνωρίσει την ύπαρξη του Θεού, αλλά για να τονίσει τη διαφορά ανάμεσα σε αυτόν και εμένα.
Απόσπασμα σε μετάφρασή μου από συνέντευξη του Étienne Balibar. 
 
Πρώτη δημοσίευση  (ολόκληρη η συνέντευξη)
Citoyen Balibar 
Entretien avec Étienne Balibar
Par Nicolas Duvoux & Pascal Sévérac , le 28 septembre 2012
Μετάφραση στα αγγλικά (ολόκληρη η συνέντευξη):
Citizen Balibar
An Interview with Étienne Balibar  
By Nicolas Duvoux & Pascal Sévérac , 26 November 2012
Translated by Michael C. Behrent
 

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Η αδυσώπητη διαμεσολάβηση της φαντασίας

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς πρωτοσυναντήθηκα με τη φράση "δεν είσαι όπως σε περίμενα". Τη θυμάμαι όμως πάντα ηχηρά παρούσα στην ενήλικη ζωή μου. Και καθώς όλη μου η ζωή μια σειρά από αποφάσεις και πράξεις και αντιδράσεις που δεν ήταν "όπως θα περίμενε κανείς", η φράση αυτή -νόμιζα στην αρχή και νομίζω έτσι ήταν- είχε μια αποκαλυπτική διάσταση. Το βλέμμα του "άλλου" ήταν για μένα  μια φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη χωρίς σημασία. Εγώ γνωρίζα καλά ποια ήμουν και δεν περιμένα κανέναν καθρέφτη να μου πει οτιδήποτε. Δεν με ένοιαζε καν πως με έδειχνε. Με τα χρόνια διασκέδαζα πολύ μ' αυτήν τη φράση. Σε παρέες, στις σπουδές, σε δουλειές, συνόδευε σχεδόν πάντα το όνομά μου σε μια γνωριμία. Κι εγώ σχεδόν πάντα την περίμενα, σε μια κρυφή περιπαικτική σχέση μαζί της, άφηναν τα μάτια μου να χαμογελούν με ευχαρίστηση ανακατεμένη με επιβεβαίωση και ρωτούσα με το πιο ειλικρινές - γιατί πραγματικά τέτοιο είναι - ενδιαφέρον στον κόσμο, "δηλαδή πως με περίμενες;"... Κι ύστερα, έπαιρνα ένα σοβαρό ύφος σαν την ηρωίδα του Μπιλάλ με τα μπλε μαλλιά και τις μπλε ρώγες  που δεν την ένοιαζε που δεν ήταν όπως κάποιος θα την περίμενε ακόμη και σε αυτόν τον σκληρό φουτουριστικό κόσμο που ζούσε και περίμενα να ακούσω την απάντηση.
Με τα χρόνια άρχισα να δίνω λίγη περισσότερη σημασία. Ίσως γιατί άρχισα να γράφω δημόσια περισσότερο, να μιλάω δημόσια, ίσως γιατί η εικόνα μου πήρε και ένα κάποιο δημόσιο πρόσημο. Μοιραία οι καθρέφτες πολλαπλασιάστηκαν. Κι έτσι συνέχιζα πάντα να χαμογελάω στο άκουσμά της, αλλά όχι τόσο σιωπηλά πια. Τι ήταν αυτό το "αλλιώς"; Τι σήμαινε αυτή η απόσταση ανάμεσα στο "αλλιώς" και σε αυτό που ήμουν/είμαι; Πως θα μπορούσε να διακριθούν οι διαφορές; Και σημαντικότερο ίσως κάποιες φορές, θα μπορούσε αυτός ο "άλλος" να δει το πραγματικό πρωτότυπο κόντρα στο φαντασιακό; Θα μπορούσε να το διακρίνει ή θα έμενε προσκολλημένος σε αυτό που είχε φτιάξει και είχε αρκεστεί και αρεστεί να βλέπει; Ένιωθα σαν ένα ανθρώπινο καλειδοσκόπιο που ο καθένας κοιτά μέσα του και βλέπει κάτι διαφορετικό. Πως συνθέτει όμως ο άλλος τις ψηφίδες; Τι βλέπει; Κι αυτή η τελική μορφή που φτιάχνει είναι δική μου; "Έκανες μία συνεργασία με τον τάδε;" Ναι, απάντησα, μεταξύ άλλων και τη μετάφραση. Αλλά έχω μεταφράσει και Badiou, του είπα, γιατί δεν με ρωτάς για αυτό; Γιατί δεν διαλέγεις αυτό; Και με ένα τρόπο που άλλες φορές είναι άγριος κι άλλες μαγικός, που άλλες σε αποτυπώνει με ομορφιά και πληρότητα και hommage στη συνθετότητά σου κι άλλες σε αγνοεί, σε παραμορφώνει, ή σε πολυδιασπά,  ο "άλλος" διαλέγει πάντα εκείνος, τα κομμάτια που θέλει για να σε αποτυπώσει μέσα του. Κι έτσι, καθώς όλοι εναλλασσόμαστε στη θέση του "εαυτού" και του "άλλου" δεν βρίσκω τίποτα πιο παρανοϊκό από την αυθαιρεσία αυτή.



"Δεν σε περίμενα έτσι", μου είπε. Κι εγώ για άλλη μια φορά χαμογέλασα ελαφρά και ρώτησα, "πως με περίμενες;"
Δεν υπήρχε κάτι διαφορετικό στην απάντηση απ΄ότι σε άλλες προηγούμενες. "Πιο αυστηρή, πιο μεγαλόσωμη και πιο μεγάλη". Ναι, δεν υπήρχε τίποτα διαφορετικό. Αυτή ήταν μια τυπική απάντηση των τελευταίων χρόνων. Συγκρινόμενη όμως με τι, ήμουν έτσι; Είναι μια ερώτηση που δεν φτάνεις σε αυτήν αμέσως παρόλο που φαντάζει τόσο φυσική. Θέλει χρόνο να τη φτάσεις. Συγκρινόμενη όμως με τι; Με μία αόριστη, αφηρημένη, ασχημάτιστη φαντασίωση; Με μια υποκειμενική συμπαγής φαντασιακή κατασκευή που πηγάζει από τα βάθη του ασυνείδητου; Ίσως εν μέρη και πως θα μπορούσε να το αποκλείσει κανείς, αλλά όχι. Μία γυναίκα με δημόσιο λόγο και δημόσια παρουσία -όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι αυτή- συγκρίνεται πάντα με το κυρίαρχο μοντέλο του δημόσιου λόγου και της δημόσιας παρουσίας, που δεν είναι άλλο από το κυρίαρχο πρότυπο της δυτικής δημόσιας ζωής: άνδρας, λευκός, ετερόφυλος. Με αυτό το μέτρο, με αυτόν τον κανόνα πάντα συγκρίνεσαι. Και είναι πιο βολικό, κατανοητό και διαχειρίσιμο να είσαι κοντά, όσο πιο κοντά μπορείς και γίνεται, σε αυτό. Είναι πιο βολικό και βοηθάει κιόλας τον "άλλον" να κλειδώνεσαι σε ένα ταγιέρ ή ένα αυστηρό ντεπιέ, σε πλήρη αντιστοιχία του ανδρικού κοστουμιού, που πολύ συχνά είναι απλά μια μπούρκα δυτικού τύπου διακοσμημένη με ένα ακριβό μαντήλι ή ένα σεμνό περιδέραιο, μια απολογητική στάση για τη θηλυκότητά σου, που πρέπει να την κρύβεις όπως μπορείς, να την παραγνωρίζεις, να την εξαφανίζεις, γιατί αλλιώς αυτομάτως κάτι χάνεται από το βάθος και τη βαρύτητα αυτών που σκέφτεσαι, που λες, που γράφεις, που υποστηρίζεις και οπωσδηποτε μπερδεύεις τον "άλλο". Αναμφίβολα πρέπει να είσαι πάρα πολύ σοβαρή σε όλα. Τα μεγάλα ζητήματα της ζωής, της πολιτικής, της καθημερινότητας, των ανθρώπων, όλα είναι σοβαρά γύρω από έναν δραματικό πυρήνα, που τον κάνει δραματικότερο το βάρος της υποτιθέμενης αντίληψης και ευθύνης του λόγου. Η χαλαρότητα του σώματος, η άνεση της φυσικής στάσης, η γοητεία της καλής σωματικής σχέσης, το ανάλαφρο της κίνησης και του βαδίσματος,  μια φυσική χάρη αν υπάρχει ακόμα χειρότερα, αυτά τα συντριπτικά χτυπήματα στο άκαμπτο, στιβαρό, συμπαγές ανδρικό σωματικό πρότυπο, σου στερούν τόση από τη σοβαρότητα των απόψεών σου, της συγκρότησής σου που ξαφνικά τίθεται σε αμφιβολία. Ναι, οπωσδήποτε πρέπει να είσαι "πιο αυστηρή" απ΄όλες τις απόψεις.

"Δεν σε περίμενα έτσι", μου είπε. Κι εγώ για άλλη μια φορά χαμογέλασα ελαφρά και ρώτησα, "πως με περίμενες;"
Ναι, ήμουν  "πολύ" χαλαρή,  αυθόρμητη και εξαιρετικά απρόβλεπτη. Πολύ μακριά από αυτό το "αυστηρή" που είχε στο μυαλό του. Όχι, καμία περιττή αστειότητα, κανένα φθηνό χιούμορ ή πείραγμα, καμία χειρονομία, τίποτα άκομψο ή "ελαφρύ". Αλλά και κανένα δράμα δεν ανέδυε το βλέμμα μου, ούτε έβαζε ανάμεσά μας τείχη και απόσταση. Όχι γιατί δεν συνάντησα στη ζωή μου δράματα, πως θα μπορούσα άλλωστε; - αλλά γιατί είναι μεγάλη ψυχική δυνατότητα να βγαίνεις πάνω από το δράμα και να ζεις την κάθε μέρα χωρίς τείχη και αποστάσεις από τους ανθρώπους. Και να το κάνεις άμεσα, τώρα. Προφανώς και δεν είμαι τόσο μεγαλόσωμη, αλλά δεν ξέρω και πόσο θα έπρεπε να είμαι. Αυτό όμως είναι  ένα σχόλιο  που ταιριάζει σε έναν άνδρα, συνήθως τους άνδρες χαρακτηρίζουμε μεγαλόσωμους ή όχι και άλλο σχόλιο που να με βλέπει ως γυναίκα δεν υπήρξε. Και είναι βέβαια, πάντα, αυτό το "μεγαλύτερη". Πιο άδειο από οποιοδήποτε νόημα. Πιο ανήκουστα κενό σημαίνον! Τον άκουγα χαμογελώντας. Ήθελα να του πω ότι είμαι μεγαλύτερη. Όχι γιατί έχω ζήσει πολλά χρόνια, πολύ καιρό, αλλά γιατί δεν θα μπορούσα να μην είμαι σύμφωνα με τη ζωή που έχω ζήσει, με αυτές τις εγγραφές, με αυτές τις εμπειρίες. Γιατί η ζωή μετριέται στην πυκνότητά της και όχι στη διάρκειά της. Μετριέται στο τι ζεις και όχι στο πόσο. Ότι αυτή η γραμμική αντίληψη με αδικεί με τρόπο κατάφωρο και επιπόλαιο και άσκεφτο. Τον κοιτούσα, τον άκουγα και ήθελα να του πω αυτό που ο Heidegger είπε: "Ο χρόνος είναι ο άνθρωπος" και ίσως έτσι ξεκινούσε μια άλλη συζήτηση. Αλλά ήταν εμφανές ότι δεν έβλεπε εμένα, που ήμουν εκεί ζωντανή με σάρκα και οστά καθισμένη δίπλα του. Ήταν εμφανές ότι δεν μπορούσε να με αντιληφθεί με άλλο πρότυπο, ίσως και να μην είχε. Ήταν εμφανές πως ότι είχε σχηματίσει ως εικόνα για μένα στο μυαλό του (θα) έμπαινε σε επαναξιολόγηση όχι απλά ερήμην μου, αλλά κι εναντίον μου. Ναι, δεν είχε κανένα άλλο πρότυπο, κανένα άλλο μέτρο. Άνδρας, λευκός ετερόφυλος κι εγώ του δημιουργούσα σύγχυση, τον μπέρδευα και πάντα καλύτερα να μένουμε σε αυτό που γνωρίζουμε. Το άγνωστο θέλει χρόνο και κόπο και καμιά φορά μια παθιασμένη αφοσίωση σε αυτό για να το καταλάβουμε. Που να βρεθούν όλα αυτά; Ετσι, δεν του είπα τίποτα, δεν τον ρώτησα τίποτα, παρέμεινα σιωπηλή χαμογελώντας και η συζήτηση τελείωσε εκεί.
Την αδυσώπητη διαμεσολάβηση της φαντασίας δεν μπορεί να την νικήσει κανείς. Ούτε οι ηρωίδες του Μπιλάλ. Ακόμη κι αυτές που έχουν μπλε μαλλιά, μπλε ρώγες, μπλε χείλη και μπλε δάκρια.



Υ.Γ. Χαίρομαι που ξαναβρήκα τους κωδικούς μου και ξαναγύρισα στο blog μου. Θα τα λέμε.